Παιχνίδια του ΥΠΕΞ με το Ινστιτούτο Βυζαντινών Σπουδών

Με στόχο ένα Ινστιτούτο με τεράστια ακίνητη περιουσία στη Βενετία και επιστημονικό κύρος αφαιρεί κάθε αρμοδιότητα από το Υπουργείο Παιδείας και την Ακαδημία

giati-to-upeks-thelei-to-institouto-buzantinwn-spoudwn-sti-benetia
|
SHARE THIS
0
SHARES

Πρόκειται για ένα από τα πιο φημισμένα και διεθνώς αναγνωρισμένα Ινστιτούτα στον κόσμο. Είναι αυτό των Βυζαντινών και Μεταβυζαντινών Σπουδών στη Βενετία, καμάρι του επιστημονικού κόσμου.  Στις 27 Μαΐου, στο Opengov το Υπουργείο Εξωτερικών έθεσε για μια εβδομάδα σε δημόσια διαβούλευση το σχέδιο νόμου με τίτλο «Ανασύσταση του Κέντρου Ανάλυσης και Σχεδιασμού και του Επιστημονικού Συμβουλίου, Συνταξιοδοτικές και λοιπές διατάξεις αρμοδιότητας Υπουργείου Εξωτερικών – Αναδιαμόρφωση Ελληνικού Ινστιτούτου Βυζαντινών και Μεταβυζαντινών Σπουδών».

 

Γιατί όμως το ινστιτούτο και γιατί τώρα; Γιατί να μετατραπεί αυτό το μοναδικό ελληνικό πνευματικό ίδρυμα στην αλλοδαπή «σε πολιτιστικό κέντρο ποικίλης αρμοδιότητας», γιατί να αφαιρεθούν οι ευθύνες από το Υπουργείο Παιδείας και την Ακαδημία Αθηνών για την στελέχωσή του; Οι επιστημονική κοινότητα έχει ξεσηκωθεί καθώς στο σχέδιο νόμου «διαβάζει» ένα θολό σχήμα που στην ουσία όπως καταγγέλλουν οι επιστήμονες υπονομεύει το κύρος που το Ινστιτούτο έχει κατακτήσει εδώ και πολλές δεκαετίες. Μιλούν για τον κίνδυνο αλλοίωσης του αυστηρά επιστημονικού χαρακτήρα του και ζητούν από την πολιτεία να διαφυλάξει την ανεξαρτησία τού μόνου ερευνητικού ιδρύματος της Ελλάδας στο εξωτερικό.

 

Το Ινστιτούτο Βυζαντινών και Μεταβυζαντινών Σπουδών Βενετίας ιδρύθηκε το 1951 ως Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου, εποπτευόμενο και επιχορηγούμενο από τα Υπουργεία Εξωτερικών και Εθνικής Παιδείας. Η εποπτεία ασκείται μέσω δύο τριμελών Επιτροπών, της Εποπτικής και της Διαχειριστικής, στις οποίες μετέχουν εκπρόσωποι των δύο συναρμοδίων Υπουργείων, τη δε ευθύνη του επιστημονικού έργου και της εν γένει λειτουργίας του έχει ο Διευθυντής του.


Ο σκοπός του Ιδρύματος είναι επιστημονικός - ερευνητικός. Ειδικότερα, το Ινστιτούτο έχει δραστηριότητα εκδοτική, στο πλαίσιο της οποίας εκδίδει βιβλία Ελλήνων και αλλοδαπών επιστημόνων, καθώς και ετήσιο επιστημονικό περιοδικό, με τίτλο "Θησαυρίσματα", όπου δημοσιεύονται μελέτες ερευνητών. Επίσης, διοργανώνει επιστημονικά συνέδρια και διαλέξεις. Τέλος, παρέχει δωρεάν φιλοξενία σε ερευνητές-επιστήμονες που εργάζονται για διατριβές τους.

Με σκοπό να διευκολύνει Έλληνες επιστήμονες να ασχοληθούν με την έρευνα της Μεταβυζαντινής Περιόδου, προσφέρει κατ’ έτος συνολικώς έξι υποτροφίες μεταπτυχιακών σπουδών, διαρκείας 1-3 ετών. Στους υποτρόφους παρέχεται δωρεάν στέγη και μηνιαία αποζημίωση.

Το Ινστιτούτο Βενετίας, εξάλλου, είναι ιδιοκτήτης σημαντικής περιουσίας, ακινήτου και κινητής, η οποία του περιήλθε από δωρεά της Ελληνικής Κοινότητος Βενετίας. Πρόκειται για τριανταπέντε ακίνητα, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγονται και αρχιτεκτονικά μνημεία ιδιαίτερης πολιτιστικής σημασίας, όπως ο ναός του Αγίου Γεωργίου, το Μουσείο του Ινστιτούτου και η Φλαγγίνειος Σχολή.

Επίσης, το Ινστιτούτο έχει στην κυριότητά του 300 εικόνες, μεταξύ των οποίων τρεις Παλαιολόγειες, 250 αντικείμενα και σκεύη λατρείας, το Αρχείο του Ελληνισμού Βενετίας (1498-1953), καθώς και συλλογή χειρογράφων. Εξαιρετικά δείγματα της Συλλογής αυτής αποτελούν η "Μυθιστορία του Μεγάλου Αλεξάνδρου", βυζαντινό χειρόγραφο με μικρογραφίες, η Συλλογή Μουσικών Βυζαντινών Χειρογράφων, καθώς και Πατριαρχικά έγγραφα του 16ου αιώνα.

