Η μαύρη ιστορία της Άκρας Δεξιάς από το 1965 μέχρι σήμερα

Tο αποτέλεσμα μιας οργανωμένης μελέτης στοιχείων, αρχείων που μας βοηθά να κατανοήσουμε στο πώς φτάσαμε στη Χρυσή Αυγή και την άνοδο της Άκρας Δεξιάς στην Ελλάδα.

i-mauri-istoria-tis-akras-deksias-apo-to-1965-mexri-simera
|
SHARE THIS
0
SHARES

Το πρόβλημα και τα χαρακτηριστικά ενός σοβαρότατου προβλήματος, εκείνου της Άκρας Δεξιάς, βρίσκεται στο επίκεντρο του βιβλίου της Βασιλικής Γεωργιάδου με τίτλο "Η Άκρα Δεξιά στην Ελλάδα". Στο βιβλίο αποκωδικοποιείται η ιδεολογία και η οργανωτική φυσιογνωμία της Άκρας Δεξιάς στην πολιτική σκηνή από τα μέσα της δεκαετίας του '60 έως την εποχή της οικονομικής κρίσης και των μνημονίων. 

Η συγγραφέας επιχειρεί να ανιχνεύσει αν η μεταπολιτευτική εκλογική ισχνότητα της Άκρας Δεξιάς αντανακλούσε μια γενικότερη πολιτική της καχεξία, αλλά και αν υπάρχουν στοιχεία συνέχειας της ελληνικής Ακροδεξιάς από την περίοδο πριν την κατάλυση της δημοκρατίας το 1967 έως σήμερα και συμβάλλει στην κατανόηση των χαρακτηριστικών της ελληνικής Άκρας Δεξιάς και προσφέρει ερμηνείες για την άνοδο ενός εξτρεμιστικού μορφώματος με νεοναζιστικό χαρακτήρα, της Χρυσής Αυγής.

 

Για την μεταπολιτευτική Άκρα Δεξιά, τη σχέση του με την Ευρωπαϊκή Δεξιά και την εδραίωσή του στην κεντρική πολιτική σκηνή μιλήσαμε με τη συγγραφέα του βιβλίου.

Πώς χαρακτηρίζετε την άκρα δεξιά στην Ελλάδα σε σχέση με την Ευρωπαϊκή;

Δύο είναι τα βασικά ρεύματα της άκρας δεξιάς στην Ευρώπη: το λαϊκιστικό-ριζοσπαστικό ρεύμα και εκείνο της εξτρεμιστικής δεξιάς. Στο πρώτο ρεύμα το κεντρικό ιδεολογικό μοτίβο είναι μια ιδιαίτερη εκδοχή εθνικισμού που ονομάζεται «νατιβισμός», σύμφωνα με την οποία τα εθνικά κράτη πρέπει να παραμείνουν πολιτισμικά συνεκτικά και να κατοικούνται αποκλειστικά από εκείνους που μοιράζονται, ιδανικά βάσει καταγωγής, την κυρίαρχη εθνική ταυτότητα και όλα όσα διαμορφώνουν το πολιτισμικό της υπόβαθρο (γλώσσα, θρησκεία). Το δεύτερο ρεύμα υπερασπίζεται έναν ιδιαίτερο τύπο νατιβισμού, καθώς όχι μόνο προκρίνει τη μονοπολιτισμικότητα κόντρα στον πολιτισμικό πλουραλισμό, αλλά επιθυμεί και επιδιώκει με ενεργητικό τρόπο να επιβάλει τη νατιβιστική εκδοχή του εθνικού κράτους. Αν π.χ. εθνικές μειονότητες, όπως και μετανάστες ή πρόσφυγες διασπούν την πολιτισμική ομοιογένεια, αρνητικές στάσεις και ξενοφοβία είναι κυρίως ό,τι χαρακτηρίζει τη στάση της λαϊκιστικής-ριζοσπαστικής δεξιάς απέναντί τους, ενώ η εξτρεμιστική δεξιά διαμορφώνει μια ατζέντα για τον αποκλεισμό τους από την πολιτική οντότητα του έθνους-κράτους. Η ατζέντα αυτή μπορεί να περιλαμβάνει πρακτικές που κινούνται εκτός θεσμικών ορίων και περιλαμβάνουν από το στιγματισμό και τη στοχοποίηση μέχρι τον βίαιο αποκλεισμό ό,τι θεωρείται ξένο στον εθνικό κορμό. Αυτή είναι μια ειδοποιός διαφορά μεταξύ του λαϊκιστικού-ριζοσπαστικού (ή εθνικολαϊκιστικού) και του εξτρεμιστικού ρεύματος της άκρας δεξιάς. Στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες έχει επικρατήσει η πρώτη εκδοχή της άκρας δεξιάς. Ενώ στην Ελλάδα μετά το 1974 η άκρα δεξιά βρισκόταν στο περιθώριο της πολιτικής και κομματικής σκηνής, εδώ και μια δεκαετία ο δεξιός εξτρεμισμός δείχνει να επικρατεί στην εγχώρια πολιτική κονίστρα, με τη Χρυσή Αυγή να διαμορφώνει το προφίλ της άκρας δεξιάς στην Ελλάδα σήμερα.

