Οccupy:Το νέο βιβλίο του 86χρονου Νόαμ Τσόμσκι

Το τελευταίο βιβλίο του αμερικανού στοχαστή Νόαμ Τσόμσκι κυκλοφορεί στα ελληνικά στις αρχές Οκτωβρίου. Ακολουθεί προδημοσίευση της πρώτης ενότητας του βιβλίου.

occupyto-neo-biblio-tou-86xronou-noam-tsomski
SHARE THIS
0
SHARES

«... Είμαι αρκετά μεγάλος σε ηλικία ώστε να θυμάμαι την εποχή του μεγάλου οικονομικού κραχ. Λίγα χρόνια μετά όμως, στα μέσα της δεκαετίας του 1930 – και παρ’ όλο που η κατάσταση ήταν αντικειμενικά πολύ χειρότερη από τη σημερινή –, η ατμόσφαιρα ήταν πια αρκετά διαφορετική. Ακόμα και οι άνεργοι, στους οποίους περιλαμβάνονταν και πολλοί συγγενείς μου, είχαν την αίσθηση ότι 'θα καταφέρουμε να το ξεπεράσουμε', ότι 'τα πράγματα θα καλυτερεύσουν'...»

Αφιερωμένο στους ακτιβιστές που έχουν συλληφθεί μέχρι σήμερα κατά τις δράσεις του κινήματος Occupy (Καταλάβετε ) στις ΗΠΑ είναι το τελευταίο βιβλίο του αμερικανού στοχαστή Νόαμ Τσόμσκι, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Κέδρος στις αρχές Οκτωβρίου με τίτλο «Occupy- Σκέψεις πάνω στην ταξική πάλη, στην επανάσταση και στην αλληλεγγύη».

 

Ο καθηγητής Γλωσσολογίας ζει σήμερα στο Λέξινγκτον της Μασαχουσέτης και, κόντρα στην ηλικία του (86 χρονών) κατεβαίνει σε δρόμους και πλατείες δίνοντας διαλέξεις κατά της επέλασης του χρηματοπιστωτικού καπιταλισμού. 

«Το κίνημα Occupy» λέει ο Νόαμ Τσόμσκι «αποτελεί την πρώτη μεγάλη αντίδραση του κόσμου μετά από τριάντα χρόνια ταξικού πολέμου», ένα μαζικό λαϊκό κίνημα που ξεκίνησε από τη Νέα Υόρκη στις 17 Σεπτεμβρίου 2011 και γρήγορα εξαπλώθηκε σε χιλιάδες άλλα μέρη σε ολόκληρο τον κόσμο. Παρ' όλο που τα μέλη του κινήματος βρίσκονται υπό στενή παρακολούθηση και έρχονται αντιμέτωπα με παρενοχλήσεις, μαζικές συλλήψεις και παράνομες επιχειρήσεις,τα διεθνή δίκτυα που δημιουργήθηκαν κατά τη διάρκεια του Occupy εξακολουθούν να καταστρώνουν σχέδια και να οργανώνουν διαμαρτυρίες εκφράζοντας ελεύθερα το όραμά τους για μια δημοκρατική κοινωνία των πολιτών.

Ο Τσόμσκι τονίζει ότι ένα από τα μεγαλύτερα επιτεύγματα του κινήματος ήταν η ένταξη των ανισοτήτων της καθημερινής ζωής στην εθνική ατζέντα, επηρεάζοντας τον τρόπο δημοσιογραφικής κάλυψης, το επίπεδο ευαισθητοποίησης του κοινού, καθώς και την ίδια τη γλώσσα.

 Ο Τσόμσκι, αντλώντας στοιχεία από μια έκθεση που δημοσίευσε το Ερευνητικό Κέντρο Pew τον Ιανουάριο του 2012 σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνεται το κοινό την ταξική πάλη στις Ηνωμένες Πολιτείες, επισημαίνει ότι οι ανισότητες στη χώρα «έχουν αυξηθεί σε πρωτοφανή ιστορικά βαθμό».

