Η ταινία "Καποδίστριας" του Γιάννη Σμαραγδή, δεν είναι απλώς μια ιστορική αναπαράσταση. Μπορεί να λειτουργήσει ως αφετηρία πολιτικού αναστοχασμού: όχι επειδή "ξαναλέει" τη γένεση του νεότερου ελληνικού κράτους, αλλά επειδή φωτίζει τη στιγμή κατά την οποία ράφτηκαν οι θεσμικές παθογένειες που εξακολουθούν να το "ταλανίζουν". Από τότε έως σήμερα, το πρόβλημα δεν εξαφανίστηκε· απλώς μεταλλάχθηκε.
Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι αν η Ελλάδα έκανε πρόοδο. Είναι γιατί, παρά τις αλλεπάλληλες "επανεκκινήσεις", οι ίδιες αδυναμίες τυχαίνουν να επιστρέφουν με σχεδόν ρυθμική κανονικότητα. Κάθε φορά που ένα εξωτερικό σοκ συναντά ένα περιφερειακό κράτος με περιορισμένη διοικητική και φορολογική ικανότητα, η οικονομική κρίση τείνει να μετατρέπεται σε πολιτική.
Το νήμα ξεκινά πριν καν υπάρξει κράτος. Τα "δάνεια της Ελευθερίας" (1824-25), εκδοθέντα στο Λονδίνο, ανήλθαν ονομαστικά σε περίπου £2,8 εκατομμύρια. Στην ελληνική επικράτεια έφτασε λιγότερο από το 45% των κεφαλαίων — περίπου £540.000. Το υπόλοιπο απορροφήθηκε από προμήθειες, προκαταβολικούς τόκους, μεσάζοντες και εξοπλισμούς που είτε δεν παραδόθηκαν είτε δεν αξιοποιήθηκαν. Δεν πρόκειται απλώς για κακοδιαχείριση. Πρόκειται για έναν μηχανισμό που η οικονομική ιστορία περιγράφει ως "προπατορικό αμάρτημα" (original sin): δανεισμός σε ξένο νόμισμα, χωρίς φορολογική βάση, χωρίς εσωτερική αποταμίευση, χωρίς διοικητική ικανότητα και χωρίς βιώσιμο μηχανισμό αποπληρωμής. Η ανεξαρτησία δεν εγκαινιάστηκε ως δημοσιονομική αυτονομία, αλλά ως εξαρτημένη κυριαρχία. Δεν είναι τυχαίο ότι το 1827 ήρθε η πρώτη στάση πληρωμών, πριν καν αποκτήσει λειτουργική υπόσταση το κράτος.
Ο Καποδίστριας κλήθηκε να κυβερνήσει μια επικράτεια χωρίς απογραφή, χωρίς κτηματολόγιο, χωρίς σταθερά φορολογικά έσοδα. Το κράτος όφειλε να πληρώνει μισθούς, στρατό και διοίκηση, αλλά δεν μπορούσε να εισπράξει. Έπρεπε να παράγει τάξη χωρίς μηχανισμούς επιβολής. Από αυτή την ασυμμετρία γεννήθηκε ένα διαχρονικό πρότυπο: κρατική παρέμβαση χωρίς κρατική ικανότητα. Όταν η υποκατάσταση θεσμών γίνεται κανόνας, η οικονομική πίεση μεταφράζεται γρήγορα σε πολιτική αστάθεια.
Μετά τη δολοφονία του Καποδίστρια, η λύση δεν ήταν θεσμική εμβάθυνση, αλλά εισαγόμενη μοναρχία. Το κράτος συγκροτήθηκε με περιορισμένη εσωτερική νομιμοποίηση και εξάρτηση από εξωτερική χρηματοδότηση. Η δημοσιονομική κρίση του 1843 και η επιβολή Συντάγματος δεν ήταν τυχαίες: αποτέλεσαν την πρώτη σύγκρουση ανάμεσα στη χρηματοπιστωτική επιτήρηση και την πολιτική νομιμοποίηση.
