X

Μάτα Κατσούλη: "Στην Ελλάδα οι γυναίκες μαέστροι διευθύνουν περίπου 1 στις 20 συναυλίες"

Η αρχιμουσικός μιλά στο TheTOC για τη συναυλία "Γυναίκα" της Συμφωνικής Ορχήστρας Δήμου Αθηναίων, όπου συναντώνται η μουσική της Louise Farrenc και η δραματική μορφή της Μήδειας του Benda.

Με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα της Γυναίκας, η Συμφωνική Ορχήστρα Δήμου Αθηναίων παρουσιάζει τη συναυλία "Γυναίκα", μια μουσική βραδιά αφιερωμένη στη γυναικεία παρουσία στην κλασική μουσική. Η συναυλία θα πραγματοποιηθεί τη Δευτέρα 10 Μαρτίου στο Θέατρο Ολύμπια, Δημοτικό Μουσικό Θέατρο "Μαρία Κάλλας", υπό τη μουσική διεύθυνση της αρχιμουσικού και υψιφώνου Μάτας Κατσούλη.

Το πρόγραμμα φωτίζει δύο διαφορετικές όψεις της γυναικείας παρουσίας στην τέχνη: τη γυναίκα ως δημιουργό και τη γυναίκα ως δραματική ηρωίδα. Στο πρώτο μέρος παρουσιάζεται η Συμφωνία αρ. 3 της Γαλλίδας συνθέτριας Louise Farrenc, μιας σημαντικής μορφής του 19ου αιώνα που για πολλά χρόνια έμεινε στο περιθώριο του συμφωνικού ρεπερτορίου. Στο δεύτερο μέρος ακολουθεί το μελόδραμα "Μήδεια" του Τσέχου συνθέτη Jiří Antonín Benda, βασισμένο στον γνωστό μυθολογικό χαρακτήρα, όπου η μουσική συνοδεύει και εντείνει τη δραματική αφήγηση της ιστορίας.

"Στο εξωτερικό είναι πλέον υποχρεωτικό να δίνονται ευκαιρίες στις γυναίκες μαέστρους"

Μιλώντας στο TheTOC για τη θέση των γυναικών στον χώρο της κλασικής μουσικής, ένα θέμα που διατρέχει και το πρόγραμμα της συναυλίας, η Μάτα Κατσούλη επισημαίνει ότι, παρά την παρουσία ικανών γυναικών μαέστρων στην Ελλάδα, οι ευκαιρίες που τους δίνονται παραμένουν περιορισμένες. "Αυτή τη στιγμή στην Ελλάδα υπάρχουν ικανές γυναίκες μαέστροι αλλά το ποσοστό των συναυλιών που διευθύνουν είναι θα λέγαμε 1 προς 20 σε σχέση με τους άντρες", λέει. Όπως εξηγεί, στο εξωτερικό η κατάσταση αρχίζει να αλλάζει, καθώς υπάρχει μεγαλύτερη πίεση για ισότιμη εκπροσώπηση. "Στο εξωτερικό είναι πλέον υποχρεωτικό να δίνονται ευκαιρίες στις γυναίκες μαέστρους. Εκεί υπάρχουν τα σωματεία και οι γυναικείες οργανώσεις που ζητούν εξηγήσεις, αν αποκλειστούν γυναίκες από θέσεις κύρους".

Η αρχιμουσικός και υψίφωνος Μάτα Κατσούλη

"Στο παρελθόν η μορφή του μαέστρου με τρόμαζε"

Η ίδια παραδέχεται ότι η διεύθυνση ορχήστρας δεν ήταν εξαρχής το όνειρό της. "Στο παρελθόν, εκτός από ελάχιστες φωτεινές εξαιρέσεις, η μορφή του μαέστρου με τρόμαζε κάπως: η αυστηρότητα και, πολλές φορές, και μόνο το ενδεχόμενο κατάχρησης της εξουσίας που μοιραία δίνει αυτή η θέση δεν είναι κάτι που με γοήτευε", λέει. Όπως σημειώνει, αυτό που τελικά την οδήγησε στη συγκεκριμένη επιλογή ήταν η ουσιαστική σχέση του μαέστρου με τη μουσική δημιουργία: "Το πραγματικό κίνητρο για μένα στην απόφαση της σπουδής ήταν η βαθιά μουσική επιρροή που ασκεί ο μαέστρος στην ερμηνεία ενός έργου. Επίσης εκείνος είναι που βρίσκεται στο σημείο όπου ο ήχος γεννιέται και διαμορφώνεται, ο πιο άμεσος αποδέκτης της παραγωγής του. Παράλληλα, η μεγάλη αγάπη που έτρεφα ανέκαθεν για το συμφωνικό ρεπερτόριο ήταν αυτή που τελικά με οδήγησε στη σπουδή της διεύθυνσης ορχήστρας και όχι της χορωδίας".