 

Από τη μελέτη του Pew προέκυπτε ότι περίπου τα δύο τρίτα του πληθυσμού των ΗΠΑ συνειδητοποιούσε πως υπήρχαν «πολύ έντονες» ή «έντονες» συγκρούσεις ανάμεσα στους πλούσιους και τους φτωχούς - μια αύξηση της τάξης του 19% σε σύγκριση με το 2009.

Τη δεκαετία του 1930, όσοι είχαν μείνει άνεργοι περίμεναν ότι κάποια στιγμή θα έβρισκαν και πάλι δουλειά. Στην εποχή μας, αν κάποιος εργάζεται στη μεταποίηση και υποθέτοντας ότι θα διατηρηθούν οι τρέχουσες τάσεις, ξέρει ότι οι θέσεις που χάνονται δεν πρόκειται να ξαναδημιουργηθούν.

 Όπως αναφέρεται στον πρόλογο του βιβλίου στην αμερικανική έκδοση, ενώ για τη μαζική οικονομική καταστροφή που έχουν βιώσει οι Ηνωμένες Πολιτείες (με την κατάρρευση των τραπεζικών δανείων για τη στέγαση των φτωχών τάξεων) δεν συνελήφθη ούτε ένας τραπεζίτης, από τον Ιούλιο του 2013 και μετά έχουν συλληφθεί περισσότεροι από 7.760 άνθρωποι σε 122 πόλεις των ΗΠΑ επειδή συμμετείχαν σε δράσεις του κινήματος.

 Εν μέρει η αλλαγή της αφήγησης-υπογραμμίζεται στον πρόλογο- έχει να κάνει με την παραδοχή ότι εκατομμύρια Αμερικανών πλήττονται από τη φτώχεια, ενώ το σύστημα της «ελεύθερης αγοράς» επιτείνει τη δυστυχία τους παρέχοντας «χρηματοοικονομικά προϊόντα» τα οποία τους συνθλίβουν περισσότερο από ό,τι οποιονδήποτε άλλον. Ο συνδυασμός της αρπακτικότητας των επιχειρήσεων και της κρατικής αδιαφορίας δημιουργεί μορφές κοινωνικού καταναγκασμού και δομικής βίας οι οποίες στρέφονται εναντίον αυτού που ο Τσόμσκι αποκαλεί «πρεκαριάτο» - όσων, δηλαδή, ζουν σε επισφαλείς συνθήκες στις παρυφές της κοινωνίας: των ηλικιωμένων, των φτωχών και των έγχρωμων. «Δεν αποτελούν πλέον τις παρυφές» γράφει ο Τσόμσκι «αρχίζουν σιγά σιγά να αποτελούν ένα πολύ σημαντικό κομμάτι της κοινωνίας».

Προδημοσίευση

 Ακολουθεί προδημοσίευση της πρώτης ενότητας του βιβλίου (μετάφραση Κατερίνα Χαλμούκου) που θίγει το μέγα ζήτημα της κρίσης του συστήματος που -παρά τα τεχνολογικά του επιτεύγματα- γεννά μεγάλο πλούτο και μεγάλη φτώχεια…

