Ανεπαρκή και χωρίς ουσιαστικό αποτέλεσμα χαρακτηρίζουν τα κόμματα της αντιπολίτευσης την αύξηση του κατώτατου μισθού στα 920 ευρώ μεικτά, που ανακοίνωσε το πρωί της Πέμπτης ο Κυριάκος Μητστοάκης κατά την εισήγησή του στο Υπουργικό Συμβούλιο.
Όσον αφορά στους φορείς της αγοράς υποδέχονται καλοδεχούμενα την αύξηση επισημαίνοντας ωστόσο την ανάγκη πολιτικών για τόνωση της επιχειρηματικότητας.
Π. Χρηστίδης: Ανεπαρκής και κατώτερη των περιστάσεων η αύξηση
"Η σημερινή ανακοίνωση του πρωθυπουργού για την αύξηση του κατώτατου μισθού κατά 40 ευρώ μικτά (28 - 35 ευρώ καθαρά) επιβεβαιώνει, για ακόμη μία φορά, την αποτυχία της πολιτικής της κυβέρνησης της ΝΔ", υποστηρίζει σε δήλωσή του ο υπεύθυνος ΚΤΕ Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων του ΠΑΣΟΚ - Κινήματος Αλλαγής για τον κατώτατο μισθό, Παύλος Χρηστίδης.

Ο κ. Χρηστίδης αναφέρει ότι πρόκειται για την κυβέρνηση "που ‘κατόρθωσε' να φέρει τη χώρα μας στην τελευταία θέση στην ΕΕ, ως προς την αγοραστική δύναμη, μαζί με τη Βουλγαρία", που "έχει ‘κατορθώσει' να φέρει την Ελλάδα στη δεύτερη χειρότερη θέση στην ΕΕ ως προς το μέσο μισθό, με ετήσιες αποδοχές κάτω από 18.000 ευρώ", την κυβέρνηση -συνεχίζει- "του 13ωρου ακόμη και σε βαριές και ανθυγιεινές συνθήκες εργασίας". Προσθέτει ότι "την ίδια ώρα, οι υποαμειβόμενοι εργαζόμενοι της χώρας μας είναι πρωταθλητές σε ώρες απασχόλησης και η καθημερινότητα της ελληνικής κοινωνίας επιδεινώνεται συνεχώς". Σημειώνει ότι "το κόστος στέγασης αυξήθηκε κατά 28% την τελευταία πενταετία, ένας στους τέσσερις Έλληνες κινδυνεύει από φτώχεια ή κοινωνικό αποκλεισμό, ένας στους πέντε δεν μπορεί να κρατήσει επαρκώς ζεστό το σπίτι του τον χειμώνα, ενώ το 11,3% στερείται ένα κανονικό γεύμα με κρέας ή ισοδύναμη θρεπτική επιλογή".
Ο αρμόδιος τομεάρχης του ΠΑΣΟΚ υπογραμμίζει ότι "σε αυτό το περιβάλλον, η αύξηση του κατώτατου μισθού είναι ανεπαρκής και κατώτερη των περιστάσεων".
Αναφέρει ότι "πολιτική αλλαγή σημαίνει ελεύθερες διαπραγματεύσεις με τους κοινωνικούς εταίρους και προσδιορισμός του κατώτατου μισθού μέσα από την Εθνική Γενική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας" και επίσης σημαίνει "δίκαιη ανάπτυξη που οδηγεί σε μείωση των κοινωνικών ανισοτήτων και ευκαιρίες για όλους".
Γ. Γαβρήλος: Χωρίς ουσιαστικό αποτέλεσμα η αναιμική αύξηση του κατώτατου μισθού
Για "αναιμική αύξηση" του κατώτατου μισθού έκανε λόγο ο τομεάρχης Εργασίας του ΣΥΡΙΖΑ ΠΣ, Γιώργος Γαβρήλος σε δήλωσή του από το περιστύλιο της Βουλής.
