Χαουαρντ ΝτειβιΣ
Χαουαρντ ΝτειβιΣ

Πέραν του Γιούνκερ

Η ΕΕ χρειάζεται την ισχυρότερη ηγετική ομάδα που μπορεί να βρει.

SHARE THIS
0
SHARES

Η Ευρωπαϊκή Ενωση φαίνεται να είναι ικανή να επικεντρώνεται μόνο σε ένα πρόβλημα κάθε φορά. Αυτό το καλοκαίρι το ερώτημα είναι ποιος θα διαδεχθεί τον Χοσέ Μανουέλ Μπαρόζο στην προεδρία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Ο Βρετανός πρωθυπουργός Ντέιβιντ Κάμερον βρέθηκε σε μια μάχη οπισθοφυλακής προσπαθώντας να εμποδίσει το διορισμό του αρχι-φεντεραλιστή λουξεμβούργιου Ζαν Κλοντ Γιούνκερ.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η προεδρία της Επιτροπής είναι μια σημαντική δουλειά. Η Κομισιόν διατηρεί το μονοπώλιο να προτείνει νέες νομοθεσίες το περιεχόμενο των οποίων σε μεγάλο βαθμό επηρεάζεται από τον πρόεδρο. Αλλά οι νέες νομοθεσίες είναι ένα είδος πολυτέλειας για την Ευρώπη αυτές τις μέρες. Αντί να σχεδιάζονται νέες συναρπαστικές οδηγίες σχετικά με τα χαρακτηριστικά, ας πούμε, των χορτοκοπτικών μηχανών που πωλούνται στην ΕΕ, οι ηγέτες της Ευρώπης πρέπει να ολοκληρώσουν τρεις επείγοντες και αλληλένδετους στόχους.

Οι υπερασπιστές της ευρωπαϊκής ιδέας πρέπει να εμπλακούν πιο άμεσα με τους επικριτές και να αρθρώσουν ένα εμπνευσμένο όραμα

Ο πρώτος είναι πολιτικός. Στις πρόσφατες εκλογές για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το ένα τέταρτο των ψηφοφόρων στο Ηνωμένο Βασίλειο και τη Γαλλία υποστήριξαν κόμματα που είναι εχθρικά προς την περαιτέρω ολοκλήρωση και έχουν δεσμευτεί να επανιδρύσουν μια Ευρώπη ανεξάρτητων κρατών-μελών. Ακόμα και στη Γερμανία, το ευρωσκεπτικιστικό κόμμα τα πήγε εκπληκτικά καλά. Οι κεντροαριστεροί και κεντροδεξιοί φεντεραλιστές απάντησαν με μια σύγκλιση γύρω από ένα κοινό στόχο: να εξασφαλίσουν την πλειοψηφία για τον Γιούνκερ.

Αυτό δεν είναι ένα σταθερό αποτέλεσμα. Οι υπερασπιστές της ευρωπαϊκής ιδέας πρέπει να εμπλακούν πιο άμεσα με τους επικριτές και να αρθρώσουν ένα εμπνευσμένο όραμα, αντί να χώνουν το κεφάλι τους στην άμμο και να τονίζουν διαρκώς τις λέξεις «στενότερη ένωση» σε κάθε ευκαιρία.

Θα είναι ευκολότερο να κερδίσουν τους ευρωσκεπτικιστές, αν μπορούσαν να επιδείξουν πιο σταθερά και βιώσιμα οικονομικά επιτεύγματα. Η ανάπτυξη στην ευρωζώνη παραμένει υποτονική, στο 0,7% κατά το τελευταίο έτος, ενώ η ανεργία, στο 11,7%, είναι απαράδεκτα υψηλή. Αυτοί οι αριθμοί είναι αρκετά καταθλιπτικοί, αλλά κάποια μέρη της ηπείρου βρίσκονται σε πολύ χειρότερη κατάσταση. Η ανεργία στην Ισπανία είναι πάνω από 25% και η ιταλική οικονομία έχει αναπτυχθεί ελάχιστα από την μέρα της εισαγωγής του ευρώ.

