Σε δριμεία κριτική στις εξαγγελίες του Αλέξη Τσίπρα και το οικονομικό πρόγραμμα της Ελληνικής Αριστερής Συμπαράταξης ΕΛ.ΑΣ., προχώρησε και ο Παύλος Πολάκης, με ανάρτησή του.
"Με Λιάκο, Χουλιαράκη και Κουτεντάκη της "Τραπεζικής Αριστεράς" τι πρόγραμμα να φτιάξεις;", αναφέρει χαρακτηριστικά ο Παύλος Πολάκης για όσα εξήγγειλε ο Αλεξης Τσίπρας από τη Θεσσαλονίκη.
Η πλήρης ανάρτηση:
"Συμφωνώ απόλυτα με την κριτική του Χριστόφορου Βερναρδάκη στο Οικονομικό πρόγραμμα της ΕΛΑΣ που παρουσίασε χθες ο Αλέξης Τσίπρας και συμπληρώνω:
1) Χωρίς επανάκτηση υπό δημόσιο έλεγχο και ιδιοκτησία στρατηγικών τομέων της οικονομίας (τράπεζα, ΔΕΗ, ΕΛΠΕ, αεροδρόμια, σιδηρόδρομο) δεν αλλάζει ο συσχετισμός δύναμης, δεν αναδιανέμεται πλούτος υπερ της εργασίας.
2) Ο "δημοσιονομικός χώρος" δεν είναι οι πλάκες του Μωυσή! Πρώτον με τα έσοδα από τις υπο δημόσιο έλεγχο επιχειρήσεις και από τη φορολόγηση υπερκερδών και μερισμάτων ο "χώρος" αυτός ΔΙΕΥΡΥΝΕΤΑΙ!!
Δεύτερον μαζί με άλλες χώρες του νότου της ΕΕ ΑΜΦΙΣΒΗΤΕΙΤΑΙ το πλαίσιο σε ορατό χρονικό ορίζοντα.
Αμφισβήτηση που θα υπάρξει έτσι κι αλλιώς λόγω γεωπολιτικών εξελίξεων.
Με γενικόλογες αερολογίες ηθικοπλαστικού χαρακτήρα περί ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ δεν αλλάζει κάτι. Θέλει τις βαθιές θεσμικές τομές και συγκρούσεις που έχω πει! Η παραγωγική ανασυγκρότηση περιγράφεται στα αιτήματα των φορέων και στα συμπεράσματα των Αναπτυξιακών Συνεδρίων της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ 2017-19, όχι στις ατυχείς εμπνεύσεις διάφορων στελεχών από πάνω.
Χριστόφορος Βερναδάκης για πρόγραμμα Τσίπρα: Δημοσιονομικοί περιορισμοί, "κράτος-manager" και μακρονισμός
Νωρίτερα, ο Χριστόφορος Βερναδάκης, με ανάρτησή του είχε ασκήσει βαθιά και συστηματική κριτική στο οικονομικό και παραγωγικό πρόγραμμα που παρουσίασε ο πρόεδρος του ΕΛ.ΑΣ. και πρώην πρωθυπουργός, Αλέξης Τσίπρας στη Θεσσαλονίκη.
Σύμφωνα με την ανάλυσή του, η πρόταση υποτάσσεται εξαρχής στη λογική των αυστηρών δημοσιονομικών ορίων, θέτοντας ως προτεραιότητα τη διατήρηση των υφιστάμενων ισορροπιών αντί της αποκατάστασης θεμελιωδών κοινωνικών δικαιωμάτων. Η προσέγγιση αυτή, όπως επισημαίνει, οδηγεί στη διατήρηση του νεοφιλελεύθερου πλαισίου διακυβέρνησης, καθιστώντας τις προτεινόμενες κοινωνικές παροχές στοχευμένες και περιορισμένες, αντί για οριζόντιες και καθολικές.