Ο ίδιος έκανε λόγο για "δήθεν τόνωση του διαθέσιμου εισοδήματος" τόνισε ότι η αύξηση του κατώτατου μισθού είναι "χωρίς ουσιαστικό αποτέλεσμα" λόγω της ακρίβειας "που βιώνουν οι εργαζόμενοι. Ανάγκη για μείωση των φόρων τώρα, έλεγχο της αγοράς και επαναφορά της Εθνικής Γενικής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας".

"Αναρωτιόμαστε πώς άραγε σκοπεύουν ο κ. Μητσοτάκης και η κα. Κεραμέως να πείσουν τους Έλληνες και τις Ελληνίδες πως τα 40 ευρώ μεικτά τον μήνα ή τα 1,3 ευρώ, μεικτά και πάλι, την ημέρα πρόκειται να βελτιώσουν τις σημερινές ασφυκτικές συνθήκες που τα νοικοκυριά αντιμετωπίζουν με την ακρίβεια να καλπάζει και τις τιμές της ενέργειας και των καυσίμων να έχουν φτάσει σε ανησυχητικά πια επίπεδα" τόνισε ο κ. γαβρήλος και πρόσθεσε:
"Η κυβέρνηση αντί να επιστρέψει τον καθορισμό του επιπέδου του μισθού στους κοινωνικούς θεσμικούς εταίρους, όπως προβλέπεται και όπως ίσχυε προ Μνημονίων, την κράτησε για τον εαυτό της, ψάχνοντας ακόμη ένα πεδίο για να κάνει επικοινωνιακή πολιτική. Αποτέλεσμα; Οι όποιες αυξήσεις ανακοινώνονται, κατατρώγονται κυριολεκτικά από την διευρυμένη αισχροκέρδεια στα τρόφιμα και στα καύσιμα, τις υψηλές τιμές στο ράφι και στην αντλία και από τους αυξημένους άμεσους και έμμεσους φόρους που έχουν φορτωθεί οι οικογένειες σήμερα. Η ονομαστική αύξηση του κατώτατου μισθού δεν σημαίνει και καλύτερο επίπεδο ζωής, βασικό ζητούμενο στην νέα εποχή φτωχοποίησης που ζουν πια οι εργαζόμενοι, εξαιτίας των πολιτικών της ΝΔ.
"Η απάντηση για την βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης των Ελλήνων μπορεί να δώσει μόνο μια άλλη Κυβέρνηση, με προοδευτικό πρόσημο, που θα στοχεύει σε μια δίκαιη οικονομική και μισθολογική πολιτική. Που θα επανέφερε την Γενική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας και θα ενισχύει τις Συλλογικές Διαπραγματεύσεις και τις Συλλογικές Συμβάσεις, οι οποίες είναι οι μόνες που μπορούν να εγγυηθούν πραγματικές αυξήσεις στον κατώτατο και στον μέσο μισθό. Που θα δώσει όλες τις δυνάμεις της για να σταματήσει το καθοδικό σπιράλ στο οποίο βρίσκονται τα τελευταία 7 χρόνια οι μισθοί και θα βάλει ένας τέλος στην βίαιη ανακατανομή πλούτου που βιώνει από το 2019 και μετά η ελληνική κοινωνία, εις βάρος των εργαζομένων, των συνταξιούχων και των νέων".