Η οικονομική ανάκαμψη έχει μείνει πίσω λόγω των οικονομικών προβλημάτων. Αυτό είναι το τρίτο καυτό θέμα που πρέπει να αντιμετωπίσουν οι ηγέτες της ΕΕ. Η ενιαία χρηματοπιστωτική αγορά κατέρρευσε πριν από τέσσερα χρόνια και δεν έχει ακόμη διορθωθεί.

Η οικονομική ανάκαμψη έχει μείνει πίσω λόγω των οικονομικών προβλημάτων

Είναι γεγονός ότι η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) έχει κάνει ό,τι χρειάζεται για να μειώσει τις διαφορές κόστους δανεισμού μεταξύ των ευρωπαϊκών κρατών-μελών. Για ένα μεγάλο μέρος του 2012 και 2013, οι κυβερνήσεις της Ισπανίας και της Ιταλίας πλήρωναν 5.5-7% για δέκα χρόνια, ενώ το γερμανικό επιτόκιο ήταν κάτω από 2%. Σήμερα, η απόκλιση είναι πολύ χαμηλότερη. Η Ισπανία και η Ιταλία πληρώνουν μόνο περίπου 150 μονάδες βάσης πάνω από τη Γερμανία. Αυτό μπορεί να πιστωθεί στον πρόεδρο της ΕΚΤ Μάριο Ντράκι.

Αλλά από την πλευρά των επιχειρήσεων, τα πράγματα φαίνονται μάλλον διαφορετικά. Για μια ισπανική ή ιταλική μικρή επιχείρηση, η διαφορά των επιτοκίων παραμένει τόσο υψηλή όπως ήταν. Ενα επισφαλές επιχειρησιακό δάνειο θα κοστίσει σε μια εταιρεία της νότιας Ευρώπης δύο ποσοστιαίες μονάδες πάνω από ότι θα κόστιζε σε μια εταιρεία στο Ρήνο, ακόμη και αν οι δύο εταιρείες έχουν παρόμοια αξιολόγηση για την πιστοληπτική τους ικανότητα. Μέχρι το 2010, η διαφορά ήταν μόλις λίγες μονάδες βάσης. Εκτοξεύθηκε το 2011 και δεν έχει μειωθεί από τότε.

Αυτό είναι ένα σοβαρό ανταγωνιστικό μειονέκτημα επιπλέον του μειονεκτήματος ότι βρίσκονται σε μεγάλη απόσταση από το οικονομικό κέντρο της της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Εάν συνεχιστεί θα επιτείνει το αυξανόμενο χάσμα στην Ευρώπη μεταξύ των «εχόντων» και «μη εχόντων».

Η κρίση εμπιστοσύνης στον τραπεζικό τομέα της ΕΕ, που ξέσπασε το 2010, δεν έχει ακόμη ξεπεραστεί

Πώς μπορεί να συνεχίζεται μια τέτοια απόκλιση σε μια, υποτίθεται, ενιαία και ενοποιημένη χρηματοπιστωτική αγορά; Η απάντηση, φυσικά, είναι ότι η ευρωζώνη δεν είναι κάτι τέτοιο, τουλάχιστον όχι ακόμα. Η κρίση εμπιστοσύνης στον τραπεζικό τομέα της ΕΕ, που ξέσπασε το 2010, δεν έχει ακόμη ξεπεραστεί. Οι ευρωπαϊκές τράπεζες εξακολουθούν να είναι απρόθυμες να δανείσουν η μία στην άλλη, ειδικά εκτός συνόρων. Υποπτεύονται ότι ορισμένες τράπεζες είναι αδύναμες και ευάλωτες, και έχουν ελάχιστη εμπιστοσύνη στη βούληση των εθνικών τραπεζικών εποπτικών αρχών να αποκαλύψουν την αλήθεια και να απαιτήσουν αποκατάσταση. Ετσι, οι γερμανικές τράπεζες με πλεονάζουσα ρευστότητα προτιμούν να καταθέσουν στην ΕΚΤ παρά στην Ιταλία ή στην Ελλάδα.

