«Πυρά» Κοτζιά σε Νέα Δημοκρατία και ΣΥΡΙΖΑ για το Βουκουρέστι

«Η διαπραγμάτευση για τις Πρέσπες δεν έγινε σε εργαστήρι κενού αέρα, όπως θέλουν να υποστηρίξουν ορισμένοι» αναφέρει ο πρώην υπουργός Εξωτερικών.

pura-kotzia-se-nea-dimokratia-kai-suriza-gia-to-boukouresti
SHARE THIS
0
SHARES

«Η διαπραγμάτευση για τις Πρέσπες δεν έγινε σε εργαστήρι κενού αέρα, όπως θέλουν να υποστηρίξουν ορισμένοι. Αντίθετα, θεμελιακά ζητήματα είχαν αποκρυσταλλωθεί ή και συμφωνηθεί κατά το παρελθόν» αναφέρεται στο βιβλίο των Νίκου Κοτζιά και Σεραφείμ Κοτρώτσου «Μεγάλη διαπραγµάτευση – Πρέσπες».

Στην προδημοσίευση ενός αποσπάσματος που είδε το φως της δημοσιότητας ο πρώην υπουργός Εξωτερικών αναφέρεται στα δεδομένα που βρήκε μπροστά του αναφερόμενος -μεταξύ άλλων- στην Ενδιάμεση Συμφωνία του 1996 αλλά και στη Σύνοδο κορυφής του ΝΑΤΟ στο Βουκουρέστι. Μάλιστα για το Βουκουρέστι στρέφει τα «πυρά» του τόσο στη ΝΔ όσο και στον ΣΥΡΙΖΑ.

«Θεωρώ ότι ως προς το Βουκουρέστι υπήρξαν δύο επιμέρους λάθη. Το ένα είναι ότι, ενώ δεν τέθηκε κάποιο βέτο, διότι δε χρειάστηκε, η κυβέρνηση Καραμανλή για λόγους προεκλογικού εντυπωσιασμού και ιδιαίτερα η υπουργός της των Εξωτερικών κυρία Μπακογιάννη δήλωναν δεξιά και αριστερά ότι έθεσαν βέτο. Ναι μεν το θετικό αποτέλεσμα για την ίδια την κυβέρνηση της ΝΔ ήταν να μείνει στην ψευδοϊστορία ως έχουσα θέσει βέτο, αλλά στην πραγματική Ιστορία έγινε η αιτία καταδίκης της Ελλάδας στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης – καταδίκης που θα έκανε πιο βαριά τη χρήση βέτο στην επόμενη αίτηση της τότε fYROM να ενταχθεί στο ΝΑΤΟ. Πιο ορθά, θα έφερνε την Ελλάδα την ενδεχόμενη επόμενη φορά αντιμέτωπη με την πιο αυστηρή βούληση του Δικαστηρίου της Χάγης. Αυτή τη φορά όχι μόνο για την παραβίαση της Ενδιάμεσης Συμφωνίας, αλλά και για παραβίαση της ίδιας της απόφασης του Δικαστηρίου.

Το δεύτερο λάθος ως προς το Βουκουρέστι το έκανε ο ΣΥΡΙΖΑ. Ασφαλώς ήταν ήσσονος σημασίας σε σχέση με αυτό που ανέφερα προηγουμένως. Αλλά είχε τη σημασία του, διότι τον εγκλώβισε σε λάθος πλαίσιο. Εξηγούμαι, στο Βουκουρέστι δεν υπήρχε καμία διαπραγματευτική γραμμή ως προς τις θεματικές που αντιμετώπισε η διαπραγμάτευση για τη Συμφωνία των Πρεσπών. Υπήρχε μόνο ο προσανατολισμός να μη γίνει αποδεκτή η τότε fYROM στο ΝΑΤΟ ούτε καν με την προσωρινή ονομασία της. Ανέτρεπε δηλαδή την υποχρέωση που απέρρεε από την Ενδιάμεση Συμφωνία. Σωστή και τολμηρή απόφαση του Κ. Καραμανλή. Αλλά αυτή η επιλογή που άμεσα αφορούσε το ΝΑΤΟ και μόνο δεν μπορούσε να αποτελεί από μόνη της «εθνική γραμμή» και «γραμμή Βουκουρεστίου»...».