ΚΚΕ: "Αύξηση κοροϊδία"
"Όπως ήταν αναμενόμενο, η κυβέρνηση της ΝΔ ανακοίνωσε για άλλη μια χρονιά μια αύξηση κοροϊδία στον κατώτατο μισθό, που καταδικάζει εκατοντάδες χιλιάδες εργαζόμενους να τα βγάζουν πέρα με 771,67€ καθαρό μισθό το μήνα και μάλιστα σε συνθήκες που η ακρίβεια καλπάζει, εξαιτίας και των επιπτώσεων του ιμπεριαλιστικού πολέμου, και έχει εξανεμίσει κι αυτή τη μικρή αύξηση πριν ακόμα ανακοινωθεί" τονίζει ο ΚΚΕ και προσθέτει:
"Δεν περίμενε κανείς τίποτα διαφορετικό από μια κυβέρνηση που πριν λίγες ημέρες, αντί να ανακοινώσει μέτρα ανακούφισης του λαού από την ακρίβεια και τη φοροληστεία, ανακοίνωσε μέτρα στήριξης και διεύρυνσης της κερδοφορίας των επιχειρηματικών ομίλων. Τα επιχειρήματα της κυβέρνησης, ότι αυτή η αύξηση θα συμπαρασύρει και διάφορα επιδόματα, είναι τουλάχιστον προκλητικά, αφού κανείς δεν μπορεί να ξεχάσει ότι το επίδομα ανεργίας μετά βίας το παίρνουν μόλις το 13% των ανέργων, ενώ η κυβέρνηση με νόμο έχει "κλέψει” τις τριετίες από το 2012 έως το 2023. Έτσι ένας εργαζόμενος, με 14 χρόνια προϋπηρεσία, δεν παίρνει καμία αύξηση πλην αυτής που ανακοινώθηκε".

"Μόνο η ενίσχυση της δράσης του εργατικού κινήματος, ο οργανωμένος λαός, μπορούν να ανατρέψουν την πολιτική του πολέμου και της φτώχειας. Να απορρίψουν τα καλέσματα υποταγής και συμβιβασμού με τις θυσίες που απαιτεί το κεφάλαιο για να προχωρήσουν οι στόχοι της πολεμικής οικονομίας και η ενίσχυση των κερδών των επιχειρηματικών ομίλων. Να απαιτήσουν μεγάλες αυξήσεις στους μισθούς και στις συντάξεις, μείωση του σταθερού ημερήσιου εργάσιμου χρόνου σε 7ωρο - 5ήμερο - 35ωρο, άμεσα και ουσιαστικά μέτρα ενάντια στην ακρίβεια, ώστε να ανοίξει ο δρόμος της πραγματικής ευημερίας για τους εργαζόμενους".
ΓΣΕΕ: Περιορισμένη η αύξηση - Δεν αντισταθμίζει την υποχώρηση της πραγματικής αγοραστικής δύναμης
"Την ώρα που οι εργαζόμενοι συνεχίζουν να βρίσκονται αντιμέτωποι με την ακρίβεια και το αυξημένο κόστος διαβίωσης, η κυβέρνηση ανακοίνωσε αύξηση μόλις 40 ευρώ στον κατώτατο μισθό", αναφέρει η Γενική Συνομοσπονδία Εργατών Ελλάδας (ΓΣΕΕ) σε ανακοίνωσή της, επισημαίνοντας ότι μία τέτοια περιορισμένη αύξηση δεν μπορεί να αντισταθμίσει την υποχώρηση της πραγματικής αγοραστικής δύναμης, καθώς οι συνεχείς ανατιμήσεις σε βασικά αγαθά, ενέργεια και στέγαση, εξακολουθούν να πιέζουν σοβαρά τα εισοδήματα των εργαζομένων.
Σύμφωνα με σχετική ανακοίνωση, "τα στοιχεία των μελετών του Ινστιτούτου Εργασίας της ΓΣΕΕ καταγράφουν ότι μεγάλο ποσοστό εργαζομένων δυσκολεύεται να καλύψει τις βασικές ανάγκες του μήνα, ενώ η Ελλάδα παραμένει χαμηλά στην κατάταξη της αγοραστικής δύναμης στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Η εκτίμηση του ΙΝΕ/ΓΣΕΕ για το 2026 προσδιορίζει τον μηνιαίο ακαθάριστο κατώτατο μισθό αξιοπρεπούς διαβίωσης στα 1.052 ευρώ μεικτά.
Η Συνομοσπονδία τονίζει για ακόμη μία φορά ότι ο καθορισμός του κατώτατου μισθού μέσω μονομερών κυβερνητικών αποφάσεων, χωρίς ουσιαστική συμμετοχή των κοινωνικών εταίρων, δεν πρέπει να συνεχιστεί.