Ιστορικά στοιχεία για την οικονομία των ΗΠΑ

Τη δεκαετία του 1970 σημειώθηκε μια αποφασιστική καμπή στην αμερικανική ιστορία. Επί αιώνες, ήδη από την ίδρυση της χώρας, η κοινωνία μας αναπτυσσόταν, αν και όχι πάντοτε με τον ενδεδειγμένο τρόπο. Αυτή είναι βέβαια μια άλλη ιστορία· το γεγονός είναι ότι επρόκειτο για μια αναπτυσσόμενη κοινωνία με τα σκαμπανεβάσματά της. Όμως η γενικότερη πρόοδος ήταν επικεντρωμένη στον πλούτο, τη βιομηχανοποίηση, την ανάπτυξη και την ελπίδα. Υπήρχε η σταθερή προσδοκία πως τα πράγματα θα εξακολουθούσαν να εξελίσσονται κατά τον ίδιο τρόπο. Και αυτό παρατηρούνταν ακόμα και σε πολύ σκοτεινές περιόδους.
Είμαι αρκετά μεγάλος σε ηλικία ώστε να θυμάμαι την εποχή του μεγάλου οικονομικού κραχ. Λίγα χρόνια μετά όμως, στα μέσα της δεκαετίας του 1930 – και παρ’ όλο που η κατάσταση ήταν αντικειμενικά πολύ χειρότερη από τη σημερινή –, η ατμόσφαιρα ήταν πια αρκετά διαφορετική. Ακόμα και οι άνεργοι, στους οποίους περιλαμβάνονταν και πολλοί συγγενείς μου, είχαν την αίσθηση ότι «θα καταφέρουμε να το ξεπεράσουμε», ότι «τα πράγματα θα καλυτερεύσουν». 
Υπήρχαν τότε μαχητικά και οργανωμένα εργατικά σωματεία, με κυριότερο την Ομοσπονδία Βιομηχανικών Συνδικάτων (CIO - Congress of Industrial Organizations), με έντονη δράση. Πραγματοποιούνταν μάλιστα καθιστικές απεργίες, οι οποίες προκαλούν τρόμο στον επιχειρηματικό κόσμο – το έβλεπε κανείς στις επιχειρηματικές εφημερίδες της εποχής –, επειδή η καθιστική απεργία δεν απέχει παρά ένα μόλις βήμα από την κατάληψη του εργοστασίου και την ανάληψη της διεύθυνσής του από τους εργαζομένους. Η ιδέα των καταλήψεων χώρων εργασίας είναι παρεμπιπτόντως πολύ επίκαιρη στις μέρες μας, και πρέπει να το έχουμε κατά νου – θα επανέλθω σε αυτό. Επίσης είχαν αρχίσει να τίθενται σε ισχύ οι νόμοι του Νιου Ντιλ, ως αποτέλεσμα της λαϊκής πίεσης. Παρά τις δυσκολίες, υπήρχε τότε μια αίσθηση ότι, με κάποιον τρόπο, «θα καταφέρουμε να το ξεπεράσουμε».
Τώρα τα πράγματα είναι πολύ διαφορετικά. Πολλοί άνθρωποι στις Ηνωμένες Πολιτείες βιώνουν ένα αίσθημα απελπισίας, που μερικές φορές γίνεται απόγνωση. Θεωρώ ότι είναι κάτι το πρωτόγνωρο στην αμερικανική ιστορία. Και έχει μια αντικειμενική βάση.

Σχετικά με την εργατική τάξη

Τη δεκαετία του 1930, όσοι είχαν μείνει άνεργοι περίμεναν ότι κάποια στιγμή θα έβρισκαν και πάλι δουλειά. Στην εποχή μας, αν κάποιος εργάζεται στη μεταποίηση (το ποσοστό ανεργίας στον συγκεκριμένο τομέα σήμερα είναι σχεδόν ίδιο με εκείνο της περιόδου του οικονομικού κραχ), και υποθέτοντας ότι θα διατηρηθούν οι τρέχουσες τάσεις, ξέρει ότι οι θέσεις που χάνονται δεν πρόκειται να ξαναδημιουργηθούν.
Η αλλαγή αυτή χρονολογείται από τη δεκαετία του 1970. Είναι πολλοί οι λόγοι που οδήγησαν σ’ αυτή την εξέλιξη. Ένας από τους βασικούς παράγοντες, τον οποίο ανέλυσε κυρίως ο Ρόμπερτ Μπρένερ, καθηγητής οικονομικής ιστορίας, ήταν η σταδιακή μείωση του ποσοστού κέρδους στον τομέα της μεταποίησης. Υπήρξαν όμως και άλλοι παράγοντες. Η εξέλιξη αυτή επέφερε σημαντικές αλλαγές στην οικονομία – μια αντιστροφή της μακραίωνης προοδευτικής πορείας με επίκεντρο τη βιομηχανοποίηση και την ανάπτυξη, γεγονός που πυροδότησε μια διαδικασία αποβιομηχάνισης και αποανάπτυξης. Φυσικά, η παραγωγή βιομηχανικών προϊόντων συνεχίστηκε στο εξωτερικό – αποφέροντας μεν μεγάλα κέρδη για τις επιχειρήσεις, κανένα όμως όφελος για το εργατικό δυναμικό.
Παράλληλα σημειώθηκε μια σημαντική μετατόπιση της οικονομίας από την παραγωγική επιχείρηση – η οποία παράγει προϊόντα που χρειάζονται ή θα μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν οι άνθρωποι –
στη χρηματοοικονομική χειραγώγηση. Η χρηματιστηριοποίηση της οικονομίας πραγματικά απογειώθηκε εκείνη την περίοδο.

