Μπορεί η εκεχειρία να μετριάσει τις ζημιές;

Η πορεία προς την ομαλότητα στην Ουκρανία απαιτεί μεγάλους συμβιβασμούς.

SHARE THIS
0
SHARES

Με την κρίση να βρίσκεται σε οριακό σημείο, Ρωσία-Ουκρανία-Δύση φαίνεται να υιοθετούν ένα κοινό σχέδιο αποκλιμάκωσης, αναγκαία προϋπόθεση της οποίας είναι η διαφαινόμενη εκεχειρία. Ωστόσο, η σταδιακή πορεία προς την ομαλότητα απαιτεί πολύ μεγαλύτερους συμβιβασμούς από ότι φαίνονται διατεθειμένες να κάνουν οι εμπλεκόμενες πλευρές.

H σταδιακή πορεία προς την ομαλότητα απαιτεί πολύ μεγαλύτερους συμβιβασμούς 

Η Ουκρανία, αν τελικά συμφωνηθεί και διαρκέσει η εκεχειρία, θα έχει αποτρέψει, επί του παρόντος, την περαιτέρω διείσδυση των αυτονομιστών σε εδάφη μέχρι πρότινος ελεγχόμενα από το Κίεβο και την οριστική (;) απώλεια ελέγχου επί σημαντικού μέρους της Ανατολικής Ουκρανίας. Προκειμένου, όμως, να διατηρήσει την κρατική υπόσταση της χώρας του ενιαία (έστω και τύποις), θα χρειαστεί ο Ουκρανός πρόεδρος να νερώσει το κρασί του, προσφέροντας διευρυμένη αυτονομία και απόλυτο σεβασμό των δικαιωμάτων του ρωσόφωνου πληθυσμού. Ουσιαστικά αυτό θα αποτελέσει de facto αποδοχή της γεωγραφικής διαίρεσης, καθότι η εμπλοκή της κεντρικής κυβέρνησης στη λειτουργία των εν λόγω περιοχών θα είναι δραματικά συρρικνωμένη. Ο Ποροσένκο, παρασυρμένος από τις επιτυχίες των πρώτων επιχειρήσεων, εκτίμησε λάθος ότι θα επικρατούσε ολοκληρωτικά επί των αυτονομιστών, εφόσον η υποστήριξη της Μόσχας θα κάμπτονταν από τις δυτικές κυρώσεις. Εν τέλει, η τελευταία μάλλον απελευθερώθηκε, υπό την έννοια ότι όχι μόνο ανταπέδωσε με το εμπάργκο στην εισαγωγή ευρωπαϊκών προϊόντων, αλλά, λογίζοντας τις συνεχείς κυρώσεις ως αδυναμία των εταίρων της Ουκρανίας να την στηρίξουν στο πεδίο των μαχών, εξαπέλυσε αντεπίθεση, ανοίγοντας το δρόμο στους ρωσόφωνους.

Ο Ποροσένκο, παρασυρμένος από τις επιτυχίες των πρώτων επιχειρήσεων, εκτίμησε λάθος ότι θα επικρατούσε ολοκληρωτικά επί των αυτονομιστών

Πλέον, το Κίεβο οδεύει στις διαπραγματεύσεις με τους αντίστροφους όρους σε σχέση με το διάστημα λίγο μετά την ανάληψη των καθηκόντων του άπειρου Ποροσένκο. Τότε, ήταν σε θέση ισχύος έχοντας κερδίσει το Σλαβιάνσκ και πιέζοντας τους αντάρτες σε συνεχή υποχώρηση. Απεμπολώντας το σωστό για τα συμφέροντα της χώρας του momentum, και επιδιώκοντας την οριστική εξουδετέρωση των αυτονομιστών, βρίσκεται τώρα σε δυσμενή θέση, καλούμενος να συνδιαλλαγεί απευθείας μαζί τους, αναγνωρίζοντας τους ρόλο επί των εσωτερικών εξελίξεων.

