X

Τσίπρας 3.0, η Gen Z και η Πολιτική Οικονομία της Λήθης

Δεν επιστρέφουν οι χαρισματικοί πολιτικοί, αλλά οι συνθήκες που τους δημιούργησαν.

Ο Παρθενώνας στο βάθος δεν ήταν τυχαίος. Ούτε οι νέοι στο ακροατήριο. Ούτε η προσπάθεια να παρουσιαστεί ένας Τσίπρας περισσότερο του 2035 παρά του δημοψηφίσματος του 2015. Το εγχείρημα του Τσίπρα 3.0 αποτελεί ίσως το πιο φιλόδοξο πολιτικό rebranding της μεταμνημονιακής περιόδου, προϊόν μιας πολυετούς και εμφανώς καλά οργανωμένης προσπάθειας πολιτικής επανατοποθέτησης. Το πραγματικό ερώτημα, όμως, δεν είναι εάν το rebranding λειτουργεί, αλλά γιατί βρίσκει ακροατήριο.

Έντεκα σχεδόν χρόνια μετά το δημοψήφισμα του 2015, η Ελλάδα παρουσιάζει ένα αξιοσημείωτο παράδοξο. Έχει ανακτήσει επενδυτική βαθμίδα, μειώνει σταθερά το δημόσιο χρέος και τα μη εξυπηρετούμενα δάνειά της και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή την αφαίρεσε από τη λίστα των κρατών-μελών με μακροοικονομικές ανισορροπίες. Και όμως, το 63,4% των πολιτών δηλώνει δυσαρεστημένο από την προσωπική οικονομική του κατάσταση, το 80,4% θεωρεί την Ελλάδα "άδικη χώρα" και το 84% πιστεύει ότι οι αδικίες είναι μεγαλύτερες από ό,τι στην υπόλοιπη Ευρώπη. Το στεγαστικό αναδεικνύεται σε κορυφαία πηγή δυσαρέσκειας, ιδιαίτερα για τη Gen Z. Η Ελλάδα κέρδισε την εμπιστοσύνη των αγορών· όχι ακόμη των νέων.

"Έγραψα τις δικές μου Πανελλήνιες", είπε πρόσφατα ένας μαθητής ΕΠΑΛ. Η φράση συμπυκνώνει την ψυχολογία της Gen Z. Τα πραγματικά θέματα δεν είναι τα θέματα των Πανελληνίων, αλλά η στέγη, η αξιοκρατία και το αν το μέλλον βρίσκεται στην Ελλάδα ή στο εξωτερικό. Μέσα σε αυτό το κενό δεν επιστρέφει απλώς ο Τσίπρας. Επιστρέφει η ζήτηση για όσα το πολιτικό σύστημα εξακολουθεί να αδυνατεί να λύσει. Το πραγματικό πολιτικό κεφάλαιο του Τσίπρα δεν είναι η μνήμη του 2015. Είναι η δυσαρέσκεια του 2026.

Η Ελλάδα καταγράφει το υψηλότερο στεγαστικό βάρος στην ΕΕ, καθώς περισσότεροι από ένας στους τρεις ενοικιαστές δαπανούν πάνω από το 40% του διαθέσιμου εισοδήματός τους για στέγαση — το υψηλότερο ποσοστό στην Ευρώπη. Δεν είναι τυχαίο ότι οι νέοι εγκαταλείπουν το πατρικό τους σπίτι περίπου τέσσερα χρόνια αργότερα από τον μέσο Ευρωπαίο (30,9 έτη στην Ελλάδα έναντι 26,3 στην ΕΕ). Η καθυστέρηση αυτή είναι οικονομικό σύμπτωμα.