Απόσπασμα από το επίμετρο του Νίκου Κοτζιά «Παρόν – μέλλον και η Ιστορία»

«Συνηθίζω να λέω και να πιστεύω ότι το παρελθόν είναι η Ιστορία μας, το μέλλον είναι αβέβαιο, αλλά το μέλλον θέλουμε να το επηρεάσουμε, ενώ το παρόν είναι η ζωή μας. Για την περιοχή μας ο Τσόρτσιλ είχε πει με μια δόση ειρωνείας, αλλά και αλήθειας, ότι παράγει περισσότερη Ιστορία απ’ ό,τι μπορεί να καταναλώσει. Αυτό που ξεχνά να συνυπολογίσει ήταν ότι η ιστορία των παρεμβάσεων τρίτων (και δικών του) ήταν μεγαλύτερη από τις αντοχές της περιοχής. Πέρα από αυτό, πιστεύω βαθιά σε μια προσέγγιση που στηρίζεται σε μια φράση μου με απήχηση, που έχει κάνει «διεθνή καριέρα», σύμφωνα με την οποία «η Ιστορία πρέπει να είναι σχολείο και όχι φυλακή».

Στο ζήτημα της Ιστορίας οι πολιτικοί έχουν δύο προδιαθέσεις. Σύμφωνα με την πρώτη ουδείς μπορεί να διατείνεται ότι μπορεί να αγνοεί την Ιστορία και το βάρος της. Δε δικαιούται να αφίσταται από αυτήν ή να την απορρίπτει. Να μην παρέχει ιστορική αιτιολόγηση και εξήγηση. Να φεύγει από τις νοητές, συχνά υποτιθέμενες, δεσμευτικές γραμμές της Ιστορίας. Ούτε δικαιούται να υποτιμά και να αναιρεί τη παράδοση, καθότι η «γραμμική» συνέχεια των ιστορικών γεγονότων, ακόμα και αν ήταν τραγικά, είναι παρούσα. Η αντίληψη αυτή, ένα είδος δογματικού ιστορικισμού, πιστεύει ότι επειδή κάτι δε λύθηκε στο παρελθόν, άρα είναι πρόβλημα, δε θα πρέπει και να λυθεί στο μέλλον, προκειμένου να μη χαθεί ως πρόβλημα.

Η τυχόν λύση γίνεται νοητή ως απώλεια του προβλήματος και κατά προέκταση ήττα. Σύμφωνα με τους φορείς τέτοιων αντιλήψεων, οι συνθήκες δεν είναι ποτέ ώριμες, ούτε έτοιμες, για μια καλή λύση. Όπως δε βρέθηκαν καλές συνθήκες στο παρελθόν –συνεχίζουν οι φορείς αυτής της άποψης–, έτσι οφείλουμε να παραδεχτούμε ότι ακόμα και αν οι σημερινές συνθήκες είναι καλύτερες από τις χθεσινές, αυτές δεν είναι αυταπόδεικτα (και πώς να ήταν;) καλύτερες από τις μελλοντικές. Κατά συνέπεια, και να μπορούμε να λύσουμε σήμερα ένα πρόβλημα, αφού δε λύθηκε χθες, επιλέγουμε να μην το κάνουμε ούτε τώρα. Και αυτό διότι κανείς δε μας εγγυάται ότι δε θα βρεθούν, αύριο, ακόμα καλύτερες συνθήκες. Και αυτά λέγονται στη χώρα από εκείνους που έχασαν μεγάλες ευκαιρίες (όπως στην αρχή του ονοματολογικού). Που δεν πιστεύουν στο βάθος της ψυχής τους ότι θα έρθουν με σιγουριά «οι καλύτερες συνθήκες». Που αδιαφορούν για μικροκομματικές σκοπιμότητες στο γεγονός ότι έχει κακοφορμίσει το ίδιο το πρόβλημα και κινδυνεύει να μας παρασύρει σε πορεία σαπίσματος. Άρα, κατ’ αυτούς, «το πρόβλημα μπορεί, ίσως και πρέπει» να μας συνοδεύει σε όλη τη ζωή μας, τόσο εμάς τους πολίτες ενός κράτους όσο και το ίδιο το εθνικό κράτος.

Η παράδοση και η συνέχεια του προβλήματος μετασχηματίζονται σε σιδηρού κανόνα της δήθεν αναγκαιότητας της επιβίωσης του προβλήματος, πριν από όλα της λογικής της μη λύσης του. Παραλογισμός. Παγιδευμένος κανείς σε αυτό τον παραλογισμό δεν είναι σε θέση και να αντιληφθεί την εσωτερική λογική της Ιστορίας.