 

Η Ακαδημία Αθηνών σε επιστολή της προς τον πρωθυπουργό και τον υπουργό Εξωτερικών Νίκο Κοτζιά, αναφέρει ότι «πλην της προαγωγής των βυζαντινών και μεταβυζαντινών σπουδών, στο σχέδιο νόμου προβλέπεται τώρα «η ανάδειξη των εν γένει φιλολογικών, ιστορικών και άλλων συναφών πτυχών του ελληνικού πολιτισμού, καθώς και η δι’ αυτών προαγωγή της πολιτιστικής διπλωματίας μέσω διοργάνωσης, μεταξύ άλλων διεθνών εκδηλώσεων, σεμιναρίων και εκθέσεων, και η παροχή εκπαιδευτικών προγραμμάτων». Αυτό κατά τους επιστήμονες παραβιάζει άρθρα του Συντάγματος και υπογραμμίζουν ότι οποιαδήποτε αλλαγή «προϋποθέτει συμφωνία με την ιταλική κυβέρνηση» καθώς όπως αναφέρουν : «η Συμφωνία του 1948 συνάφθηκε με ανταλλάγματα».

 

Συγκεκριμένα στο σχέδιο νόμου (άρθρο11 παρ.2) χωρίς καμία συμφωνία με την Ιταλική Κυβέρνηση  μεταβάλλονται οι σκοποί του Ινστιτούτου, παραβιάζοντας με αυτό τον τρόπο το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος στο οποίο αναφέρεται : «Oι γενικά παραδεγμένοι κανόνες του διεθνούς δικαίου, καθώς και οι διεθνείς συμβάσεις, από την επικύρωσή τους με νόμο και τη θέση τους σε ισχύ σύμφωνα με τους όρους καθεμιάς, αποτελούν αναπόσπαστο μέρος του εσωτερικού ελληνικού δικαίου και υπερισχύουν από κάθε άλλη αντίθετη διάταξη νόμου. H εφαρμογή των κανόνων του διεθνούς δικαίου και των διεθνών συμβάσεων στους αλλοδαπούς τελεί πάντοτε υπό τον όρο της αμοιβαιότητας».

Στο σχέδιο νόμου αναφέρεται ότι «Ο διορισμός Προέδρου ενεργείται με απόφαση του Υπουργού Εξωτερικών μετά από εισήγηση, κατόπιν εξέτασης των προβλεπόμενων προσόντων καθώς και των οριζόμενων στα άρθρα 8, 27 παρ. 1, 94 παρ. 1 και 107 του ν.3528/2007 (ΦΕΚ Α΄ 26), τριμελούς Επιτροπής που συγκροτεί προς τούτο με απόφασή του ο Υπουργός Εξωτερικών». Με μια αόριστη περιγραφή ο πρόεδρος θα είναι «πρόσωπο με διακεκριμένο έργο και αποδεδειγμένη εμπειρία».

Καθώς το Ινστιτούτο κατέχει μια μεγάλη περιουσία, στην επιστολή της Ακαδημίας που υπογράφει ο Πρόεδρός της Θανάσης Βαλτινός, αναφέρεται ότι κατά το άρθρο 109, παρ. 1 του Συντάγματος «δεν επιτρέπεται η μεταβολή των περιεχομένων ή των όρων διαθήκης, κωδικέλλου ή δωρεάς, ως προς τις διατάξεις τους υπέρ του Δημοσίου ή υπέρ κοινωφελούς σκοπού». Κάτι που προστατεύει το ινστιτούτο από κάθε απόπειρα πώλησης οποιουδήποτε περιουσιακού στοιχείου, στοιχεία τα οποία είναι εξαιρετικά υψηλού τιμήματος.

 

Η διαβούλευση κράτησε μόνο για πέντε μέρες και στην ουσία όλος ο έλεγχος περνά στο ΥΠΕΞ, χωρίς τη συμμετοχή της επιστημονικής κοινότητας που διασφαλίζει τη συνέχεια του ρόλου του ινστιτούτου. Ας σημειωθεί ότι σήμερα το Ινστιτούτο είναι το πλέον εύρωστο από αυτά που βρίσκονται στο εξωτερικό και κατέχει αποθεματικό που αγγίζει το ένα εκατομμύριο ευρώ. Η αντίδραση της επιστημονικής κοινότητας είναι σχεδόν καθολική.

«Η ανάδειξη των εν γένει φιλολογικών, ιστορικών και άλλων συναφών πτυχών του ελληνικού πολιτισμού, καθώς και η δι’ αυτών προαγωγή της πολιτιστικής διπλωματίας» που επικαλείται το ΥΠΕΞ,  κάθε άλλο παρά καθησυχαστικό ακούγεται. Οι επιδόσεις μέχρι τώρα σε αυτό τον τομέα μόνο ως χαμηλές μπορούν να χαρακτηριστούν.  

 

 



Ακολούθησε το theTOC.gr στο Facebook