X

Ο ΕΛΑΣ, ο ΕΔΕΣ και η βία των ανταρτών

Από μια άποψη, ακόμα και ο τίτλος ΕΛΑΣ του Αλέξη Τσίπρα, σε αυτή την παράδοση μπορεί να ενταχθεί- εκτός από την επανοηματοδότηση και άλλες μπαρούφες που μας είπε η Κουφονικολάκου- αλλά μην ανησυχείτε, δεν θα γράψω για το κόμμα του Αλέξη Τσίπρα. Δεν έχει άλλωστε και καμία σημασία.

Γράφει: Μανολης Καψης

Τα χρόνια που ακολούθησαν τον Πόλεμο και τον Εμφύλιο, και ειδικά μετά τη μεταπολίτευση, έγινε μια προσπάθεια από τους πολιτικούς επιγόγους των αντιστασιακών κινημάτων- δηλαδή από τα κόμματα και τους διανοούμενους της αριστεράς- να αποστασιοποιηθούν από τη μαχητική εικόνα του ΕΛΑΣ και να περάσουν προς τα έξω, μια πιο εξευγενισμένη και μια εξιδανικευμένη εικόνα της αντίστασης.

Από μια άποψη, ακόμα και ο τίτλος ΕΛΑΣ του Αλέξη Τσίπρα, σε αυτή την παράδοση μπορεί να ενταχθεί- εκτός από την επανοηματοδότηση και άλλες μπαρούφες που μας είπε η Κουφονικολάκου- αλλά μην ανησυχείτε, δεν θα γράψω για το κόμμα του Αλέξη Τσίπρα. Δεν έχει άλλωστε και καμία σημασία.

Η έμφαση για παράδειγμα- ξαναγυρίζω στην πρόσληψη των οργανώσεων της αντίστασης- ήταν στους νέους δημοκρατικούς θεσμούς που λειτούργησαν στην Ελεύθερη Ελλάδα, και λιγότερο στη μαχητική εμπειρία του αντάρτη. Όπως γράφει στο εξαιρετικό βιβλίο του, "ΕΔΕΣ και ΕΛΑΣ, οι λαϊκοί στρατοί της Αντίστασης", εκδόσεις Παπαδόπουλος, ο καθηγητής στο πανεπιστήμιο του Μάντσεστερ Σπύρος Τσουτσουμπής, "η αντίσταση παρουσιαζόταν ως συλλογικό εγχείρημα ολόκληρου του έθνους, ενώ μετριαζόταν και η πολεμόχαρη ρητορική των ανταρτών της κατοχικής περιόδου".

Ο ίδιος ο συγγραφέας ακριβώς όμως με αυτό καταπιάνεται. Θέλει να διερευνήσει πώς και γιατί κατατάχθηκαν στις οργανώσεις της αντίστασης οι νέοι αντάρτες- και η αφήγησή του μας δίνει ερμηνείες λιγότερο ιδεολογικές και λιγότερο ηρωϊκές, από αυτές που μας έχουν συνηθίσει οι άλλοι ιστορικοί- ενώ επικεντρώνεται στην εμπειρία του πολέμου και στην καθημερινότητα του αντάρτη. Ηταν φυσιολογικό λοιπόν να εξερευνήσει και τη βία που ασκούσαν στους χωρικούς οι αντάρτες, τόσο του ΕΔΕΣ όσο και του ΕΛΑΣ. Εξ΄άλλου οι περισσότεροι από τους αμάχους, όταν μιλούν για τους αντάρτες και το αντάρτικο, αυτή είναι η πρώτη τους εμπειρία. Η βία που βίωσαν στα χωριά τους.

Μέχρι πρόσφατα, οι μεν αριστεροί ιστορικοί έλεγαν ότι οι εκτελεσθέντες ήταν όλοι προδότες και δωσίλογοι. Ορισμένοι παραδέχονταν και λάθη, αλλά επέμεναν ότι τα θύματα ήταν κακοποιοί. Οι δεξιοί υποστήριζαν ότι τα θύματα ήταν πατριώτες που πλήρωσαν με τη ζωή τους το ότι δεν ήταν κομμουνιστές. Ποια είναι η αλήθεια;

Αυτό που προκύπτει από την έρευνα του Σπύρου Τσουτσουμπή είναι ότι πολύ συχνά τα θύματα της βίας των ανταρτών, ήταν άνθρωποι που είχαν καταγγελθεί από τους συγχωριανούς τους ως προδότες, αλλά η πραγματική αιτία ήταν οι τοπικές αντιπαραθέσεις και οι προσωπικές αντιπαλότητες, που καμία σχέση δεν είχαν με την πολιτική, την αντίσταση ή την ιδεολογία.