Σχετικά με τις τράπεζες

Μέχρι τη δεκαετία του 1970 οι τράπεζες ήταν τράπεζες. Έκαναν αυτό που πρέπει να κάνουν οι τράπεζες σε μια κρατικοκαπιταλιστική οικονομία: έπαιρναν, για παράδειγμα, από τον λογαριασμό σου τα αχρησιμοποίητα κεφάλαια και τα αξιοποιούσαν για κάποιον δυνητικά χρήσιμο σκοπό, όπως η παροχή βοήθειας σε μια οικογένεια προκειμένου να αγοράσει σπίτι ή να στείλει το παιδί της στο πανεπιστήμιο, ή οτιδήποτε άλλο. Αυτή η πρακτική άλλαξε δραματικά κατά τη δεκαετία του 1970. Μέχρι τότε δεν ξεσπούσαν χρηματοπιστωτικές κρίσεις. Ήταν μια περίοδος αλματώδους ανάπτυξης – της υψηλότερης ανάπτυξης στην αμερικανική, ίσως και στην οικονομική, ιστορία –, βιώσιμης ανάπτυξης, καθ’ όλη τη διάρκεια της δεκαετίας του 1950 και του 1960. Και η ανάπτυξη συνοδευόταν από εισοδηματική ισότητα.
Επομένως, το κατώτερο πεμπτημόριο τα κατάφερνε εξίσου καλά σχεδόν με το ανώτερο πεμπτημόριο. Πολλοί άνθρωποι βελτίωσαν τότε σε έναν λογικό βαθμό το βιοτικό τους επίπεδο, συγκροτώντας αυτό που εδώ αποκαλείται «μεσαία τάξη». Σε άλλες χώρες την ονομάζουν «εργατική τάξη». Όμως ήταν μια πραγματική πρόοδος.
Τη δεκαετία του 1960 αυτή η διαδικασία επιταχύνθηκε. Ο ενεργητισμός του ’60, που αναπτύχθηκε μετά από μια ζοφερή δεκαετία, βελτίωσε πραγματικά με πολλούς τρόπους το πολιτιστικό επίπεδο της χώρας. Και αυτή η διαδικασία είχε μόνιμα αποτελέσματα. Που εξακολουθούν να είναι ορατά.
Με την έλευση της δεκαετίας του 1970 σημειώθηκαν ξαφνικές και απότομες αλλαγές: αποβιομηχάνιση, μεταφορά της παραγωγής σε άλλες χώρες και στροφή προς τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, τα οποία γνώρισαν τεράστια ανάπτυξη. Αξίζει να σημειωθεί ότι τις δεκαετίες του 1950 και του 1960 άρχισε επίσης να αναπτύσσεται αυτό που αρκετές δεκαετίες αργότερα θα αποτελούσε τον κλάδο της υψηλής τεχνολογίας: οι ηλεκτρονικοί υπολογιστές, το διαδίκτυο, η τεχνολογία πληροφοριών αναδύθηκαν κυρίως κατά τις δεκαετίες εκείνες, και με πρωτοστάτη τον δημόσιο τομέα. Χρειάστηκαν βέβαια δύο δεκαετίες για να απογειωθούν, όμως η απαρχή τους εντοπίζεται τότε.
Οι εξελίξεις κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1970 δημιούργησαν έναν φαύλο κύκλο οδηγώντας στη σταδιακή συγκέντρωση πλούτου στον χρηματοπιστωτικό τομέα. Η συγκέντρωση αυτή δεν απέβη προς όφελος της οικονομίας – το πιθανότερο είναι ότι πλήττει και αυτή και την κοινωνία –, όμως ενίσχυσε τρομερά τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα.