Παράλληλα, η κριτική επεκτείνεται στον θεσμικό και οργανωτικό χαρακτήρα του εγχειρήματος, αναδεικνύοντας τη μετατόπιση από ένα κράτος παραγωγό και εγγυητή των δημόσιων αγαθών σε έναν τεχνοκρατικό "manager" της οικονομίας της αγοράς.
Με έμφαση στα κενά που παρατηρούνται στα πεδία της Δικαιοσύνης, της αποκρατικοποίησης, της αναδιανομής του χρόνου εργασίας και των πολιτικών φροντίδας, επισημαίνεται ότι η άνωθεν παραγωγή πολιτικής από κλειστά επιτελεία συνιστά μια σαφή απομάκρυνση από τις συμμετοχικές διαδικασίες της βάσης. Αυτή η τεχνοκρατική σύλληψη της διακυβέρνησης συμπυκνώνει, κατά τον ίδιο, την ουσία ενός εγχώριου "μακρονισμού", ο οποίος επιζητεί τη διαχείριση και όχι τη ρήξη με τις κατεστημένες δομές.
Η πλήρης ανάρτηση:
"Επτά παρατηρήσεις σχετικά με το οικονομικό – παραγωγικό πρόγραμμα που παρουσίασε χθες βράδυ στην Θεσσαλονίκη ο Αλ. Τσίπρας.
Η ΕΛ.ΑΣ. θέτει ως κεντρική αρχή ότι καμία μόνιμη κοινωνική παροχή δεν μπορεί να θεσπιστεί χωρίς ήδη προσδιορισμένη μόνιμη πηγή χρηματοδότησης. Το πολιτικά κρίσιμο εδώ είναι ότι ο διαθέσιμος δημοσιονομικός χώρος μετατρέπεται σε προκαταρκτικό όριο της κοινωνικής πολιτικής. Είναι χαρακτηριστικό ότι για την τετραετία 2027–2030 οι καθαρές νέες δαπάνες υπολογίζονται σε 5,47 δισ. ευρώ έναντι ήδη εκτιμώμενου διαθέσιμου χώρου 5,60 δισ. ευρώ.
Το πρόγραμμα, επομένως, δεν ξεκινά πρωτίστως από τις ανάγκες των κοινωνικών δικαιωμάτων που πρέπει να αποκατασταθούν και από την αναζήτηση των αναγκαίων αναδιανεμητικών και ιδιοκτησιακών αλλαγών για τη χρηματοδότησή τους. Ξεκινά από το τι μπορεί να χρηματοδοτηθεί με ασφάλεια εντός ενός προκαθορισμένου δημοσιονομικού πλαισίου. Η "Πατριωτική Εισφορά” και το Ταμείο Σύγκλισης διευρύνουν λίγο αυτό το πλαίσιο, δεν ανατρέπουν όμως τη βασική του λογική.
Εξηγείται έτσι η απουσία της αποκατάστασης του 13ου–14ου μισθού, η μη αναδιανομή του χρόνου εργασίας, η απουσία πολιτικών για τη δημόσια φροντίδα και την αναπηρία και, τελικά, η απουσία πολιτικής ιδιοκτησιακών μεταβολών στις επιχειρήσεις που διαχειρίζονται δημόσια αγαθά.
Δεν είναι τέσσερις απλές παραλείψεις: μπορούν να διαβαστούν ως συνέπειες μιας πολιτικής που επιδιώκει μεν μια κοινωνική βελτίωση χωρίς όμως να διαρρήξει το δεδομένο δημοσιονομικό και θεσμικό περίγραμμα της σημερινής διακυβέρνησης.
Υπάρχουν στο πρόγραμμα αναδιανεμητικές προτάσεις, όπως η επιβάρυνση του μεγάλου πλούτου, η προοδευτικότερη φορολογία μερισμάτων, ο κατώτατος μισθός των 1.000 ευρώ, η ενίσχυση των συλλογικών συμβάσεων και η σύνδεση της δημόσιας χρηματοδότησης των επιχειρήσεων με σταθερές θέσεις εργασίας.
