"Εάν κοτζάμ Μαζωνάκης πήγε σαν το σκυλί στ’αμπέλι, σκέψου κάποιον δίχως τη δική του κοινωνική και οικονομική επιφάνεια στα χέρια τέτοιων σκιτζήδων! Θα τον έτρωγαν εν ψυχρώ και θα έβγαιναν τελείως λάδι…"
"Δίχως τη δική του οικονομική επιφάνεια; Χωρίς φράγκα; Δεν θα τον άφηναν καν να περάσει το κατώφλι τους. Θα σωζόταν ο άνθρωπος χάρη στις άδειες τσέπες του…"
"Καλά τα λες. Πρέπει να τα’χεις για να σε τυλίξουν. Αλλιώς τι να σε κάνουν;"
"Κι εκείνοι όμως οι πλούσιοι… Τι ματαιόδοξοι! Πόσο αχόρταγοι! Στην πιο αθώα περίπτωση, το ρίχνουν από τα σαράντα τους στα μπότοξ…"
"Ποια σαράντα; Από τα είκοσι λέγε καλύτερα! Ξέρω εγώ κοριτσάκια σαν τα κρύα τα νερά, που βαράνε ενέσεις στα μούτρα τους - "προσέχουμε” δήθεν "για να έχουμε”!"
"Και γέρους που αγοράζουν φρέσκο αίμα, μπας και ξαναγεννήθουν! Βρυκόλακες σωστοί! Τι τα θες; Έτσι είναι ο καπιταλισμός…"
"Καλά να πάθουν – Θεέ μου συγχώρα με! Το παίζουν άριστοι και πέφτουν στη φάκα του καθενός αλμπάνη. Τζάμπα τα πτυχία τους! Έτσι συμβαίνει όμως άμα αποκόβεσαι από την αληθινή ζωή. Ενώ εμείς. που είμαστε της πιάτσας, δεν κινδυνεύουμε!"
Τέτοιες κουβέντες ακούω τις τελευταίες μέρες. Τέτοια διαβάζω, ακόμα και από γραφίδες που περνιούνται για εμβριθείς και για αριστερές. "…Είναι ο φετιχισμός του κεφαλαίου στην πιο ακραία μορφή του – η εξουσία του πλούτου που θέλει να γίνει και εξουσία επί της ζωής…"
Ενώ οι φτωχοί, κύριε προοδευτικέ διανοούμενε, αποδέχονται φιλοσοφημένα τη σωματική φθορά τους; Γερνάνε πρόθυμα; Καμαρώνουν για τις ρυτίδες τους, οι οποίες φανερώνουν τίμια εργασία; Προσδίδει η φτώχεια ωριμότητα και συναίσθηση των ορίων σου;
Λυπάμαι μα ούτε ο πιο υποκριτής υπερασπιστής της κοινωνικής ανισότητας δεν θα άρθρωνε κάτι τέτοιο. Λάθος – τα ίδια περίπου λέει ο κοιλαράς παπάς στον γαϊδαράκο, στην "Μπαλάντα του κυρ Μέντιου", του Κώστα Βάρναλη. " "Αντραλίζομαι, πεινώ!”, "Σουτ, θα φας στον ουρανό!”"
Η αγωνία του γήρατος και του θανάτου, η απονενοημένη αντίσταση στον πανδαμάτορα χρόνο δεν έχει ταξικό πρόσημο. Οι πάντες, παντού, πάντα ονειρεύονταν την αιώνια ικμάδα. Το ανθρώπινο πεπρωμένο; οι νόμοι του σύμπαντος; τους έπαιρναν το όνειρο μες απ’τα χέρια. Εξευτελίζοντας τους κι από πάνω. Σαν τον ωραίο Τιθωνό που ζάρωσε, σαφράκιασε έχοντας κερδίσει την αθανασία μα όχι τη νεότητα, ώσπου οι θεοί του Ολύμπου τον σπλαχνίστηκαν και τον έκαναν τζιτζίκι. Ή σαν τον Φάουστ.