Η Δύση, από την πλευρά της, επιβεβαίωσε την ενίοτε χαοτική απόσταση που χωρίζει τους λόγους από τις πράξεις, ιδίως εν τη απουσία ολοκληρωμένου σχεδίου. Αρχικά, υπό την καθοδήγηση κρατών όπου τα αντιρωσικά αισθήματα «ξεχειλίζουν», δημιουργήσαμε συνθήκες αφόρητης πίεσης στον Γιαννουκόβιτς, επιταχύνοντας την πτώση του. Εν συνέχεια, στηρίξαμε μια αμφιβόλου ποιότητας και προθέσεων μεταβατική κυβέρνηση, χωρίς, εντούτοις, να εμποδίσουμε την απώλεια της Κριμαίας. Αφού στοχοποιήσαμε την Μόσχα ως τη δήθεν μοναδική υπεύθυνη της κλιμακούμενης κρίσης, περιφρονώντας τις ευθύνες του Κιέβου, και δεδομένης της έντονης αλληλοσυμπληρωματικότητας Δύσης-Ρωσίας, αρχίσαμε να αυξάνουμε δειλά την πίεση μέσω οικονομικών κυρώσεων. Παράλληλα, πάντως, ορισμένα κράτη έκλειναν το μάτι στο Κρεμλίνο, διαβεβαιώνοντας το ότι δεν επρόκειτο να υπάρξει στρατιωτική εμπλοκή και κυρίως πως δεν ήταν διατεθειμένα να εξοπλίσουν τις ουκρανικες δυνάμεις. Ως αποτέλεσμα, η ολιγοήμερη εμπλοκή ρωσικών δυνάμεων στο πεδίο των μαχών υποχρέωσε την ουκρανική ηγεσία να ζητήσει άμεση κατάπαυση του πυρός, προτού οι αντάρτες επέκτειναν την ακτίνα δράσης τους.

Η Δύση επιβεβαίωσε την ενίοτε χαοτική απόσταση που χωρίζει τους λόγους από τις πράξεις

Το ΝΑΤΟ, εκμεταλλευόμενο τη ρωσική κινητικότητα, ανέκτησε τον λόγο ύπαρξης του, τουλάχιστον στο ρωσικό εγγύς εξωτερικό. Κινούμενο με την πάγια ψυχροπολεμική θεώρηση του (την οποία δημόσια απορρίπτει μετά βδελυγμίας), επιχειρεί να ενισχύσει τις θέσεις του σε μία σειρά κρατών, ενώ, παράλληλα, θέλει να αξιοποιήσει την συγκυρία για την διεύρυνση των ερεισμάτων του. Υπόσχεται κάθε είδους στρατιωτική βοήθεια, αφήνει ανοικτό το ενδεχόμενο ένταξης μετασοβιετικών δημοκρατιών (Γεωργία), συζητά την ανάπτυξη δυνάμεων και βάσεων, και υπενθυμίζει ότι θα αμυνθεί συνολικά σε περίπτωση επίθεσης σε κάποιο κράτος-μέλος του (Βαλτικές). Στην πραγματικότητα, προσπαθεί μέσα από πομπώδεις εξαγγελίες να χρυσώσει το χάπι σε μέλη και συμμάχους για την αδυναμία του να μετριάσει κατά το ελάχιστο την επιθετικότητα του Κρεμλίνου. Χρειαζόταν, επί παραδείγματι, η επίσκεψη Ομπάμα στην Εσθονία για να τονισθεί η δέσμευση της υπερδύναμης στην ασφάλεια του εν λόγω κράτους;