Αλλά δεν προκύπτει καμία πολιτική αναδιανομής του χρόνου εργασίας, δεν υπάρχει 35ωρο ή τετραήμερη εργασία ή, έστω, γενική μείωση του εργάσιμου χρόνου ή μετατροπή των τεχνολογικών κερδών παραγωγικότητας σε περισσότερο ελεύθερο χρόνο.
Το ίδιο όριο εμφανίζεται και στην αναδιανομή της πρόσβασης στους κοινωνικούς πόρους. Υπάρχουν ενδιαφέρουσες προτάσεις, όπως η κοινωνική κατοικία, η αξιοποίηση δημόσιας γης, η ενίσχυση δημόσιας υγείας και εκπαίδευσης, η ενεργειακή προστασία, οι υποτροφίες για φοιτητές περιφερειακών πανεπιστημίων. Όμως, η σχεδόν πλήρης απουσία μιας συνεκτικής πολιτικής για την αναπηρία είναι χαρακτηριστική. Πού βρίσκεται η καθολική προσβασιμότητα; Η αποϊδρυματοποίηση; Η ανεξάρτητη διαβίωση; Η ένταξη στην εργασία;
Ανάλογη είναι η απουσία μιας μεγάλης πολιτικής για τη φροντίδα. Η κοινωνικοποίηση της φροντίδας των παιδιών, των ηλικιωμένων, των ανθρώπων με αναπηρία δεν είναι μια "ειδική κοινωνική πολιτική". Είναι αναδιανομή χρόνου και εισοδήματος μέσα στην ίδια την κοινωνία, αφού σήμερα ένα τεράστιο μέρος αυτής της εργασίας μεταφέρεται επιβαρυντικά στις οικογένειες και κυρίως στις γυναίκες.
Αλλά και στον Δημόσιο Τομέα η αναδιανομή παραμένει επιλεκτική. Προτείνονται σημαντικές αυξήσεις για εκπαιδευτικούς και υγειονομικούς, δεν υπάρχει όμως επαναφορά του 13ου και 14ου μισθού. Επιλέγονται ειδικές αυξήσεις αντί της αποκατάστασης ενός οριζόντιου εργασιακού δικαιώματος που καταργήθηκε στα μνημόνια. Η διαφορά δεν είναι δημοσιονομική. Είναι πολιτική. Το καθολικό δικαίωμα αντικαθίσταται από τη στοχευμένη παροχή.
Μπορούμε να έχουμε Δημόσια αγαθά χωρίς επιστροφή στη δημόσια ιδιοκτησία;
Η ίδια αντίφαση εμφανίζεται ακόμη καθαρότερα στη σχέση κράτους και αγοράς. Ο Aλ. Τσίπρας μίλησε για ανάκτηση "δημόσιου στρατηγικού ρόλου” της ΔΕΗ, κοινωνική κατοικία σε δημόσια γη, δημόσιο χαρακτήρα του νερού και στρατηγικές υποδομές. Δεν μιλά όμως για ανάκτηση της δημόσιας ιδιοκτησίας της ΔΕΗ, για επαναφορά των ενεργειακών δικτύων υπό δημόσιο έλεγχο, για ένα νέο δημόσιο Σιδηρόδρομο, για συνολική ανατροπή ιδιωτικοποιήσεων και για πρόγραμμα επανακρατικοποιήσεων.
Είναι ό,τι ακριβώς βλέπουμε και στο ζήτημα των ιδιωτικών Πανεπιστημίων. Εξαγγέλλεται ενίσχυση του δημόσιου πανεπιστημίου, αλλά αποδοχή της ιδιωτικοποίησης των Πανεπιστημίων ως τετελεσμένου γεγονότος και νέο θεσμικό πλαίσιο για τα ΝΠΠΕ. Το ίδιο και στην Τοπική Αυτοδιοίκηση: περισσότεροι πόροι και αποκέντρωση, αλλά χωρίς επαναδημοτικοποίηση των υπηρεσιών που έχουν δοθεί σε εργολάβους.