Η μόνη ουσιαστική θεσμική διαδικασία παραμένει η επαναφορά των ελεύθερων συλλογικών διαπραγματεύσεων και των Συλλογικών Συμβάσεων Εργασίας, καθώς η πρόσφατη Κοινωνική Συμφωνία απέδειξε ότι μπορεί να υπάρξει ουσιαστική συνεννόηση των κοινωνικών εταίρων.
Μόνο μέσα από αυτήν τη διαδικασία μπορεί ο καθορισμός του κατώτατου μισθού να γίνεται με τρόπο δίκαιο και βιώσιμο, εξασφαλίζοντας αξιοπρεπείς αποδοχές και όρους απασχόλησης για τους εργαζόμενους".
Βιοτεχνικό Επιμελητήριο Αθήνας: "Ναι" στην αύξηση εισοδήματος, αλλά χρειάζεται στήριξη στις ΜμΕ
"Το Βιοτεχνικό Επιμελητήριο Αθήνας, τάσσεται υπέρ της νέας αύξησης του κατώτατου μισθού στα 920 ευρώ από την 1η Απριλίου, καθώς ενισχύει το διαθέσιμο εισόδημα των εργαζομένων και στηρίζει την αγοραστική δύναμη, σε μια περίοδο έντονων πληθωριστικών πιέσεων.
Η ενίσχυση των κατώτερων αποδοχών, αποτελεί μια αναγκαία παρέμβαση για εκατοντάδες χιλιάδες εργαζόμενους, οι οποίοι εξακολουθούν να δοκιμάζονται από τη συνεχιζόμενη αύξηση του κόστους ζωής, την ενεργειακή επιβάρυνση και το νέο κύμα ανατιμήσεων, που προκαλεί η γεωπολιτική αστάθεια και ο πόλεμος που βρίσκεται σε εξέλιξη.
Ωστόσο, το Βιοτεχνικό Επιμελητήριο Αθήνας επισημαίνει ότι, για ακόμη μία φορά, η προσαρμογή αυτή στηρίζεται σχεδόν αποκλειστικά στις επιχειρήσεις, χωρίς να έχουν υλοποιηθεί στον ίδιο βαθμό τα αναγκαία μέτρα στήριξης που θα εξισορροπήσουν το αυξημένο μισθολογικό κόστος.
Οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις, καλούνται να απορροφήσουν μια νέα αύξηση δαπανών σε ένα περιβάλλον που χαρακτηρίζεται από διαρκή άνοδο του ενεργειακού κόστους, ακριβότερες πρώτες ύλες και περιορισμένη κατανάλωση. Η συσσώρευση αυτών των πιέσεων δημιουργεί ασφυκτικές συνθήκες για τη βιωσιμότητά τους, ιδίως για τις πολύ μικρές επιχειρήσεις που αποτελούν τη ραχοκοκαλιά της ελληνικής οικονομίας.
Παράλληλα, η υψηλή φορολογική επιβάρυνση και το αυξημένο μη μισθολογικό κόστος εξακολουθούν να λειτουργούν ως "τροχοπέδη" για την ανάπτυξη και τη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας. Σημαντικό ποσοστό επιχειρήσεων, εξακολουθεί να δυσκολεύεται να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις του, ενώ η νέα αύξηση του κατώτατου μισθού εντείνει περαιτέρω τις πιέσεις.
Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί το γεγονός ότι οι διεθνείς εξελίξεις ενισχύουν το κύμα ακρίβειας, περιορίζοντας το πραγματικό όφελος για τους εργαζόμενους και ταυτόχρονα διογκώνοντας το λειτουργικό κόστος των επιχειρήσεων.