Από την άλλη πλευρά, υπάρχει η άποψη που θεωρεί ότι η Ιστορία δεν έχει να παίξει σημαντικό ρόλο στην εξωτερική πολιτική. Ότι πρέπει να απεγκλωβιστούμε από αυτή και να μην ασχολούμαστε μαζί της. Ότι η Ιστορία είναι μόνο παγίδα και κατά συνέπεια καλό είναι να την αποφεύγει κανείς. Να μη λαμβάνει κανείς υπόψη του τα ιστορικά γεγονότα και διδάγματα. Μια τέτοια άποψη είναι έκφραση ενός ακραίου υποκειμενισμού. Σύμφωνα με αυτήν, δε χρειάζεται να μάθει κανείς οτιδήποτε από το παρελθόν. Εξάλλου, όλα μπορούν να γίνουν όπως «εμείς θέλουμε ανά πάσα στιγμή». Μια τέτοια θέση συνδέεται με δύο λάθη:

Πρώτο λάθος: δε λαμβάνεται υπόψη ότι ο άνθρωπος, οι πολίτες, η κοινωνία και τα κράτη βρίσκουν σε κάθε αφετηρία δράσης τους και ενώπιόν τους τα αποτελέσματα των προηγούμενων γενεών, βιολογικών ή/και πολιτικών. Επί παραδείγματι, η διαπραγμάτευση για τις Πρέσπες δεν έγινε σε εργαστήρι κενού αέρα, όπως θέλουν να υποστηρίξουν ορισμένοι. Αντίθετα, θεμελιακά ζητήματα είχαν αποκρυσταλλωθεί ή και συμφωνηθεί κατά το παρελθόν. Ένα παρελθόν που υπεισέρχεται στο παρόν αποτελεί τμήμα του. Έτσι, η άρνηση πολλαπλών θετικών προτάσεων των συμμάχων μας στην ΕΕ στα πρώτα χρόνια δημιουργίας του προβλήματος, η ίδια η Ενδιάμεση Συμφωνία (το 1995) και η ήττα το 2011 στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης περιόριζαν το πεδίο δικής μου δράσης στη διαπραγμάτευση.

Ανάλογα και οι ανοησίες που είχαν επιτελεσθεί με το Εμπάργκο το 1994, που επέτρεψε και άνοιξε τον δρόμο στο να επιβληθεί στην Ελλάδα η Ενδιάμεση Συμφωνία. Μην ξεχνάμε –διότι κάποιοι το ξεχνούν– ότι αυτή η Συμφωνία ανακοινώθηκε από τον επιτετραμμένο της αμερικανικής πρεσβείας της Αθήνας, ούτε καν τον πρεσβευτή, και ότι ουδέποτε κυρώθηκε από το Κοινοβούλιο. Όλα αυτά και πολύ περισσότερα αποτελούσαν δεδομένα που βρήκαμε μπροστά μας και αποτελούσαν στοιχεία από το πεδίο διαπραγμάτευσης. Μπροστά μας, δηλαδή, δε βρήκαμε μόνο το Βουκουρέστι 2008. Βέβαια, ο υπερτονισμός του τελευταίου σκόπευε και στο να εξαφανίσει σε μεγάλο βαθμό τις παλαιότερες προβληματικές καταστάσεις, διαπραγματεύσεις, γεγονότα και αποτελέσματα όλων αυτών.

Θεωρώ ότι ως προς το Βουκουρέστι υπήρξαν δύο επιμέρους λάθη. Το ένα είναι ότι, ενώ δεν τέθηκε κάποιο βέτο, διότι δε χρειάστηκε, η κυβέρνηση Καραμανλή για λόγους προεκλογικού εντυπωσιασμού και ιδιαίτερα η υπουργός της των Εξωτερικών κυρία Μπακογιάννη δήλωναν δεξιά και αριστερά ότι έθεσαν βέτο. Ναι μεν το θετικό αποτέλεσμα για την ίδια την κυβέρνηση της ΝΔ ήταν να μείνει στην ψευδοϊστορία ως έχουσα θέσει βέτο, αλλά στην πραγματική Ιστορία έγινε η αιτία καταδίκης της Ελλάδας στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης – καταδίκης που θα έκανε πιο βαριά τη χρήση βέτο στην επόμενη αίτηση της τότε fYROM να ενταχθεί στο ΝΑΤΟ. Πιο ορθά, θα έφερνε την Ελλάδα την ενδεχόμενη επόμενη φορά αντιμέτωπη με την πιο αυστηρή βούληση του Δικαστηρίου της Χάγης. Αυτή τη φορά όχι μόνο για την παραβίαση της Ενδιάμεσης Συμφωνίας, αλλά και για παραβίαση της ίδιας της απόφασης του Δικαστηρίου.