Το πρότυπο πολιτικής συμπυκνώνεται στην κεντρική ιδέα "δεν ανατρέπουμε τη νεοφιλελεύθερη μεταρρύθμιση, επιχειρούμε να τη ρυθμίσουμε κοινωνικότερα”.
Και τι γίνεται με το ίδιο το Κράτος σήμερα; Εδώ ίσως βρίσκεται το μεγαλύτερο κενό του προγράμματος. Ο Αλ. Τσίπρας περιέγραψε σωστά την παθολογία του "Επιτελικού Κράτους”: υπερσυγκέντρωση εξουσίας στο Μαξίμου, ΕΥΠ, απευθείας αναθέσεις, κλειστοί διαγωνισμοί, αποδυνάμωση των ελέγχων και μεταχείριση των ανεξάρτητων αρχών ως εμποδίων. Η απάντηση που δίνεται "Διαφάνεια – Έλεγχος – Λογοδοσία” είναι απολύτως αναγκαία μεν, δεν είναι όμως μεταρρύθμιση της υλικής δομής του κράτους δε.
Τι θα γίνει με τη συμβουλοκρατία που έχει εγκατασταθεί μέσα στη δημόσια διοίκηση, δηλαδή με τις μεγάλες συμβουλευτικές εταιρείες που σχεδιάζουν δημόσιες πολιτικές, πληροφοριακά συστήματα, έργα και οργανωτικές μεταρρυθμίσεις; Με τις στρατιές εξωτερικών συμβούλων και αναδόχων που κατέχουν πλέον τεχνογνωσία την οποία το ίδιο το κράτος έχει απολέσει; Με τη μεταφορά κρατικών λειτουργιών σε ιδιωτικούς φορείς και αναπτυξιακούς οργανισμούς; Με τις απευθείας αναθέσεις ως μηχανισμό όχι απλώς διαφθοράς αλλά ιδιωτικοποίησης της ίδιας της διοικητικής ικανότητας του κράτους; Για τις δήθεν ανεξάρτητες διοικητικές αρχές για τις οποίες δεν απαντάται το ερώτημα ποιες αποτελούν προϊόν της νεοφιλελεύθερης "αποπολιτικοποίησης” της δημόσιας πολιτικής και ποιες κρατικές αρμοδιότητες πρέπει να επιστρέψουν σε δημοκρατικά ελεγχόμενη πολιτική εξουσία;
Εδώ βρίσκεται ίσως η ουσία αυτού που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε "βαθύ νεοφιλελεύθερο κράτος”: όχι μια συνωμοσιολογική έννοια ενός αόρατου μηχανισμού, αλλά το σύνολο των παγιωμένων θεσμικών και οικονομικών δικτύων που επιβιώνουν από κυβέρνηση σε κυβέρνηση (διοικητικές ελίτ, συμβουλευτικές εταιρείες, εργολάβοι, ρυθμιστικές αρχές, οικονομικά συμφέροντα, μηχανισμοί ασφάλειας, τμήματα της Δικαιοσύνης και κλειστά κυκλώματα παραγωγής δημόσιας πολιτικής).
Μια πολιτική για το κράτος θα όφειλε τουλάχιστον να ανοίξει αυτή τη συζήτηση.