Η άνοδος της Ευρωπαϊκής άκρας δεξιάς επηρεάζει την Ελλάδα ή κινούμαστε εντελώς ανεξάρτητα;

Επί σχεδόν δύο δεκαετίες (τέλη δεκ. 1980 έως αρχές/μέσα δεκ. 2000) οι ευρωπαϊκές εκλογικές επιτυχίες της άκρας δεξιάς άφηναν σχεδόν ανεπηρέαστη την κομματική σκηνή στην Ελλάδα. Τα πράγματα αλλάζουν όταν πλέον ο εξευρωπαϊσμός επιταχύνεται και το ευρωπαϊκό οικοδόμημα με την οικονομική και νομισματική ένωση δημιουργεί συνθήκες σύγκλισης των οικονομιών κατά πρώτον, αλλά και των κρατών ευρύτερα της ΕΕ. Η συμμετοχή της Ελλάδας στην ΟΝΕ, το γεγονός ότι «κλειδώνει» ο ευρωπαϊκός της προσανατολισμός, δημιουργεί αντιδράσεις σε ένα πιο φοβικό, κλειστό και αμυντικό κομμάτι της ελληνικής κοινωνίας. Είναι ακριβώς η περίοδος που τα διάφορα μορφώματα της άκρας δεξιάς εκείνης της εποχής στην Ελλάδα (Ελληνικό Μέτωπο, Λαϊκός Ορθόδοξος Συναγερμός) προσαρμόζονται στη φόρμα της ευρωπαϊκής ακροδεξιάς αναπροσανατολιζόμενα σε νατιβιστικά και εθνικολαϊκιστικά μοτίβα. Αλλά και το εκλογικό σώμα αρχίζει να αντιμετωπίζει διαφορετικά την άκρα δεξιά, με την τελευταία να μπαίνει στην παλέτα των δυνητικών εκλογικών επιλογών του· να γίνονται τα κόμματα της άκρας δεξιάς επιλέξιμα από τους ψηφοφόρους. 

Επί σειρά ετών οι ακροδεξιοί «κρύβονται» μέσα σε κόμματα. Ποια είναι η πρώτη φορά με αυτόνομη και οργανωμένη παρουσία;

Μιλώντας για την Ευρώπη γενικότερα, η άκρα δεξιά δηλώνει παρούσα με το τέλος του Β’ παγκοσμίου πολέμου, μάλιστα κατεξοχήν στις χώρες (Ιταλία, Γερμανία, Αυστρία) που ο ιστορικός φασισμός/ναζισμός είχε επιβληθεί ως καθεστώς. Ωστόσο είναι σωστή η παρατήρηση ότι η άκρα δεξιά εξακολουθούσε να “κρυβόταν” ή, αν θέλετε, παρέμενε “σφηνωμένη” μέσα σε άλλα μορφώματα αναμένοντας την κατάλληλη πολιτική ευκαιρία για την είσοδό της στην μεταπολεμική κομματική σκηνή όχι ως ένα υπόλειμμα του σκοτεινού/ολοκληρωτικού παρελθόντος αλλά ως μια νέα πολιτική οντότητα. Αυτή η νέα στιγμή για την άνοδο της άκρας δεξιάς στην ευρωπαϊκή κομματική και πολιτική αρένα ήταν στα τέλη της δεκαετίας του ‘60/αρχές του ’70. Ήρθε με τη λεγόμενη στροφή στον μεταϋλισμό, όταν δηλαδή τα ζητήματα της ταυτότητας (και της εθνικής ταυτότητας μεταξύ αυτών) άρχισαν να αποκτούν κεντρική θέση στις αναζητήσεις των πολιτών και στη δημόσια ατζέντα. Ένα άλλο κομβικό ζήτημα που έδωσε ώθηση σε μια νέα άκρα δεξιά που δεν έβγαινε από τη μήτρα του φασισμού ήταν η αμφισβήτηση της μεταπολεμικής συναίνεσης και το συναινετικό μοντέλο διακυβέρνησης που είχε επιβληθεί σε αρκετές χώρες της ηπειρωτικής Ευρώπης. Η εμφάνιση της άκρας δεξιάς εκείνη την περίοδο συνοδεύεται με την καταγγελία της συναίνεσης και την έκφραση διαμαρτυρίας εναντίον των κεντροδεξιών και κεντροαριστερών κομμάτων που κυβερνούσαν στο πλαίσιο κυβερνήσεων συνεργασίας σε αρκετές ευρωπαϊκές χώρες (Αυστρία, Ελβετία, Ολλανδία, κ.λπ.) εκείνη την εποχή.