Η Ρωσία, τέλος, είναι σε εξίσου δύσκολη θέση. Ναι μεν σε τακτικό επίπεδο φαντάζει κερδισμένη, έχοντας δημιουργήσει υπέρ της τετελεσμένα, ωστόσο, μεσομακροπρόθεσμα οι ζημιές ενδεχομένως να αποδειχθούν περισσότερες από τα οφέλη. Αν δούμε την κατάσταση προ της πτώσης Γιανουκόβιτς, το Κίεβο ήταν φίλα προσκείμενο στην Μόσχα, ετοιμαζόταν να εισέλθει στην Ευρασιατική Eνωση, η οποία ελέγχεται απόλυτα από τη Ρωσία, η μερίδα αυτών που αντιδρούσαν στην προσέγγιση των δύο χωρών δεν ήταν ικανή να την εμποδίσει, η τροφοδοσία της ευρωπαϊκής αγοράς με ρωσικό αέριο μέσω της γειτονικής χώρας είχε επιστρέψει στους φυσιολογικούς και προβλέψιμους ρυθμούς, και η προοπτική ενσωμάτωσης στο ΝΑΤΟ τοποθετούνταν στη σφαίρα του φανταστικού. Η δε αλληλεξάρτηση των δύο κρατών και οι καλές σχέσεις με την ουκρανική οικονομική ελίτ έδιναν στο Κρεμλίνο έμμεσο λόγο και ρόλο στο εγχώριο γίγνεσθαι.

Σήμερα, πολλά από αυτά έχουν διαφοροποιηθεί σε βάρος της Μόσχας

Σήμερα, πολλά από αυτά έχουν διαφοροποιηθεί σε βάρος της Μόσχας, η οποία, όχι μόνο έχει δαιμονοποιηθεί σε υπερθετικό βαθμό σε ένα σημαντικό κομμάτι της ουκρανικής κοινωνίας, επιβεβαιώνοντας και ενισχύοντας ακραία στοιχεία εντός αυτής, αλλά έχει δημιουργήσει και αντανακλαστικά σε ηγεσίες και πολίτες πρώην σοβιετικών δημοκρατιών, που βλέπουν ένα δεσποτικό γείτονα που «τιμωρεί» οποιονδήποτε στέκεται απέναντι στις βλέψεις του. Η διατήρηση πολλών και αποτελεσματικών μοχλών πίεσης, επίσης, φοβίζει, ίσως βέβαια, και συνετίζει μελλοντικούς αμφισβητίες της ρωσικής πρωτοκαθεδρίας στην περιοχή. Από την άλλη, η ασθενική επί του πρακτέου στάση της Δύσης, επίσης, δεν προσφέρει καμία διασφάλιση έναντι του Κρεμλίνου.

Οι δεδομένες απώλειες στο οικονομικό πεδίο, η απόκλιση από μία εποικοδομητική και υπεύθυνη παρεμβατικότητα, καθώς και η «χαλαρή» αντιμετώπιση της αλλαγής συνόρων (με όποια πραγματική η πλασματική επίκληση), έχουν αλλοιώσει την θετική εικόνα της Ρωσίας. Τα παραπάνω, σε συνάρτηση με τον υπερσυγκετρωτικό χαρακτήρα της οικονομίας, τη συνακόλουθη εξάρτηση από την τιμή των υδογονανθράκων, την υποχώρηση στην ανάπτυξη καινοτομίας και τεχνολογιών αιχμής, την απομειωμένη ανταγωνιστικότητα, το δημογραφικό και την ανάδειξη της Κίνας, θα φέρουν αργά ή γρήγορα την Μόσχα στο πραγματικό της μέτρο, που είναι η κυριαρχία στον χώρο της πρώην Σοβιετικής Eνωσης (με εξαίρεση τις χώρες της Βαλτικής), με περιορισμένη ad hoc επιρροή στις υπόλοιπες περιοχές του πλανήτη. Είναι αυτό, όμως, αρκετό για το Κρεμλίνο, η ενδυνάμωση του οποίου στο διεθνές στερέωμα περνάει μέσα από την επιτυχή διαχείριση των εσωτερικών του προκλήσεων, καθώς και της ενεργής συμμετοχής του στις διεργασίες για την οικοδόμηση ενός σύγχρονου συστήματος ασφάλειας, όπου και στις δύο περιπτώσεις η συνέργεια με ορισμένους δυτικούς του εταίρους μπορεί να αποδειχθεί καταλυτική...

*O Δρ. Κωνσταντίνος Φίλης είναι Διευθυντής Ερευνών του Ινστιτούτου Διεθνών Σχέσεων.

 

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Ακολούθησε το theTOC.gr στο Facebook