Και η Δικαιοσύνη; Ακόμη πιο ηχηρή είναι η απουσία σοβαρής πολιτικής για τη Δικαιοσύνη. Η χθεσινή ομιλία μιλά πολύ για κράτος δικαίου και θεσμούς αλλά δεν παρουσίασε συγκεκριμένο σχέδιο θεσμικής μεταρρύθμισης της Δικαιοσύνης. Στην πλήρη δημοσιευμένη ομιλία δεν εντοπίζεται συγκεκριμένη δέσμη προτάσεων για το θέμα. Και όμως εδώ βρίσκονται θεμελιώδη ερωτήματα λειτουργίας του κράτους: Πώς επιλέγεται η ηγεσία των ανώτατων δικαστηρίων; Πώς εξασφαλίζεται η πραγματική ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης από την εκτελεστική εξουσία και το κεφάλαιο; Τι γίνεται με τις τεράστιες καθυστερήσεις στη διαχείριση αποφάσεων; Πώς οργανώνεται ο δικαστικός έλεγχος απέναντι στην κρατική αυθαιρεσία, αλλά και ο κοινωνικό έλεγχος απέναντι στη δικαστική αυθαιρεσία; Πώς εξασφαλίζεται ουσιαστική πρόσβαση στη Δικαιοσύνη για αυτούς που δεν έχουν οικονομικούς πόρους;
Κράτος παραγωγός ή κράτος manager; Είναι το δίλημμα που μας οδηγεί στη βασικότερη διαφορά με τη συζήτηση που γίνεται σήμερα στην ευρύτερη ευρωπαϊκή Αριστερά και ιδίως στην Γαλλία ενόψει και των επερχόμενων εκλογών.
Εκεί το ερώτημα τίθεται πολύ καθαρά: το κράτος πρέπει να επανακτήσει εξουσία πάνω στις επενδύσεις.
Στην ομιλία Τσίπρα, αντίθετα, το κράτος επενδύει, χρηματοδοτεί, επιλέγει προτεραιότητες, θέτει όρους και αξιολογεί. Το Εθνικό Ταμείο Σύγκλισης είναι χαρακτηριστικό. Ο ίδιος μιλά για "επαγγελματική διοίκηση”, "ανεξάρτητη αξιολόγηση”, "μετρήσιμο αποτέλεσμα” και μόχλευση ιδιωτικών κεφαλαίων.
Αλλά αυτό που περιγράφει είναι ένα ικανότερο κράτος-manager της οικονομίας της αγοράς, όχι ένα κράτος που αποσπά κοινωνικά αγαθά και κρίσιμες λειτουργίες από την αγορά, όπως είναι η σημερινή συζήτηση στην ευρωπαϊκή Αριστερά.
Από πού προέκυψε το ίδιο το πρόγραμμα;
Υπάρχει τέλος μια πολιτική και ποιοτική διαφορά που δεν πρέπει να υποτιμηθεί. Η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ είχε ανοίξει με τα Περιφερειακά Αναπτυξιακά Συνέδρια του 2017–2018 μια διαδικασία συγκρότησης παραγωγικού σχεδίου ανασύνταξης της χώρας από τα κάτω προς τα πάνω. Τοπικές κοινωνίες, Αυτοδιοίκηση, συνδικάτα, αγροτικοί σύλλογοι, τοπική δημόσια διοίκηση και μικρότεροι κοινωνικοί και παραγωγικοί φορείς συμμετείχαν στη διαμόρφωση των περιφερειακών σχεδίων.
Σήμερα η κατεύθυνση είναι εντελώς αντίστροφη. Το πρόγραμμα παράγεται από ένα πολιτικό και οικονομικό επιτελείο και παρουσιάζεται στην κοινωνία ως ολοκληρωμένο σχέδιο.
Δεν είναι απλώς διαφορετική οργανωτική μέθοδος. Είναι διαφορετική αντίληψη της πολιτικής. Στην πρώτη περίπτωση, η κοινωνία παράγει αιτήματα τα οποία η πολιτική διαμεσολαβεί και η "κυβέρνηση” εφαρμόζει. Στη δεύτερη, η πολιτική εξουσία και οι ειδικοί παράγουν λύσεις τις οποίες η κοινωνία καλείται να εγκρίνει.
Και αυτό είναι ίσως το βαθύτερο στοιχείο "μακρονισμού” της νέας ΕΛ.ΑΣ., πολύ περισσότερο από οποιοδήποτε μεμονωμένο οικονομικό μέτρο."