Σχετικά με την πολιτική και το χρήμα

Η συγκέντρωση πλούτου οδηγεί στη συγκέντρωση πολιτικής εξουσίας. Και η συγκέντρωση πολιτικής εξουσίας έχει ως αποτέλεσμα τη θέσπιση νομοθεσίας που διευκολύνει και επιταχύνει τις διαδικασίες που δημιούργησαν αυτό τον κύκλο. Τα νομοθετικά σώματα στις ΗΠΑ, κατά βάση δικομματικά, προωθούν νέες δημοσιονομικές πολιτικές, αλλαγές στη φορολογία, νέους κανόνες εταιρικής διακυβέρνησης, καθώς και την απορρύθμιση της οικονομίας. Παράλληλα άρχισαν να αυξάνονται πολύ απότομα οι εκλογικές δαπάνες, γεγονός που ωθεί τα πολιτικά κόμματα σε ακόμα πιο στενή εξάρτηση από τις τσέπες των επιχειρηματιών.
Ουσιαστικά τα κόμματα διαλύθηκαν, από πολλές απόψεις. Παλαιότερα, εάν κάποιο από τα μέλη του Κογκρέσου εποφθαλμιούσε ένα πόστο όπως η προεδρία επιτροπής ή κάποια άλλη θέση ευθύνης, ο διορισμός του γινόταν κυρίως με βάση την «αρχαιότητα» και τη θητεία του. Μέσα σε λίγα χρόνια όμως, υποχρεώνονταν πια να συνεισφέρουν στα ταμεία του κόμματος προκειμένου να προαχθούν, ένα ζήτημα που έχει μελετηθεί κυρίως από τον Τομ Φέργκιουσον. Το γεγονός αυτό πολύ απλά ώθησε ολόκληρο το σύστημα σε ακόμα μεγαλύτερη οικονομική εξάρτηση από τις εταιρίες, και περισσότερο από αυτές του χρηματοπιστωτικού τομέα.
Η διαδικασία αυτή οδήγησε σε μια τρομακτική συσσώρευση πλούτου, με κύριο ωφελημένο το 0,1% του πληθυσμού. Στο μεταξύ, για το μεγαλύτερο μέρος του γενικού πληθυσμού αυτή ήταν η αρχή μιας περιόδου στασιμότητας, ή ακόμα και μείωσης των εισοδημάτων. Οι άνθρωποι τα έβγαζαν πέρα, αλλά χρησιμοποιώντας τεχνικές όπως η διεύρυνση των ωραρίων εργασίας, ο δανεισμός με υψηλά επιτόκια και η αξιοποίηση της ανατίμησης των περιουσιακών τους στοιχείων, όπως έδειξε η πρόσφατη φούσκα των ακινήτων. Πολύ σύντομα οι Ηνωμένες Πολιτείες βρέθηκαν να έχουν πολύ πιο διευρυμένα ωράρια εργασίας σε σύγκριση με άλλες βιομηχανικές χώρες όπως η Ιαπωνία και τα ευρωπαϊκά κράτη. Έτσι, για την πλειονότητα του πληθυσμού άρχισε μια περίοδος στασιμότητας και μαρασμού, η οποία ήταν παράλληλα περίοδος απότομης συγκέντρωσης του πλούτου. Το πολιτικό σύστημα άρχισε να αποσυντίθεται.
Ανέκαθεν υπήρχε ένα χάσμα ανάμεσα στη δημόσια πολιτική και τη λαϊκή βούληση, το χάσμα αυτό όμως απέκτησε πια αστρονομικές διαστάσεις. Αυτό φαίνεται όντως και στην παρούσα περίοδο.
Ας ρίξουμε μια ματιά σε όσα συμβαίνουν αυτή τη στιγμή. Στην Ουάσιγκτον, το φλέγον ζήτημα, στο οποίο εστιάζουν όλοι την προσοχή τους, είναι το έλλειμμα. Για τους απλούς ανθρώπους το έλλειμμα, και δικαίως, δεν είναι και τόσο σοβαρό ζήτημα. Και όντως δεν είναι. Το πρόβλημα είναι η ανεργία, όχι το έλλειμμα. Υπάρχει επιτροπή για το έλλειμμα, δεν υπάρχει όμως επιτροπή για την ανεργία. Όσον αφορά το έλλειμμα, το ευρύ κοινό έχει διαμορφώσει ήδη άποψη. Ρίξτε μια ματιά στις δημοσκοπήσεις. Η κοινή γνώμη είναι σε συντριπτικό ποσοστό υπέρ της επιβολής υψηλότερης φορολογίας στους πλούσιους, η οποία μειώθηκε σημαντικά αυτή την περίοδο στασιμότητας και υποχώρησης των εισοδημάτων για τους πολλούς – υψηλότερη φορολογία στους πλούσιους και διατήρηση των περιορισμένων κοινωνικών επιδομάτων.
Η επιτροπή για το έλλειμμα πιθανότατα θα καταλήξει στο αντίθετο συμπέρασμα. Είτε θα καταλήξει σε συμφωνία που θα κινείται σε αντίθετη κατεύθυνση από εκείνη που επιθυμεί το ευρύ κοινό είτε θα δρομολογήσει κάποια αυτόματη διαδικασία με ανάλογα αποτελέσματα. Πραγματικά, είναι κάτι που πρέπει να το αντιμετωπίσουμε πολύ γρήγορα.
Η επιτροπή για το έλλειμμα πρόκειται να εκδώσει την απόφασή της εντός δύο περίπου εβδομάδων. Τα κινήματα Occupy θα μπορούσαν να αποτελέσουν την κρίσιμη μάζα στην προσπάθεια να αποτρέψουμε αυτή τη μαχαιριά στην καρδιά ετούτης της χώρας. Η απόφαση θα μπορούσε να έχει πολύ αρνητικές επιπτώσεις. Είναι άμεσο καθήκον μας.