Στο ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο πότε η άκρα δεξιά αρχίζει να αποκτά οντότητα και σε ποια πολιτικοκοινωνική συγκυρία;

Παρουσία στα έδρανα της Ευρωβουλής διέθετε η άκρα δεξιά από τη δεκαετία του 1980. H είσοδος του Γαλλικού Εθνικού Μετώπου στο Ευρωκοινοβούλιο το 1984, έχοντας κερδίσει 11 ποσοστιαίες μονάδες και δέκα έδρες, ήταν η απαρχή για την ευρωπαϊκή δικτύωση αυτού του χώρου. Ωστόσο, τόσο οι διακυμάνσεις στις δυνάμεις των κομμάτων της άκρας δεξιάς στις επόμενες ευρωεκλογικές αναμετρήσεις όσο και οι μεταξύ τους και μεταξύ των ηγετών τους αντιπαραθέσεις δεν δημιουργούσαν συνθήκες συμπόρευσης και συνέχειας σε επίπεδο πολιτικής ομάδας για την άκρα δεξιά στην Ευρωβουλή. Τα πράγματα αλλάζουν ιδίως από το 2014, όταν παραμερίζονται εσωτερικοί ανταγωνισμοί στο ηγετικό περιβάλλον της άκρας δεξιάς και ξεκινά, ήδη αρκετά πριν τις ευρωεκλογές του 2014, μια συντονισμένη προσπάθεια συνεργασιών και εν τέλει δικτύωσης αυτού του χώρου. Η αρχή των προσπαθειών αυτών αποδίδεται στη Μαρίν Λεπέν (Εθνικό Μέτωπο, σήμερα Εθνικός Συναγερμός) και τον Γκέερτ Βιλτερς (Ολλανδικό Κόμμα για την Ελευθερία) που επιχείρησαν την οργάνωση και διεύρυνση του χώρου της άκρας δεξιάς στο Ευρωκοινοβούλιο. Η δημιουργία της πολιτικής ομάδας «Ευρώπη των Εθνών και της Ελευθερίας» (ENF) έδωσε μεγαλύτερη ορατότητα, δύναμη και οικονομικούς πόρους στα κόμματα της άκρας δεξιάς. Η συγκυρία αφενός του προσφυγικού και αφετέρου της ενίσχυσης του ευρωσκεπτικισμού δημιούργησαν μια νέα ευκαιρία για την άνοδο της άκρας δεξιάς σε επίπεδο παρουσίας της στην ΕΕ. Καθώς η προσφυγική κρίση προκάλεσε μια γενικότερη ανησυχία που δεν διέγειρε μόνο τα ακροδεξιά αντανακλαστικά, με την ΕΕ να δείχνει αμήχανη και ανέτοιμη για να αντιμετωπίσει το ζήτημα, η ρητορική της άκρας δεξιάς για ενδεχόμενες απειλές από την έκρηξη του προσφυγικού ζητήματος βρήκε ευήκοα ώτα σε τμήματα του εκλογικού σώματος που δεν ανήκουν στο “παραδοσιακό” εκλογικό της κοινό. Επίσης, δημιούργησε ευκαιρίες συμπόρευσης εθνικολαϊκιστικών σχηματισμών της άκρας δεξιάς με ευρωσκεπτικιστικά κομματικά σχήματα ανοίγοντας έτσι τη δυνατότητα ευρύτερων συμμαχιών.