Για παράδειγμα στο χωριό Λυγαριά στο Παγγαίο, "ένα τοπικό στέλεχος του ΕΑΜ και ένας χωροφύλακας διεκδικούσαν την ίδια γυναίκα. Θέλοντας να ξεφορτωθεί τον αντίπαλό του, το στέλεχος τον κατήγγειλε σε μια ομάδα του ΕΛΑΣ, η οποία τον συνέλαβε και τον δολοφόνησε. Ο Παναγιώτης Κωστούλας, πλούσιος έμπορος στο Πωγώνι, ξυλοκοπήθηκε σχεδόν μέχρι θανάτου, όταν τον κατήγγειλε ένα τοπικό στέλεχος του ΕΑΜ που είχε χάσει ένα στοίχημα. Ζητήματα περιουσίας, διαφορές για γη και βοσκοτόπια και επαγγελματικοί ανταγωνισμοί έπαιζαν επίσης σημαντικό ρόλο."

Δηλαδή η βία στα χωριά, που σήμερα σχεδόν έχει ξεχαστεί ακόμα και από την ιστοριογραφία, ξεσπούσε στα χωριά άμα τη εμφανίσει των αντάρτικων ομάδων, καθώς οι χωρικοί έβρισαν έτσι την ευκαιρία να λύσουν προσωπικούς λογαριασμούς.


Ο στόχος των ανταρτών ήταν άλλος. Ο στόχος τους ασκώντας βία, ήταν προφανώς να τρομοκρατήσουν τους τοπικούς πληθυσμούς ώστε να τους επιβάλουν του όρους τους και να τους υποχρεώσουν να συμμορφώνονται με τις εντολές τους:. Γι αυτό και η βία είχε σχεδόν θεατρικό χαρακτήρα:

"Οι περισσότεροι ξυλοδαρμοί και εκτελέσεις πραγματοποιούνταν σε κεντρικά σημεία, συνήθως στην πλατεία του χωριού και τις παρακολουθούσαν εκατοντάδες χωρικοί. Για παράδειγμα ένας μυλωνάς που κατηγορήθηκε για κλοπή στο ηπειρώτικο χωριό Καναλάκι, ξυλοκοπήθηκε δημόσια στην πλατεία από τον τοπικό καπετάνιο του ΕΛΑΣ, ο οποίος φώναζε στους αγρότες:

"Να τι παθαίνουν όσοι δεν ακούν και δεν συμμορφώνονται στις εντολές του ΕΑΜ."

Ο Γιώργος Ψαράκος σύμφωνα με ένα τοπικό στέλεχος του ΕΑΜ, βασανίστηκε για περισσότερες από δέκα ώρες στο σχολείο του χωριού προτού συρθεί έξω και εκτελεστεί, ως προειδοποίηση προς τους συγχωριανούς του. Λίγο πριν την εκτέλεση, ένας αντάρτης του ΕΛΑΣ βγήκε από το σχολείο και φώναξε: "Τον βλέπετε αυτόν; Είναι προδότης της πατρίδας και πάει για εκτέλεση, κι όποιος τα θέλει ας ακολουθήσει τον δρόμο του."

Ορισμένες από τις εκτελέσεις ήταν ιδιαίτερα φρικιαστικές. Στα μέσα του 1942- γράφει στο βιβλίο του ο Σπύρος Τσουτσουμπής- ο αγροφύλακας Παναγιώτης Πουρνάρας συνελήφθη από τον ΕΛΑΣ μετά από καταγγελίες ότι ήταν συνεργάτης της Βλάχικης Λεγεώνας και παραδόθηκε στους ντόπιους που τον λιθοβόλησαν μέχρι θανάτου…. Ο Φίλος Γ ή Σέφτελος, βετεράνος κομμουνιστής ποντιακής καταγωγής , ευθυνόταν για τον ξυλοδαρμό του Σπύρου Παπαδημητρίου, δασοφύλακα και της συντρόφου του, που ήταν δασκάλα στον Ζιάκα. Αφού τους έγδυσαν, τους μαστίγωσαν δημόσια για προσβολή της δημόσιας αιδούς, ενώ ένας φοροεισπράκτορας ξυλοκοπήθηκε σχεδόν μέχρι θανάτου, επειδή υπηρετούσε τη δωσιλογική κυβέρνηση. Το επόμενο θύμα ήταν μια αγρότισσα από τη Λούβρη που κατηγορήθηκε ότι είχε σχέσεις με Ιταλούς στρατιώτες- ξυλοκοπήθηκε μπροστά στους συγκεντρωμένους χωρικούς και στη συνέχεια οδηγήθηκε στο χωριό Τσοτύλι όπου εκτελέστηκε μαζί με δυο γυναίκες και τον πατέρα τους.

Συμπέρασμα του συγγραφέα: "Παρότι τα πολιτικά κίνητρα αυτών των ανθρώπων και η ενοχή πολλών από όσους στοχοποιήθηκαν από τον ΕΛΑΣ και τον ΕΔΕΣ δεν πρέπει να παραγνωριστούν , πολλοί εμφορούνταν από προσωπικά μίση και συχνά ήταν δύσκολο να διαχωριστεί η ιδιωτική βεντέτα από την πολιτική δράση."

Πηγή: capital