Σχετικά με την οικονομία

Χωρίς να υπεισέλθουμε σε λεπτομέρειες, αυτό που συμβαίνει τα τελευταία τριάντα χρόνια είναι πραγματικά ένας εφιάλτης τον οποίο οι κλασικοί οικονομολόγοι είχαν προβλέψει.
Ο Άνταμ Σμιθ είχε εξετάσει ήδη από τότε την πιθανότητα να μεταφέρουν οι έμποροι και οι βιομήχανοι της Αγγλίας τις δραστηριότητές τους στο εξωτερικό – να κάνουν επενδύσεις στο εξωτερικό και να εισάγουν από το εξωτερικό. Υποστήριζε ότι οι ίδιοι θα είχαν κέρδος, η Αγγλία όμως θα ζημιωνόταν.
Ωστόσο, στη συνέχεια αποφαινόταν ότι οι έμποροι και οι βιομήχανοι θα προτιμούσαν να συνεχίσουν να δραστηριοποιούνται στη χώρα τους – φαινόμενο που είναι γνωστό με τον όρο «σφάλμα εντοπιότητας» (home bias). Δηλαδή, μία «αόρατη χειρ», ας πούμε, θα γλίτωνε την Αγγλία από τον όλεθρο αυτής που αποκαλούμε σήμερα νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση. Το απόσπασμα αυτό είναι πολύ σημαντικό για να περάσει απαρατήρητο. Είναι η μόνη αναφορά που γίνεται στην «αόρατη χείρα» στο κλασικό του έργο Wealth of Nations (Ο πλούτος των εθνών). Ίσως κάποια «αόρατη χειρ» να έσωζε όντως την Αγγλία από τη νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση.
Ο άλλος μεγάλος κλασικός οικονομολόγος, ο Ντέιβιντ Ρικάρντο, είχε επισημάνει κι αυτός το ίδιο, αν και είχε την ελπίδα πως δεν θα συμβεί – μια μάλλον συναισθηματική προσέγγιση –, και πράγματι για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα δεν συνέβη. Συμβαίνει όμως τώρα. Αυτή ακριβώς η διαδικασία βρίσκεται σε εξέλιξη τα τελευταία τριάντα χρόνια.