Αναφερόμενη στο πρόγραμμα της συναυλίας, εξηγεί τι είναι αυτό που την γοητεύει στα δύο έργα που επέλεξε: "Με γοητεύουν για διαφορετικούς, αλλά βαθιά συμπληρωματικούς λόγους. Η Symphony No. 3 in G minor της Louise Farrenc είναι ένα έργο με εντυπωσιακή αρχιτεκτονική και εσωτερική ένταση. Πρόκειται για μια συμφωνία που συνδυάζει τη σαφήνεια της κλασικής φόρμας με μια πολύ ζωντανή ρομαντική ενέργεια. Με συγκινεί ιδιαίτερα η δύναμη με την οποία εξελίσσονται τα μουσικά θέματα και η ισορροπία ανάμεσα στη δραματικότητα και στη διαύγεια της γραφής".

Για τη "Μήδεια" του Benda σημειώνει μιλώντας στο TheTOC: "Με ελκύει για τον έντονα θεατρικό και ψυχολογικό της χαρακτήρα. Είναι ένα έργο στο οποίο η μουσική και ο λόγος λειτουργούν μαζί για να αποκαλύψουν τον εσωτερικό κόσμο της ηρωίδας. Η ορχήστρα δεν συνοδεύει απλώς τη δράση, γίνεται η ίδια φορέας των συναισθημάτων και της δραματικής έντασης". Και προσθέτει: "Αυτό που με συγκινεί ιδιαίτερα είναι ότι, παρότι πρόκειται για δύο πολύ διαφορετικά έργα, και τα δύο απαιτούν από την ορχήστρα μεγάλη ευαισθησία και ακρίβεια στην έκφραση. Και στα δύο, η μουσική ενέχει αφηγηματικό χαρακτήρα".

Το θέατρο Ολύμπια

Για τη μαέστρο, η συναυλία έχει και έντονη προσωπική διάσταση. "Η πρώτη φορά που ανέβηκα στη σκηνή του Θεάτρου Ολύμπια ήταν το 1991, ως νεαρή και ενθουσιώδης τραγουδίστρια. Λίγο πιο μετά επέστρεψα ως διευθύντρια της παιδικής χορωδίας, καθοδηγώντας παιδικές φωνές να αφουγκραστούν τον παλμό της μουσικής και της θεατρικής δημιουργίας".

Μιλώντας για το τι θα ήθελε να πάρει μαζί του το κοινό φεύγοντας από τη συναυλία, τονίζει: "Η βραδιά θα έχει στεφθεί με επιτυχία αν καταφέρουμε να φέρουμε νέο κοινό στις αίθουσες συναυλιών. Ένας ακόμη στόχος είναι να ξαναμάθουμε να ακούμε, να δώσουμε χώρο στους άλλους να μιλήσουν και να αφουγκραστούμε πραγματικά, κάτι που με την αποσπασματική και μονολεκτική επικοινωνία μέσω των social media έχουμε σε μεγάλο βαθμό ξεχάσει".

"Θα ήθελα το κοινό να καταλάβει τη δύναμη μιας συμφωνικής ορχήστρας"

Παράλληλα, όπως λέει, "θα ήταν επίσης σημαντικό να εντάξουμε στο ρεπερτόριο των ορχηστρών έργα της Louise Farrenc και άλλων σπουδαίων συνθετριών, ώστε να αναδειχθούν φωνές που για πολύ καιρό έμεναν στο περιθώριο". Και συμπληρώνει: "Θα ήθελα επίσης να καταλάβει το κοινό τη δύναμη μιας συμφωνικής ορχήστρας. Είναι τόσο σημαντική η ύπαρξη ενός τόσο δυναμικού και πολυμορφικού σώματος όπως η Συμφωνική Ορχήστρα του Δήμου Αθηναίων".

"Και, φυσικά, να ξαναβρούμε τη χαρά της κοινής εμπειρίας: να αφήσουμε τον καναπέ για λίγο, να πούμε "πάμε Ολύμπια;”".

Διαβάστε Επίσης