Το δεύτερο λάθος ως προς το Βουκουρέστι το έκανε ο ΣΥΡΙΖΑ. Ασφαλώς ήταν ήσσονος σημασίας σε σχέση με αυτό που ανέφερα προηγουμένως. Αλλά είχε τη σημασία του, διότι τον εγκλώβισε σε λάθος πλαίσιο. Εξηγούμαι, στο Βουκουρέστι δεν υπήρχε καμία διαπραγματευτική γραμμή ως προς τις θεματικές που αντιμετώπισε η διαπραγμάτευση για τη Συμφωνία των Πρεσπών. Υπήρχε μόνο ο προσανατολισμός να μη γίνει αποδεκτή η τότε fYROM στο ΝΑΤΟ ούτε καν με την προσωρινή ονομασία της. Ανέτρεπε δηλαδή την υποχρέωση που απέρρεε από την Ενδιάμεση Συμφωνία. Σωστή και τολμηρή απόφαση του Κ. Καραμανλή. Αλλά αυτή η επιλογή που άμεσα αφορούσε το ΝΑΤΟ και μόνο δεν μπορούσε να αποτελεί από μόνη της «εθνική γραμμή» και «γραμμή Βουκουρεστίου».

Ούτε και ήταν. Επρόκειτο για μια γραμμή που δεν πήγαινε πέρα από το όνομα και την ανάγκη να λυθεί το ονοματολογικό πρόβλημα (πριν ενταχθεί η τότε fYROM στο ΝΑΤΟ). Δεν ήταν επ’ ουδενί πρόταση λύσης του ονοματολογικού ή των παραγώγων αυτού του προβλήματος, του αλυτρωτισμού, των προβλημάτων του χθες και του αύριο. Στην πραγματικότητα, οι διαπραγματεύσεις του παρελθόντος είχαν αφήσει, κατά κανόνα, την επιλογή της εσωτερικής χρήσης του ονόματος στην άλλη πλευρά. Μάλιστα, τις περισσότερες φορές, αποδεχόταν η ελληνική πλευρά ότι το όνομα αυτής της χώρας θα ήταν στο εσωτερικό της είτε νέτο σκέτο «Μακεδονία» είτε «Μακεδονία (Σκόπια)». Όλα δε τα παράγωγα θα ήταν παράγωγα του σκέτου «Μακεδονία» και κατά προέκταση δε θα διασφαλιζόταν, όπως έγινε με τις Πρέσπες, ότι οι εσωτερικοί θεσμοί, ιδρύματα, οργανισμοί θα πρότασσαν τον όρο «Βόρεια». (Διάβαζε υποσημείωση)

Δεν είναι ο χώρος εδώ για να αναπτύξω περαιτέρω τα ιστορικά γεγονότα. Εκείνο που ήθελα να καταδείξω είναι ότι η αντίληψη ότι δεν ασχολούμαι με την Ιστορία και τα γεγονότα, παρά φτιάχνω από επιμέρους γεγονότα μια τάχα δεσμευτική γραμμή, υποτιμά και θέλει να αγνοεί ότι στη διαπραγμάτευση για τη Συμφωνία των Πρεσπών το παρελθόν ήταν παρόν και περιόριζε τις κινήσεις μας. Είναι προφανές ότι το παρελθόν δεν μπορεί να επιβάλλεται στο μέλλον. Αλλά εξίσου προφανές είναι ότι το επηρεάζει, αφού αποτελεί μέρος των αντικειμενικών συνθηκών που τα υποκείμενα, οι διαπραγματευτές, βρίσκουν μπροστά τους.