Η τραπεζική ένωση συμφωνήθηκε για να διορθώσει αυτό το πρόβλημα, με την ΕΚΤ ως την κεντρική εποπτική αρχή όλων των μεγάλων ευρωπαϊκών τραπεζών. Αλλά η αγορά δείχνει καθαρά ότι η τραπεζική ένωση δεν έχει κάνει ακόμα τη δουλειά της. Πράγματι, δεν είναι σε καμία περίπτωση πλήρης. Υπάρχουν αμφιβολίες σχετικά με την έλλειψη ενός ενιαίου συστήματος εγγύησης των καταθέσεων, σχετικά με τη διαθεσιμότητα πόρων για το κλείσιμο ενός αφερέγγυου οργανισμού καθώς και για το αν η προσέγγιση της ΕΚΤ θα είναι αρκετά αυστηρή έτσι ώστε να εντοπίζει προβληματικές τράπεζες, να τις υποχρεώνει να προχωρήσουν με ανακεφαλαιοποίηση, και, έτσι, να αποκαταστήσουν την εμπιστοσύνη.

Η κρίσιμη δοκιμασία θα έρθει το φθινόπωρο, όταν η ΕΚΤ θα δημοσιοποιήσει τα αποτελέσματα της έκθεσης ποιότητας του ενεργητικού της

Η κρίσιμη δοκιμασία θα έρθει το φθινόπωρο, όταν η ΕΚΤ θα δημοσιοποιήσει τα αποτελέσματα της έκθεσης ποιότητας του ενεργητικού της. Περιμένω ότι οι επόπτες θα είναι είναι αυστηροί: η αξιοπιστία του φορέα τους εξαρτάται από αυτό. Ομως, οι εθνικές εποπτικές αρχές και οι κυβερνήσεις διατηρούν ένα σημαντικό ρόλο. Είναι έτοιμοι να είναι ειλικρινείς, και, σημαντικότερο, είναι πρόθυμοι και ικανοί να βοηθήσουν τους τραυματισμένους οργανισμούς στην αύξηση κεφαλαίου;

Πρόσφατα προβλήματα με το χρέος, της ιταλικής τράπεζας Monte dei Paschi di Siena, έχουν δείξει ότι η χρηματοδότηση τραπεζών είναι κοστοβόρα. Οι επενδυτές θέλουν προσφορές μεγάλων εκπτώσεων για πειστούν να συμμετάσχουν με τα χρήματά τους. Ως αποτέλεσμα, ορισμένες τράπεζες, οι οποίες υποψιάζονται ότι οι ισολογισμοί τους θα αποκαλύψουν ότι είναι ασθενέστερες απ ότι πιστευόταν, έχουν κάνει περικοπές στο δανεισμό. Οι συνεχιζόμενοι πιστωτικοί περιορισμοί είναι ένας λόγος που μέρος της ευρωπαϊκής οικονομίας παραμένει αδύναμο.

Επομένως, τα τρία προβλήματα που θα αντιμετωπίσει η Ευρώπη κατά το δεύτερο εξάμηνο του τρέχοντος έτους συνδέονται στενά. Η ΕΕ θα χρειαστεί την ισχυρότερη ηγετική ομάδα που μπορεί να βρει για περάσει μέσα από τα επικίνδυνα νερά και να υλοποιήσει σημαντικές οικονομικές μεταρρυθμίσεις. Αυτή τη στιγμή, οι ενδείξεις δεν είναι καθόλου ενθαρρυντικές. Υπάρχουν μερικά νέα πρόσωπα ή ιδέες στον ορίζοντα. Πρέπει να ελπίζουμε ότι θα εκπλαγούμε.  

*Ο Χάουαρντ Ντέιβις είναι καθηγητής στο Sciences Po του Παρισιού. Ηταν διευθυντής της London School of Economics (2003-11) και υπηρέτησε ως Αναπληρωτής Κεντρικός Τραπεζίτης της Τράπεζας της Αγγλίας. 

ΠΗΓΗ: Project Syndicate

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Ακολούθησε το theTOC.gr στο Facebook