Ντανιελ ΓκροΣ
Ντανιελ ΓκροΣ

Το Big Bang της Ευρώπης

Δέκα χρόνια μετά την διεύρυνση της ΕΕ, η αξιολόγηση είναι σχετικά θετική.

SHARE THIS
0
SHARES

Πριν από δέκα χρόνια, οκτώ χώρες του πρώην σοβιετικού μπλοκ, μαζί με τα νησιωτικά κράτη Μάλτα και η Κύπρο, εντάχθηκαν στην Ευρωπαϊκή Ενωση η οποία από 15 έφτασε τα 25 μέλη. Την εποχή εκείνη υπήρχε ο φόβος ότι αυτή η διεύρυνση προς ανατολάς θα δημιουργούσε εντάσεις στο εσωτερικό της Ευρωπαϊκής Ενωσης, επειδή τα νέα μέλη από την Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη ήταν φτωχά και μερικά είχαν ένα μεγάλο γεωργικό τομέα. Επειδή η ΕΕ δαπανά κυρίως στις φτωχές περιοχές και στους αγρότες, πολλοί ανησυχούσαν ότι η διεύρυνση αυτή θα επιβάρυνε υπέρμετρα τον προϋπολογισμό της Ενωσης.

Ο σκοπός της οικονομικής ολοκλήρωσης είναι σε τελική ανάλυση για να ενισχύσει την αύξηση του ΑΕΠ και να βελτιώσει το βιοτικό επίπεδο

Στο τέλος, το πρόβλημα αυτό επιλύθηκε με μία κλασικά ευρωπαϊκή συμβιβαστική λύση που επέτρεψε στη διεύρυνση να προχωρήσει, παρόλο που ο προϋπολογισμός, ως ποσοστό του ΑΕΠ της Ευρώπης, μειώθηκε. Η γεωργία έχει πλέον, σε μεγάλο βαθμό, εξαφανιστεί ως ένα σημαντικό θέμα στην ημερήσια διάταξη της ΕΕ. Επιπλέον, ο προγραμματικός ορίζοντας στο πλαίσιο του πολυετούς δημοσιονομικού πλαισίου της ΕΕ υπονοεί ότι το ζήτημα του ποιος πληρώνει και για ποιους πρέπει να αντιμετωπίζεται μόνο μία φορά κάθε επτά χρόνια.

Ο σκοπός της οικονομικής ολοκλήρωσης είναι σε τελική ανάλυση για να ενισχύσει την αύξηση του ΑΕΠ και να βελτιώσει το βιοτικό επίπεδο. Κρίνοντας από αυτή την άποψη, η διεύρυνση λειτούργησε καλά. Οι χώρες σε μετάβαση αναπτύχθηκαν σημαντικά κατά την τελευταία δεκαετία.

Στα μέσα της δεκαετίας του 1990, το κατά κεφαλήν ΑΕΠ σε πολλές μεταβατικές χώρες ήταν περίπου μόνο το ένα τέταρτο με ένα τρίτο από αυτό της παλιάς Ευρώπης των 15 (με όρους ισότιμης αγοραστικής δύναμης). Μέρος της απόστασης είχε ήδη καλυφθεί από τα νέα κράτη-μέλη μετά την ένταξή τους στην ΕΕ, αλλά η διαδικασία της σύγκλισης συνεχίζεται, ακόμα και κατά τη διάρκεια της οικονομικής κρίσης.

Το εισόδημα των νέων κρατών-μελών έχει φτάσει περίπου τα δύο τρίτα του επιπέδου της Ευρώπης των 15. Επίσης, τα φτωχότερα νέα κράτη-μέλη κέρδισαν τα περισσότερα (σε αντίθεση με τα φτωχότερα κράτη-μέλη της Ευρώπης των 15, όπως η Πορτογαλία και η Ελλάδα, τα οποία βρίσκονται τώρα στα επίπεδα των εισοδημάτων της δεκαετίας του 1990). Αυτή η σύγκλιση είναι ο λόγος για τον οποίο όσοι αναζητούν εργασία και προέρχονται από τα κράτη της ανατολικής Ευρώπης δεν κατακλύζουν τις αγορές εργασίας των πλουσιότερων χωρών της Ευρώπης των 15.

Το γεγονός ότι τα νέα κράτη-μέλη ήταν αρχικά τόσο πολύ φτωχότερα και πηγή έντασης, κατέληξαν τελικά να είναι μια πηγή οικονομικού οφέλους και για τις δύο πλευρές

Το γεγονός ότι τα νέα κράτη-μέλη ήταν αρχικά τόσο πολύ φτωχότερα και πηγή έντασης, κατέληξαν τελικά να είναι μια πηγή οικονομικού οφέλους και για τις δύο πλευρές, καθώς εταιρείες από τους 15 (κυρίως γερμανικές) μπορούσαν να αναθέσουν έργα υψηλής εργατικής ανάγκης. Κέρδισαν στο επίπεδο του παγκόσμιου ανταγωνισμού, ενώ, την ίδια στιγμή, τα νέα κράτη-μέλη κέρδισαν τις πολυπόθητες άμεσες επενδύσεις, θέσεις εργασίας και την μεταφορά γνώσης. Από καθαρά οικονομική άποψη η διεύρυνση ήταν μια σαφώς αμοιβαία επωφελής εξέλιξη.