Δεύτερον, στις κοινωνικές επιστήμες, ιδιαίτερα στην Πολιτική και στις Διεθνείς Σχέσεις, δεν υπάρχει κάτι ανάλογο με τα εργαστήρια των φυσικών επιστημών. Ούτε μπορεί κανείς να αντιμετωπίζει τους ανθρώπους σαν τα ποντίκια και να πειραματίζεται πάνω τους. Ανάλογα, δεν μπορεί να κάνει «δοκιμαστικούς πολέμους» ακόμα και με βαρέα όπλα προκειμένου να εξετάσει τις επιπτώσεις που θα υπάρξουν από έναν «σύγχρονο πόλεμο». Με άλλα λόγια, για τις διεθνείς σχέσεις υπάρχουν δύο εργαστήρια και μόνο. Το ένα είναι η συγκριτική ανάμεσα στις διαφορετικές περιπτώσεις δρώντων υποκειμένων (όπως κράτη), σχέσεων (όπως διακρατικές) και δομών (όπως διεθνείς θεσμοί). Το άλλο είναι τα παραδείγματα μέσα από την Ιστορία και η σύγκρισή τους. Ασφαλώς μπορούν να χρησιμοποιηθούν συνθετικά και οι δύο αυτές μέθοδοι (όπως συγκριτική ιστορικών γεγονότων). Θεωρητικά πρέπει να θυμόμαστε ότι η Ιστορία έχει τη δομή της και κάθε δομή έχει τη δική της ιστορία και ότι αυτά τα δύο μπορούν να συντεθούν σε ένα μοντέλο ή στρατηγική εξωτερικής πολιτικής. Παραδειγματικά, κάθε αντικείμενο διαπραγμάτευσης έχει την ιστορία του, αλλά και κάθε ιστορία διαπραγμάτευσης διαθέτει μια δική της δομή.

Από την Ιστορία πρέπει να μαθαίνουμε όχι για να εγκλωβιστούμε «στο παρελθόν το πολύ ωραίο, το ένδοξο» ή «το πολύ τραγικό», αλλά για να έχουμε μέσα και κριτήρια να μην ξανακάνουμε τα ίδια λάθη. Να μη βρεθούμε εκ νέου σε παρόμοια αδιέξοδα και να μην καταρρεύσουν οι διαπραγματεύσεις ανάλογα με τον τρόπο που κατέρρευσαν στο παρελθόν. Η Ιστορία μάς κάνει πιο σοφούς. Πιο ικανούς να αντιμετωπίσουμε παρόμοιες καταστάσεις. Να αποφύγουμε ανάλογα λάθη.

Δική μου πεποίθηση και πείρα είναι ότι η ζωή έχει περισσότερη φαντασία, και όσο και αν προετοιμάζεσαι για να αντιμετωπίσεις μια διαπραγμάτευση, μελετώντας άλλες διαπραγματεύσεις και Ιστορία, πάντα πάνω στο τραπέζι θα προκύψουν απρόβλεπτες καταστάσεις και νέα προβλήματα. Γι’ αυτό και δεν μπορεί κανείς να είναι σκλάβος της Ιστορίας. Από την άλλη πλευρά, όμως, όσο πιο πολύ έχει μελετήσει κανείς, σκεφτεί και αναστοχαστεί, προβληματιστεί και διδαχθεί, τόσο μεγαλύτερες είναι οι πιθανότητές του να αποκτήσει γρήγορα και ορθά αντανακλαστικά. Να αναζητήσει αυθόρμητα απαντήσεις από τη συνειδητή του προετοιμασία. Διότι η προετοιμασία δίνει τη δυνατότητα να σκέφτεται ο νους με μεγαλύτερη ευχέρεια, εκτός προδιαγραφών από το χθες, χάρη στη γνώση του χθες. Αρκεί να αντιμετωπίζει την Ιστορία ως σχολείο, όχι για να ανακαλύψει ένα παρόμοιο με το σήμερα χθες, αλλά για να μπορεί να αντλεί από τα βάθη του νου και του υποσυνείδητού του νέες αυθόρμητες σκέψεις με σοβαρότητα και τεκμηρίωση. Γι’ αυτό, επαναλαμβάνω, η Ιστορία είναι σχολείο και όχι φυλακή. Η γνώση της βοηθά στη λύση των προβλημάτων, δεν τα λύνει από μόνη της. Η Ιστορία είναι στατικό δεδομένο».

 

 

 

 

 

Πηγή: greeknewsonline

Φωτο: Eurokinissi

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Ακολούθησε το theTOC.gr στο Facebook