Για τη Gen Z, το πρόβλημα είναι η καθυστερημένη ενηλικίωση. Οι νέοι δεν μιλούν για επενδυτικές βαθμίδες και πρωτογενή πλεονάσματα, αλλά για ενοίκια, μισθούς και προοπτικές. Όπως υποστηρίζω στο βιβλίο Παθογένειες Χωρίς Θεραπεία: Από το Κραχ του 1929 έως το Τρίτο Μνημόνιο, η άνοδος του ΣΥΡΙΖΑ το 2015 και η πιθανή πολιτική ανάκαμψη του κ. Τσίπρα το 2026 δεν αποτελούν ανωμαλίες του συστήματος, αλλά προβλέψιμα προϊόντα των ίδιων παθογενειών που το αναπαράγουν.

Στο Θησείο, η Ακρόπολη στο βάθος, το Bella Ciao στα ηχεία και η ιδρυτική διακήρυξη στη σκηνή παρέπεμπαν αυτόχρονα στον Τσίπρα του δημοψηφίσματος του 2015 και στον Ανδρέα του 1974. Όμως το πιο αποκαλυπτικό στοιχείο του Τσίπρα 3.0 είναι η μάχη για τη μνήμη του 2015. Από τη μία βρίσκεται η "Ιθάκη"· από την άλλη, το "Στο Χιλιοστό".

Η επανερμηνεία είναι θεμιτή. Η αποσιώπηση όχι. Οι κλειστές τράπεζες, τα capital controls, το κόστος της διαπραγμάτευσης του 2015, το φάντασμα του Grexit και η "κωλοτούμπα" εμφανίζονται ελάχιστα. Η αυτοκριτική είναι σχεδόν ανύπαρκτη. Στη νέα αφήγηση ο πρωταγωνιστής είναι παρών. Οι συνέπειες απούσες. Στις δημοκρατίες, όμως, η πολιτική ευθύνη δεν είναι επιλεκτική.

Η τραγωδία των Τεμπών, οι υποκλοπές, οι υποθέσεις που διερευνά η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα τον ΟΠΕΚΕΠΕ, υπενθυμίζουν ότι η Ελλάδα εξακολουθεί να αντιμετωπίζει ένα διαχρονικό πρόβλημα θεσμικής εμπιστοσύνης.

Ο Brecht έγραφε: "Αλίμονο στις χώρες που έχουν ανάγκη από ήρωες". Ακόμη πιο αλίμονο, όμως, στη χώρα που αναζητά διαρκώς επαναλαμβανόμενα μοτίβα ηρώων – ακόμα και τους ίδιους – επειδή οι θεσμοί της απέτυχαν να μετατρέψουν την εμπειρία σε μνήμη και τη μνήμη σε μάθημα. Η μεγαλύτερη ελληνική παθογένεια δεν είναι ο λαϊκισμός ούτε το πελατειακό κράτος. Είναι η αδυναμία μετατροπής της εμπειρίας σε θεσμική μνήμη.

Η Ελλάδα θυμάται τις κρίσεις ως τραύματα, αλλά σπανίως τις μετατρέπει σε διδάγματα. Γι’ αυτό και η συζήτηση γύρω από τον Τσίπρα 3.0 δεν αφορά τελικά μόνο τον ίδιο. Αφορά πρωτίστως τις βαθύτερες θεσμικές παθογένειες που επέζησαν της κρίσης.

Οι αφηγήσεις ανανεώνονται· οι πρωταγωνιστές αλλάζουν (ίσως)· οι κρίσεις ξεθωριάζουν· οι παθογένειες επιμένουν.

Και όσο η Ελλάδα θεραπεύει τα δημοσιονομικά της ελλείμματα ταχύτερα από τα θεσμικά της, θα συνεχίσει να αναζητά σωτήρες εκεί όπου χρειάζεται θεσμούς.

Διότι οι χαρισματικοί ηγέτες δεν επιστρέφουν όταν τους θυμάται η κοινωνία. Επιστρέφουν όταν οι θεσμοί αποτυγχάνουν να τους καταστήσουν περιττούς.