Το Βιοτεχνικό Επιμελητήριο Αθήνας υπογραμμίζει, ότι η ενίσχυση των εισοδημάτων θα πρέπει να συνοδεύεται από ουσιαστικά και άμεσα μέτρα στήριξης της επιχειρηματικότητας, ώστε να διασφαλιστεί η ισορροπία μεταξύ κοινωνικής πολιτικής και οικονομικής βιωσιμότητας. Σε αυτό το πλαίσιο, ζητά την επίσπευση της μείωσης των ασφαλιστικών εισφορών, η οποία δεν μπορεί να μετατίθεται για το 2027, αλλά πρέπει να εφαρμοστεί άμεσα, προκειμένου να αντισταθμιστεί το αυξημένο μισθολογικό κόστος και να ενισχυθεί η απασχόληση.
Ταυτόχρονα, επαναφέρει την ανάγκη για στοχευμένες παρεμβάσεις, όπως η μείωση της φορολογικής επιβάρυνσης, η επανεξέταση του τεκμαρτού εισοδήματος, η μείωση του ενεργειακού κόστους και η ενεργοποίηση νέας ρύθμισης οφειλών σε έως 120 δόσεις, ώστε να δοθεί πραγματική "ανάσα" στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις.
Όπως επισημαίνει ο Πρόεδρος του Βιοτεχνικού Επιμελητηρίου Αθήνας, Κωνσταντίνος Δαμίγος, "Η αύξηση του κατώτατου μισθού, κινείται στη σωστή κατεύθυνση για την ενίσχυση της κοινωνικής συνοχής, όμως δεν μπορεί να είναι μονομερής. Χωρίς άμεση μείωση του μη μισθολογικού κόστους και ουσιαστική στήριξη των επιχειρήσεων, ο κίνδυνος να περιοριστεί η απασχόληση και να ενταθούν οι πιέσεις στην αγορά, είναι υπαρκτός".
Το ΒΕΑ τονίζει ότι η τρέχουσα συγκυρία, με τη διεθνή αβεβαιότητα να εντείνεται και την ακρίβεια να παραμένει, επιβάλλει άμεσες και συντονισμένες παρεμβάσεις, ώστε η αύξηση των μισθών να μεταφραστεί σε πραγματική ενίσχυση της οικονομίας και όχι σε περαιτέρω επιβάρυνση της παραγωγικής βάσης της χώρας".
Β. Κορκίδης: Η αύξηση του κατώτατου μισθού σημαίνει "αυτοχρηματοδότηση" της αγοράς
"Η αύξηση του κατώτατου μισθού στην Ελλάδα δεν είναι απλώς "λίγα ευρώ παραπάνω". Έχει πολλαπλές θετικές οικονομικές και κοινωνικές επιπτώσεις που επηρεάζουν εργαζόμενους, επιχειρήσεις και, συνολικά,την οικονομία", δήλωσε ο πρόεδρος του Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου Πειραιώς (ΕΒΕΠ), Βασίλης Κορκίδης και πρόσθεσε:
"Στην πράξη σημαίνει άμεση αύξηση του καθαρού εισοδήματος για πάνω από 575.000 εργαζόμενους ή το 23% των απασχολούμενων στον ιδιωτικό τομέα που αμείβονται με κατώτατο μισθό. Σημαίνει περισσότερα "χρήματα στην τσέπη" και ενίσχυση των όρων της αγοραστικής δύναμης PPS, ιδίως στα χαμηλά εισοδήματα, σε συνδυασμό και με τη μειωμένη φορολογία. Ο κατώτατος μισθός λειτουργεί σαν βάση για όλο το μισθολογικό σύστημα και συμπαρασύρει όλη την αγορά μισθών, αφού η αύξηση δεν μένει μόνο στον κατώτατο, αλλά ανεβάζει όλους τους μισθούς που επηρεάζονται από τριετίες, επιδόματα και υπερωρίες. Η αύξηση των 22 επιδομάτων και, κυρίως, των βασικών, που αφορούν στους περισσότερους εργαζόμενους, όπως άδειας, γάμου, μητρότητας, κοινωνικών παροχών, καθώς ανεργίας και προγραμμάτων της ΔΥΠΑ, υπολογίζονται με βάση τον κατώτατο μισθό. Παράλληλα, έχει έμμεσο αντίκτυπο και στο Δημόσιο, όπου ο κατώτατος λειτουργεί ως βάση για τον εισαγωγικό μισθό. Εκτιμάται ότι περίπου 600.000 δημόσιοι υπάλληλοι θα δουν μηνιαία αύξηση, με διαφοροποιήσεις ανάλογα με τα μισθολογικά κλιμάκια.