Γιατί πιστεύαμε στην Ελλάδα επί σειρά ετών ότι η ακροδεξιά είναι αδύναμη και τι μας διδάσκει το παρελθόν;

Πιστεύαμε ότι η σχετικά πρόσφατη εμπειρία της στρατιωτικής δικτατορίας και οι μνήμες που είναι ζωντανή κληρονομιά για ένα αριθμητικά σημαντικό τμήμα του εκλογικού σώματος δημιουργούσαν μια ασπίδα προστασίας έναντι τέτοιων ακραίων επιλογών. Με την πάροδο των χρόνων οι μνήμες αυτές ξεθωριάζουν, η πολιτικοποίηση περιορίζεται και η κριτική στους θεσμούς της δημοκρατίας αυξάνεται. Αυτή γενικότερα είναι μια συνθήκη που ευνοεί την άκρα δεξιά. Στην περίπτωση της Ελλάδας, η πολιτική μηχανική του δικομματισμού δεν ευνοούσε –μεταξύ άλλων– την εδραίωση μιας αυτόνομης παρουσίας της άκρας δεξιάς. Οι δυνάμεις της υπήρχαν διάσπαρτες σε επιμέρους μικρούς κομματικούς σχηματισμούς, ενώ οι δυνητικοί ψηφοφόροι τέτοιων κομμάτων έδειχναν την εκλογική τους υποστήριξη σε άλλους σχηματισμούς προπάντων του συντηρητικού χώρου. Βεβαια, η κομματική, οργανωτική και εκλογική αδυναμία της άκρας δεξιάς δεν σήμαινε διόλου ότι οι ιδέες της δεν είχαν απήχηση. Τόσο η εθνικιστική έκρηξη της δεκ. 1990/2000 με το Μακεδονικό, το μεταναστευτικό και το ζήτημα των ταυτοτήτων, όσο και η πολιτισμική κλειστότητα που ήταν ορατή σε όλη τη μεταπολίτευση, έδειχναν ότι υπήρξε έδαφος για την εμφάνιση και εδραίωση της άκρας δεξιάς, όπως και όντως συνέβη στη συνέχεια.

Από την ΕΠΕΝ μέχρι τη Χρυσή Αυγή, η ακροδεξιά γίνεται όλο και πιο επικίνδυνη;

Η ΕΠΕΝ ήταν μόνο η αρχή για την καθιέρωση μιας μορφής βίαιου ακτιβισμού εκ μέρους της άκρας δεξιάς. Η νεολαία της ΕΠΕΝ που επιδόθηκε σε οδομαχίες με τους ιδεολογικούς αντιπάλους της σήμαινε για την ελληνική άκρα δεξιά  την ανάδειξη ενός ρεύματος, για το οποίο η έμφαση δεν βρισκόταν μόνο στην ιδεολογική υπεράσπιση των θέσεών του αλλά και στην οργανωμένη “κινηματική” υποστήριξη των θέσεων αυτών. Η Χρυσή Αυγή υιοθετεί και επαυξάνει αυτά τα χαρακτηριστικά, τα οποία υπήρχαν εξάλλου μέσα στις ευρύτερες παραδόσεις της ελληνικής άκρας δεξιάς ήδη από την περίοδο πριν την κατάλυση της δημοκρατίας το 1967. Για την εδραίωσή της η Χρυσή Αυγή χρησιμοποιεί από την αρχή που εμφανίζεται (δεκ. ’80) πρακτικές βίαιου ακτιβισμού, οργανώνει ομάδες κρούσης, διατηρεί συνωμοτικούς κανόνες, διαμορφώνει ένα πανοπτικό κόμμα που ελέγχεται απόλυτα από τον αρχηγό στη βάση της λεγόμενης “αρχής του αρχηγού” (Führwerprinzip). Ο τύπος οργάνωσης του υιοθέτησε η Χρυσή Αυγή ξεφεύγει από το δημοκρατικό πλαίσιο, υπονομεύει την ποιότητα της δημοκρατίας και δημιουργεί κινδύνους που δεν θα έπρεπε να έχουν θέση σε μια σύγχρονη πολιτεία.

Έχουμε ένα ποσοστό της ακροδεξιάς σχεδόν σταθερό επί πολλά χρόνια και στη συνέχεια έχουμε την εκτίναξη της ΧΑ. Που νομίζετε οφείλετε αυτή η άνοδος; Οργανώνεται περισσότερο αυτή η πτέρυγα ή βοηθούν οι οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες;