Πλουτονομία και πρεκαριάτο

Για τον πολύ κόσμο, δηλαδή για το 99% του πληθυσμού όπως υποστηρίζει το κίνημα Occupy, τα πράγματα είναι εξαιρετικά δύσκολα. Και θα μπορούσαν να γίνουν χειρότερα. Μπορεί κάλλιστα να διανύουμε μια περίοδο μη αναστρέψιμης υποχώρησης του βιοτικού επιπέδου. Για το 1%, ή και για ακόμα μικρότερο ποσοστό – για το ένα δέκατο του 1% –, τα πράγματα είναι μια χαρά. Οι άνθρωποι αυτοί είναι πιο πλούσιοι από ποτέ, πιο ισχυροί από ποτέ· ελέγχουν το πολιτικό σύστημα αδιαφορώντας για τον λαό. Και, από την πλευρά τους, γιατί να μη θέλουν να συνεχιστεί αυτή η κατάσταση; Γι’ αυτό ακριβώς μας είχαν προειδοποιήσει ο Άνταμ Σμιθ και ο Ντέιβιντ Ρικάρντο.
Ας πάρουμε για παράδειγμα τη Citigroup. Επί δεκαετίες η Citigroup αποτελεί έναν από τους μεγαλύτερους και πιο διεφθαρμένους οργανισμούς επενδυτικής τραπεζικής, ο οποίος έχει διασωθεί επανειλημμένως με χρήματα των φορολογουμένων, αρχής γενομένης από τα πρώτα χρόνια της προεδρίας Ρέιγκαν και φτάνοντας μέχρι τις μέρες μας. Δεν πρόκειται να μπω σε λεπτομέρειες όσον αφορά τη διαφθορά – πιθανότατα γνωρίζετε ήδη γι’ αυτό το ζήτημα –, τα γεγονότα αυτά όμως είναι αρκετά εντυπωσιακά.
Το 2005 η Citigroup κυκλοφόρησε ένα έντυπο για τους επενδυτές με τίτλο «Πλουτονομία: Αγοράζοντας μετοχές πολυτελείας, αναλύοντας τις παγκόσμιες ανισότητες». Το προσπέκτους τούς παρότρυνε να επενδύσουν χρήματα σε έναν «δείκτη πλουτονομίας». Το περιληπτικό σημείωμα λέει ότι «ο Κόσμος χωρίζεται σε δύο μπλοκ – την Πλουτονομία και τους υπόλοιπους».
Ο όρος «πλουτονομία» αναφέρεται στους εύπορους, σε εκείνους που αγοράζουν αγαθά πολυτελείας κ.λπ., οι οποίοι ελέγχουν το παιχνίδι. Υποστήριζε, λοιπόν, η Citigroup ότι ο συγκεκριμένος δείκτης πλουτονομίας ξεπερνούσε κατά πολύ σε απόδοση το χρηματιστήριο και ότι εκεί έπρεπε να επενδύσει κανείς τα χρήματά του. Όσο για τους υπόλοιπους, ας πάνε να πνιγούν. Δεν μας νοιάζει καθόλου. Στην πραγματικότητα, δεν τους χρειαζόμαστε. Είναι βέβαια απαραίτητοι αν θέλουμε να έχουμε πάντα ένα ισχυρό κράτος που θα μας προστατεύει και θα μας βγάζει από τη δύσκολη θέση, όμως δεν έχουν