Ωστόσο, χρειάζεται ισορροπία για να μη χαθεί η ανταγωνιστικότητα, για αυτό και οι προτάσεις των κοινωνικών εταίρων πρέπει να κινούνται με γνώμονα το κόστος εργασίας για τις επιχειρήσεις και, ιδιαίτερα, τις μικρές, καθώς και τους κλάδους χαμηλής παραγωγικότητας προς αποφυγή των αρνητικών επιπτώσεων από την αύξηση του "μοναδιαίου κόστους εργασίας" και των πληθωριστικών πιέσεων. Ο στρατηγικός στόχος της διετίας 2026-2027, παρά τις αντίξοες συνθήκες που αντιμετωπίζει σήμερα η ελληνική επιχειρηματικότητα, είναι η σταδιακή σύγκλιση με τα ευρωπαϊκά επίπεδα. Η αύξηση του κατώτατου μισθού προσθέτει ετησίως πάνω από μισό δισ. ευρώ στη μισθοδοσία του ιδιωτικού τομέα. Επισημαίνεται, μάλιστα, ότι από την 1η Απριλίου 2026, που θα τεθεί σε ισχύ ο νέος αυξημένος κατώτατος μισθός των 920 ευρώ, η αύξηση του 4,5% θα φανεί πρώτα στο Δώρο Πάσχα, το οποίο θα πρέπει να αναπροσαρμοσθεί και να καταβληθεί έως τη Μεγάλη Τετάρτη, 8 Απριλίου. Ουσιαστικά, παρά το μεγαλύτερο κόστος για τις επιχειρήσεις, η αύξηση του κατώτατου μισθού σημαίνει μεγαλύτερο διαθέσιμο εισόδημα για εργαζόμενους, μείωση των ανισοτήτων αμοιβών, τόνωση της κατανάλωσης, στήριξη της ανάπτυξης και συνολικά της οικονομίας. Τέλος, η αύξηση του κατώτατου μισθού σημαίνει άμεσα, περισσότερα χρήματα από τις επιχειρήσεις στους εργαζόμενους τους και έμμεσα, σημαίνει "αυτοχρηματοδότηση" της αγοράς".
Γ. Χατζηθεοδοσίου: Σωστή η αύξηση - Να δούμε πώς θα στηριχθεί η επιχειρηματικότητα
Ο πρόεδρος του Επαγγελματικού Επιμελητηρίου Αθήνας Γιάννης Χατζηθεοδοσίου δήλωσε για την αύξηση του κατώτατου μισθού τα εξής:
Κάθε ενίσχυση του εισοδήματος των πολιτών βρίσκει σύμφωνο το Επαγγελματικό Επιμελητήριο Αθηνών, οπότε τασσόμαστε υπέρ της νέας αύξησης του κατώτατου μισθού. Είναι μία σωστή κίνηση από την πλευρά της κυβέρνησης καθώς για να μπορέσουν οι πολίτες να ανταπεξέλθουν στις αυξημένες υποχρεώσεις τους αλλά και για να κινηθεί η αγορά, απαιτείται να έχουν διαθέσιμο εισόδημα. Στόχος πρέπει να είναι το εισόδημα των Ελλήνων εργαζομένων να προσεγγίζει αυτό των Ευρωπαίων. Οι εργαζόμενοι είναι και καταναλωτές, κάτι που δεν πρέπει να ξεχνάμε.