Για να κατανοήσουμε την εκλογική άνοδο της Χρυσής Αυγής θα πρέπει να συνυπολογίζουμε τόσο το κοινωνικο-οικονομικό πλαίσιο στο οποίο αυτή αναδείχθηκε (οικονομική κρίση, κατάρρευση δικομματισμού, προσφυγικό), όσο και τα οργανωτικά της χαρακτηριστικά με βάση τα οποία δημιούργησε “οχυρά” και θύλακους επιρροής σε συγκεκριμένες περιοχές της χώρας (αρχικά κυρίως σε Αθήνα και Πειραιά). Και οι δύο αυτές διαστάσεις είναι σημαντικές για να κατανοήσουμε το πώς και γιατί μια πολιτικά περιθωριακή οργάνωση είχε μια “μετεωρική” άνοδο στην εκλογική αρένα πριν από σχεδόν μια δεκαετία. Καταστάσεις οικονομικής υστέρησης και πολιτισμικές αλλαγές δημιουργούν ένα παράθυρο ευκαιρίας για την άνοδο κομμάτων της άκρας δεξιάς, αλλά η άκρα δεξιά σε αρκετές ευρωπαϊκές χώρες έχει γνωρίσει άνοδο και σε περιόδους οικονομικής ευημερίας και ευρύτερης ομαλότητας. Ο τρόπος που διεκδικούν και κερδίζουν ορατότητα κόμματα αυτού του χώρου, οι πρακτικές που εφορμόζουν κυρίως σε τοπικό επίπεδο, η υποδοχή τους από τα ΜΜΕ, είναι παράγοντες που μπορεί να σιγοντάρουν την ανοδική τους πορεία.

Τι πιστεύετε ότι θα συμβεί στις Ευρωεκλογές και τι θα σημάνει η πιθανή άνοδος της ακροδεξιάς σε όλη την Ευρώπη;

Οι δυνάμεις του εθνικολαϊκισμού και ευρωσκεπτικισμού βρίσκονται σε άνοδο. Στην Ιταλία, τη Γαλλία, τη Φιλανδία, την Αυστρία, αλλά και τη Γερμανία και την Ισπανία τα κόμματα της άκρας δεξιάς έχουν ισχυρή ανοδική πορεία ενόψει των επικείμενων ευρωεκλογών. Ενδιάμεσες (borderline) περιπτώσεις κομμάτων που ταλαντεύονται μεταξύ ενός πιο κατεστημένου και εθνικολαϊκιστικού ταυτοχρόνως προφίλ (Fidesz/Ουγγαρία), αλλά και καθαρά ευρωσκεπτικιστικά/ευρωαρνητικά κόμματα (όπως το νεοϊδρυθέν Brexitστο ΗΒ) καταγράφουν ισχυρά ποσοστά. Οι ισορροπίες στην ΕΕ γίνονται δύσκολες και αβέβαιες. Όσο πιο ισχυρό γίνεται αυτό το περιβάλλον, τόσο περισσότερο πιθανό η κατεστημένη πολιτική και κομματική σκηνή να κάνει υποχωρήσεις προκειμένου να κατευνάσει ευαισθησίες και φόβους των Ευρωπαίων που πείθονται ή παρασύρονται από τη ρητορική των ακροδεξιών και ευρωσκεπτικιστικών δυνάμεων. Μια τέτοια προοπτική είναι στη λογική ενός φαύλου κύκλου, καθώς η υποχωρητικότητα απέναντι στα άκρα τα αποστιγματίζει και εν τέλει καθιστά ευκολότερη τη δική τους διείσδυση στην πολιτική και την εκλογική αρένα αποδυναμώνοντας τους κύριους παίκτες της. 

Κάθε φορά τουλάχιστον από το 2009 και μετά, ενόψει ευρωεκλογών, γίνεται λόγος για το ενδεχόμενο ανόδου της ακροδεξιάς. Δεν πρόκειται για κινδυνολογία αλλά για μια πραγματικότητα. Η άκρα δεξιά βρίσκεται σε άνοδο, παρότι η άνοδος αυτή δεν είναι γραμμική ούτε ομοιόμορφη σε όλες τις χώρες. Μια περαιτέρω ενίσχυση της άκρας δεξιάς δυσκολεύει την ευρωπαϊκή διεύρυνση, αλλά και τη διαχείριση του προσφυγικού. Επίσης, δεν διευκολύνει στο να δοθεί προτεραιότητα σε νέα ζητήματα (π.χ. προστασία του περιβάλλοντος) που απασχολούν την Ευρώπη και τον κόσμο. Η άνοδος της ακροδεξιάς βάζει, δυστυχώς, ένα ισχυρό «στοπ» σε επί της ουσίας φιλελεύθερες ιδέες που ανήκουν στον πυρήνα του ευρωπαϊκού σχεδίου. 

 

Η κ. Βασιλική Γεωργιάδου είναι αναπληρώτρια καθηγήτρια Πολιτικής Επιστήμης στο Πάντειο Πανεπιστήμιο.

Το βιβλίο της Βασιλικής Γεωργιάδου Η Άκρα Δεξιά στην Ελλάδα κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Καστανιώτη

κεντρική φωτογραφία: EUROKINISSI

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Ακολούθησε το theTOC.gr στο Facebook