Φυσικά, άλλες πτυχές της διεύρυνσης δεν έχουν δουλέψει τόσο καλά. Ενα μεγάλο μέρος της οικονομικής βοήθειας που έχει εισρεύσει από τον προϋπολογισμό της ΕΕ προς τα νέα κράτη-μέλη έχει χρησιμοποιηθεί για έργα γοήτρου που πλούτισαν τις εγχώριες κατασκευαστικές εταιρείες. Και, παρόλο που αυτό το πρόβλημα δεν αφορά μόνο τα νέα κράτη μέλη - το ίδιο πράγμα συμβαίνει σε χώρες όπως η Ιταλία ή η Ελλάδα, με το αργό και αναποτελεσματικό διοικητικό σύστημα που έχουν και την εκτεταμένη διαφθορά – το πρόβλημα οξύνθηκε λόγω της διεύρυνσης. Πράγματι, πολλά από τα κράτη-μέλη της ανατολικής Ευρώπης εξακολουθούν να έχουν χαμηλότερης ποιότητας δημόσια διοίκηση από αυτήν που βρίσκουμε στον πυρήνα της Ευρωπαϊκής Ενωσης.

Επομένως, η διεύρυνση θα πρέπει να θεωρηθεί ως σχετική επιτυχία. Ενας από τους μεγαλύτερους φόβους, ότι, δηλαδή, τα θεσμικά όργανα της ΕΕ δεν θα μπορούσαν να αντέξουν την ταυτόχρονη απορρόφηση των δέκα νέων κρατών μελών δεν επιβεβαιώθηκε ποτέ. Τα δέκα νέα κράτη-μέλη έχουν ενταχθεί ομαλά στα θεσμικά όργανα της ΕΕ, όπου υπερασπίζονται τα εθνικά τους συμφέροντα με τον ίδιο τρόπο που κάνουν τα παλαιότερα μέλη. Οι δυσκολίες που έχει αντιμετωπίσει η ΕΕ τα τελευταία χρόνια μικρή σχέση έχουν με την αύξηση του αριθμού των κρατών-μελών τα οποία τώρα έχουν φτάσει τα 28.

Η σημαντικότερη συνέπεια της διεύρυνσης της ΕΕ προς τα ανατολικά αποδείχθηκε να είναι μία που λίγοι είχαν σκεφθεί τότε: έφερε την Ενωση πιο κοντά στη Ρωσία

Η σημαντικότερη συνέπεια της διεύρυνσης της ΕΕ προς τα ανατολικά αποδείχθηκε να είναι μία που λίγοι είχαν σκεφθεί τότε: έφερε την Ενωση πιο κοντά στη Ρωσία. Και για μια Ρωσία η οποία έχει γίνει αυταρχική και έχει δει με ποιο τρόπο η ΕΕ μπορεί να μεταμορφώσει χώρες που είναι σε μετάβαση σε ευημερούσες (παρότι ατελής) δημοκρατίες, η Ευρώπη είναι πολύ κοντά της για να νιώθει άνετα. Η προοπτική της σχετικής ευημερίας και της ελευθερίας αποδείχθηκε τόσο ελκυστική για τους πολίτες της Ουκρανίας που βοήθησε στην ανατροπή ενός προέδρου ο οποίος προτίμησε μια «Ευρασιατική Ενωση» υπό ρωσική ηγεμονία από μια συμφωνία σύνδεσης με την ΕΕ.

Δυστυχώς, μια σημαντική μειονότητα στην ανατολική Ουκρανία δεν συμμερίζεται αυτό τον «ευρωπαϊκό προσανατολισμό» και αισθάνεται να απειλείται από την πρόσφατη εξέλιξη των γεγονότων. Η Ρωσία υποστηρίζει αυτές τις τάσεις και έχει χρησιμοποιήσει στρατιωτικά και άλλα «σκληρά εργαλεία» για να ανατροφοδοτήσει εντάσεις, επειδή το καθεστώς της θα μπορούσε να απειληθεί από το ζωντανό παράδειγμα μιας «ευρωπαϊκής» Ουκρανίας, η οποία θα είναι δημοκρατική και ευημερούσα.

Ετσι, δέκα χρόνια μετά, η διεύρυνση παίρνει μια διαφορετική μορφή από ότι αναμενόταν. Οι εσωτερικές προκλήσεις έχουν αποδειχθεί διαχειρίσιμες, αλλά τώρα η ΕΕ πρέπει να αντιμετωπίσει μια εξωτερική πρόκληση για την οποία δεν είναι επαρκώς προετοιμασμένη. Δεν θα πρέπει να περιμένουμε μια δεκαετία για να μάθουμε εάν η ΕΕ μπορεί να βοηθήσει στη σταθεροποίηση της Ουκρανίας , ενώ αντιμετωπίζει μια Ρωσία της οποίας η ηγεσία αισθάνεται να απειλείται από τις θεμελιώδεις αξίες της δημοκρατίας και του κράτους δικαίου.

*Ο Ντάνιελ Γκρος είναι Διευθυντής του Κέντρου Ευρωπαϊκής Πολικής (CEPS) που εδρεύει στις Βρυξέλλες. Εχει δουλέψει για το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και υπηρέτησε ως οικονομικός σύμβουλος στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή και στο Ευρωκοινοβούλιο. Είναι ο αρχισυντάκτης του Economie Internationale και International Finance.

ΠΗΓΗ: Project Syndicate

 

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Ακολούθησε το theTOC.gr στο Facebook