Στους κομπογιαννίτες εξάλλου δεν καταφεύγουν αποκλειστικά νάρκισσοι. Αλλά και βαρύτατα ασθενούντες, που η έγκυρη ιατρική δεν τους αφήνει ούτε παραθυράκι ελπίδας. Θα βάζατε για τον εαυτό σας στοίχημα πως εάν βρισκόσασταν στο αμην κι αντίο, αν υποφέρατε από αβάσταχτους πόνους, θα διατηρούσατε ακέραιο τον ορθολογισμό σας; Θα αντιστεκόσασταν σθεναρά στο δηλητήριο του μπλε σκορπιού ή στη φραπελιά; Εγώ όχι.
Όπως και να’χει, πάντοτε θα βρίσκονται άνθρωποι αφελείς, αδύναμοι, απελπισμένοι, πρόβατα επί σφαγήν… Όποιος, σηκώνοντας το φρύδι ή τους ώμους, λέει "ας πρόσεχαν" και εννοεί "καλά να πάθουν" διαπράττει ύβρη. Δεν είναι έτσι κι αλλιώς προσωπικό τους αποκλειστικά μέλημα. Η πολιτεία οφείλει να τους προστατεύει κι από την ευήθειά ή από τον πανικό τους.
Χτυπάω το κουδούνι ενός ιατρείου, που πλάι στην πόρτα του υπάρχει η πινακίδα "νόμιμο". Είμαι αρμόδιος να ελέγξω προσωπικά την επιστημοσύνη, τη σοβαρότητα του θεράποντος, στον οποίον θα εμπιστευτώ την υγεία μου; Όχι! Ο ιατρικός σύλλογος, κατά ανάθεσιν της πολιτείας, το έχει πράξει -υποτίθεται- πριν από μένα.
Μπαίνω σε έναν συρμό, Αθήνα-Θεσσαλονίκη. Καλόπιστα το θεωρώ δεδομένο ότι θα φτάσω σώος στον προορισμό μου. Όπως κι όταν παραθερίζω στο Μάτι πως δεν θα γίνω παρανάλωμα της φωτιάς επειδή (είχε ακουστεί αυτό από τους απολογητές της τότε κυβέρνησης), επειδή η δόμηση ήταν άναρχη. Ας την ήλεγχε εγκαίρως η πολεδομία κι ας γκρέμιζε τα αυθαίρετα.
Το ελάχιστο που απαιτούν οι κάτοικοι μιας οποιασδήποτε συντεταγμένης χώρας είναι το κράτος να προστατεύει τις ζωές τους. Εάν εναπόκειτο στον καθένα, στα πλαίσια δήθεν της "ατομικής του ευθύνης", να προσέχει μην ανά πάσα ώρα πνιγεί ή καεί ή μην κομματιαστεί σε φρικτό δυστύχημα, ας καταργούσαμε και τα φανάρια της κυκλοφορίας. Συμβαίνει πράγματι σε πόλεις του λεγόμενου τρίτου κόσμου.
Η ανθρωποθάλασσα που διαδήλωσε στο Σύνταγμα για τους νεκρούς των Τεμπών, οι άλλοι τόσοι που αγανάκτησαν με το τραγικό τέλος του Γιώργου Μαζωνάκη, φέρνοντας τον εαυτό τους στη θέση του, το ίδιο λένε στην ουσία: Ότι οι κυβερνήσεις μεν αλλάζουν, το κράτος δε αφήνει παγίως τον λαό στην τύχη του. Και ο κάθε αξιωματούχος ελπίζει να μην λάχει η στραβή στη δική του βάρδια.
Η ασφάλεια είναι το μείζον. Και το ελάχιστο συνάμα. Όταν αποτυγχάνεις να την παρέχεις, μην απορείς αν ο κόσμος θα σε μουτζώσει. Αν στραφεί στα άκρα, σε απατεώνες και σε αρνητές της δημοκρατίας. Εσύ, πολιτική ηγεσία όλων των χρωμάτων και των αποχρώσεων, θα έχεις σκάψει τον λάκκο σου.
Πηγή: capital