καμία άλλη χρησιμότητα. Αυτή την περίοδο αποκαλούνται συχνά «πρεκαριάτο» – οι άνθρωποι που ζουν σε επισφαλείς συνθήκες στις παρυφές της κοινωνίας. Δεν αποτελούν όμως πλέον τις παρυφές. Αρχίζουν σιγά σιγά να αναδεικνύονται σε ένα πολύ σημαντικό κομμάτι της κοινωνίας στις Ηνωμένες Πολιτείες, όπως και αλλού. Και αυτό θεωρείται καλό. 
Έτσι, για παράδειγμα, ο Άλαν Γκρίνσπαν, όταν ήταν ακόμη ο «Άγιος Άλαν» – και όλοι οι ειδικοί στον τομέα της οικονομίας τον θεωρούσαν έναν από τους σπουδαιότερους οικονομολόγους όλων των εποχών (πριν από την πρόσφατη οικονομική κατάρρευση, για την οποία ήταν ο βασικός υπεύθυνος) –, είχε καταθέσει ενώπιον του Κογκρέσου, την περίοδο της προεδρίας Κλίντον. Περιγράφοντας τα θαύματα της ακμάζουσας οικονομίας της οποίας είχε την εποπτεία, είχε δηλώσει ότι κατά ένα μεγάλο ποσοστό η επιτυχία οφειλόταν, εν πολλοίς, σε αυτό που ο ίδιος αποκαλούσε «αυξανόμενη εργασιακή ανασφάλεια». Αν οι εργαζόμενοι νιώθουν ανασφάλεια, αν αποτελούν μέρος αυτού που τώρα ονομάζουμε «πρεκαριάτο», ζώντας σε επισφαλείς συνθήκες, τότε δεν πρόκειται να αρχίσουν τις διεκδικήσεις, δεν πρόκειται να αγωνιστούν για να εξασφαλίσουν έναν καλό μισθό ή επιδόματα. Μπορούμε να τους διώξουμε κλοτσηδόν αν δεν τους χρειαζόμαστε. Και αυτό ακριβώς σημαίνει, με τεχνικούς όρους, «υγιής» οικονομία. Και γι’ αυτή του την τοποθέτηση ο Γκρίνσπαν έγινε αποδέκτης ιδιαιτέρως εγκωμιαστικών σχολίων και θαυμασμού.
Έτσι, τώρα ο κόσμος χωρίζεται πράγματι στα δύο, στην πλουτονομία από τη μια και στο πρεκαριάτο από την άλλη – ή, σύμφωνα με την ορολογία του κινήματος Occupy, στο 1% και στο 99%. Δεν πρόκειται για απλά νούμερα, αλλά για την πραγματική εικόνα. Τώρα πλέον στο παιχνίδι έχει μείνει μόνο η πλουτονομία. Θα μπορούσε, λοιπόν, να συνεχιστεί αυτή η κατάσταση.

Αν όντως συνεχιστεί αυτή η κατάσταση, η ιστορική ανατροπή που άρχισε τη δεκαετία του 1970 ενδέχεται να καταστεί μη αναστρέψιμη. Προς τα κει οδεύουμε. Και το κίνημα Occupy είναι η πρώτη πραγματική, μαζική λαϊκή αντίδραση, που θα μπορούσε να ανακόψει αυτή την πορεία.

Ακολούθησε το theTOC.gr στο Facebook