Όπως έχει δείξει ο Νικηφόρος Π. Διαμαντούρος, το Ελληνικό Κράτος συγκροτήθηκε διχασμένο — ανάμεσα από μια διαρκή ένταση ανάμεσα σε διαφορετικά πρότυπα οργάνωσης και νομιμοποίησης της εξουσίας. Αυτό δεν συνιστά ιστορικό ντετερμινισμό, αλλά ανολοκλήρωτη θεσμική μετάβαση — και ίσως ακριβώς γι’ αυτό επανεμφανίζεται. Οι κρίσεις —1827, 1893, 1932 και του 2010— δεν είναι ιστορικά ατυχήματα, αλλά επαναλαμβανόμενες εκδηλώσεις αυτής της αδυναμίας.
Η Μεταπολίτευση πέτυχε δημοκρατία και ευρωπαϊκή ένταξη. Δεν πέτυχε όμως την αντίστοιχη θεσμική εμβάθυνση. Η ανάπτυξη βασίστηκε δυσανάλογα σε κατανάλωση, δανεισμό, τουρισμό χαμηλής παραγωγικότητας, ευρωπαϊκά κονδύλια και εξωτερικές ροές. Η κρίση του 2010 δεν "γκρέμισε" τυχαία το σύστημα· το εξέθεσε.
Σήμερα, μοιάζουμε να ζούμε μια Μεταπολίτευση 2.0: χωρίς νέο κοινωνικό συμβόλαιο, αλλά με επαναλαμβανόμενες κρίσεις αξιοπιστίας και διοικητικής επάρκειας — από τα Τέμπη και τις δυσλειτουργίες στη διαχείριση ευρωπαϊκών πόρων (ΟΠΕΚΕΠΕ), έως χρόνιες αδυναμίες στον έλεγχο κρίσιμων υποδομών (FIR Αθηνών). Το πρόβλημα δεν είναι η έλλειψη κανόνων, αλλά η αδυναμία εφαρμογής τους.
Αυτό ακριβώς πραγματεύεται το βιβλίο μoυ "Παθογένειες χωρίς Θεραπεία: Από το Κραχ του 1929 στο Τρίτο Μνημόνιο": τα οικονομικά σοκ μετατρέπονται σε πολιτικές κρίσεις όταν το θεσμικό υπόστρωμα παραμένει εύθραυστο. Η Ιστορία εδώ δεν επαναλαμβάνεται — επιμένει.
Η ταινία δεν μας καλεί να αναζητήσουμε "σωτήρες". Μας καλεί σε κάτι δυσκολότερο: σε συλλογική αυτοαξιολόγηση. Όχι για να ανακυκλώσουμε ενοχές, αλλά για να αναγνωρίσουμε τι κάναμε λάθος και γιατί το ίδιο μοτίβο επανεμφανίζεται. Στο πρωτοχρονιάτικο μήνυμά του, ο Πρωθυπουργός μίλησε για "εξάλειψη παθογενειών" έως το 2030. Χωρίς σαφή διάγνωση, όμως, ο ορίζοντας γίνεται ευχή — ή αναβολή. Εν έτει 2026, οι παθογένειες δεν είναι αφηρημένες έννοιες: είναι χαμηλή παραγωγικότητα, διοικητική ασυνέχεια, ατιμωρησία, κρατικές αποτυχίες και ένα πελατειακό κράτος που αντιδρά αντί να προλαμβάνει.
Το 2026 δεν είναι νέα αρχή από μόνο του. Είναι δοκιμασία ωριμότητας. Από τον Καποδίστρια έως σήμερα, οι παθογένειες δεν εξαφανίζονται με ευχές, ούτε με χρονοδιαγράμματα. Εξαφανίζονται μόνο όταν γίνονται αντικείμενο ειλικρινούς αυτοκριτικής και θεσμικής σύγκρουσης. Γιατί χωρίς αυτογνωσία δεν υπάρχει μεταρρύθμιση — και χωρίς μεταρρύθμιση, η Ιστορία έχει τη συνήθεια να επιμένει.