Δεν μπορούμε όμως να μένουμε μόνο στην αύξηση του κατώτατου μισθού. Γιατί πρόκειται για μία εξέλιξη που επιβαρύνει εκ νέου τις επιχειρήσεις. Οπότε στην εξίσωση πρέπει να προστεθούν μέτρα για την τόνωση της επιχειρηματικότητας -κυρίως της μεσαίας- έτσι ώστε να μπορέσουν να ανταποκριθούν και οι επιχειρήσεις στη νέα πραγματικότητα.
Όταν παραμένουν υποχρεώσεις όπως η προκαταβολή φόρου, το τέλος επιτηδεύματος, το υψηλό μη μισθολογικό κόστος, οι συνεχείς αυξήσεις στους λογαριασμούς ηλεκτρικού ρεύματος και φυσικού αερίου, τα ακριβά ενοίκια, χρειάζεται ένα αντιστάθμισμα για να συνεχίσουν απρόσκοπτα τη λειτουργία τους οι μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις της χώρας. Δεν είναι δυνατόν να υπάρχει συνεχής επιβάρυνση των μικρομεσαίων, ειδικά σε μία χρονική στιγμή που οι οικονομικές συνέπειες του πολέμου στη Μέση Ανατολή πλήττουν βάναυσα το εισόδημα των νοικοκυριών και μειώνουν την κατανάλωση.
Θέλω να πιστεύω ότι η κυβέρνηση έχει υπολογίσει αυτόν τον παράγοντα και αναμένω να ληφθούν στοχευμένα μέτρα για την ενίσχυση του επιχειρείν και τη διασφάλιση της βιωσιμότητας των μικρομεσαίων επιχειρήσεων.
Τέλος, οφείλω να σημειώσω ότι η όποια μεταβολή στον κατώτατο μισθό και γενικά στις αποδοχές των εργαζομένων θα πρέπει να είναι αποτέλεσμα του διαλόγου μεταξύ των εργοδοτικών οργανώσεων και των συνδικαλιστικών εκπροσώπων, χωρίς να εμπλέκεται η όποια κυβέρνηση. Έχουμε αποδείξει και στο παρελθόν ότι με καλή θέληση μπορεί να βρεθεί κοινός τόπος, χωρίς ενδιάμεσους.
Στ. Καφούνης: Στη σωστή κατεύθυνση η αύξηση
"Η κυβερνητική απόφαση για αύξηση του κατώτατου μισθού στα 920 ευρώ κινείται στη σωστή κατεύθυνση, καθώς καλύπτει πραγματικές ανάγκες των εργαζομένων και μέρος της αναμένεται να κατευθυνθεί στην εγχώρια κατανάλωση. Για την αντιστάθμιση όμως της νέας επιβάρυνσης σε μία δύσκολη όπως εξελίσσεται χρονιά, οι επιχειρήσεις αναμένουν ρυθμίσεις για περαιτέρω μείωση του μη μισθολογικού κόστους, ελαφρύνσεις φορολογικών και ασφαλιστικών βαρών αλλά και αποσύνδεση του εμπορίου, του πλέον διασυνδεδεμένου με τη φορολογική διοίκηση κλάδου, από τον τεκμαρτό τρόπο φορολόγησης" δήλωσε ο πρόεδρος της Ελληνικής Συνομοσπονδίας Εμπορίου και Επιχειρηματικότητας (ΕΣΕΕ) Σταύρος Καφούνης.
Στόχος της ΕΣΕΕ και σταθερή επιδίωξη του εμπορικού κόσμου είναι ένα πλαίσιο αναπτυξιακών κινήτρων για μια ισχυρή, παραγωγική οικονομία που θα μπορεί να αμείβει σωστά τους εργαζόμενους της και να δημιουργεί νέες ποιοτικές θέσεις εργασίας".
Οι πιο πρόσφατες Ειδήσεις
Διαβάστε πρώτοι τις Ειδήσεις για ό,τι συμβαίνει τώρα στην Ελλάδα και τον Κόσμο στο thetoc.gr
