Όταν η Φωτεινή Τσαλίκογλου συνάντησε την Μαργαρίτα Καραπάνου

Οι δυο γυναίκες στο βιβλίο μοιράστηκαν τα όρια και τις δυνατότητες μιας ειλικρινούς κατάθεσης βιωμάτων και συλλογισμών.

otan-i-fwteini-tsalikoglou-sunantise-tin-margarita-karapanou
SHARE THIS
0
SHARES

Στο εξώφυλλο, η Μαργαρίτα Καραπάνου κρατά πάντα το τσιγάρο στο χέρι, άσβεστο μέσα στο χρόνο. Οι δυο γυναίκες κοιτάζονται στα μάτια, μέσα σέ χρώματα παστέλ σαν να απαλύνουν το σκότος. Η Μαργαρίτα Καραπάνου, κόρη της Μαργαρίτας Λυμπεράκη, με σπουδές κινηματογράφου και φιλοσοφίας, εμφανίστηκε στα ελληνικά γράμματα το 1976 με το μυθιστόρημα «Η Κασσάνδρα και ο λύκος». Το βιβλίο έκανε πάταγο. Το δεύτερο, «Ο Υπνοβάτης», τιμήθηκε με το βραβείο καλύτερου ξένου μυθιστορήματος στη Γαλλία το 1988.

Η προσωπικότητα της Καραπάνου, πολύπλοκη, σκοτεινή, σχεδόν μυστηριώδης τραβούσε σαν μαγνήτης το ενδιαφέρον των αναγνωστών. Η Καραπάνου πέθανε τον Δεκέμβριο του 2008, αλλά λίγο νωρίτερα είχαν κυκλοφορήσει τα δύο τελευταία της αυτοβιογραφικά βιβλία. Το «Δε μ' αγαπάς. Μ' αγαπάς» στο οποίο περιλαμβάνονται 117 γράμματα που της έστειλε η μητέρα της από το Παρίσι και το «Η ζωή είναι αγρίως απίθανη», στο οποίο περιέχεται τα ημερολόγιο που τηρούσε από ηλικία δεκατριών έως τριάντα τριών ετών. Όμως ακόμα νωρίτερα, το 2006, κυκλοφόρησε το «Μήπως;» ένα διαλογικό βιβλίο της Μαργαρίτας Καραπάνου με την Φωτεινή Τσαλίκογλου που συνθέτει την περιπέτεια της γραφής και παράλληλα αποκαλύπτει πτυχές ενός συναρπαστικού ταξιδιού στη σκέψη των δύο γυναικών. Δώδεκα χρόνια έχουν περάσει από την πρώτη του έκδοση και το βιβλίο επανακυκλοφορεί από τις εκδόσεις Καστανιώτη. 

"Δεν υπάρχει θάνατος", της λέω, "το να πεθαίνεις είναι να φεύγεις για λίγο".
"Ναι", μου γνέφει. Και μ' ένα απαγορευμένο τσιγάρο στα χείλη, χαμογελώντας, μου κλείνει συνωμοτικά το μάτι».

Αυτό το σύντομο σημείωμα έγραψε η Φωτεινή Τσαλίκογλου για την επανέκδοση του βιβλίου που περιέχει τις συνομιλίες των δυο γυναικών. 32 πρωινά. Γράφτηκαν 30.143 λέξεις. «‘Έφευγε για μια στιγμή το σκοτάδι» γράφει η Φωτεινή Τσαλίκογλου. 

 

Φίλες σαν αδερφές οι δυο γυναίκες που γνωρίστηκαν το 1974, μοιράστηκαν μια συζήτηση που δε τελειώνει ποτέ, που διαρκεί όσο οι μεγάλες σχέσεις και ακόμα πιο πέρα, πέρα από το θάνατο, αλλά και τον θανάσιμο πόνο της ζωής. Καθηγήτρια ψυχολογίας η Τσαλίκογλου, συγγραφέας η Καραπάνου, μιλάνε για την τρέλα και τον έρωτα, τον πόνο και τις αγιάτρευτες πληγές, την εξοχή, τα φιλιά και τις πληγές σε ένα παιχνίδι νοημάτων, αισθημάτων και λέξεων που καταδύεται σε σκοτεινές πτυχές και αναπνέει μέσα στο τρεμάμενο φως της ύπαρξης. 

Η συζήτηση των δυο γυναικών ξεκίνησε σαν παιχνίδι, δεν υπάηρχαν χαμένοι και κερδισμένοι, μόνο εξομολογήσεις, διατυπώσεις, ερωτηματικά και αποδοχή. Οι δυο γυναίκες εναλλάσσουν τους ρόλους τους, σκέφτονται φωναχτά για αυτό που σημαίνει ζωή, για το χρόνο και τις αγωνίες που δημιουργεί για το εφήμερο, το εύθραυστο, για την παντοτινή  μοναξιά.  

Σήμερα με την επανέκδοση του «Μήπως;» η Φωτεινή τσαλίκογλου αποτίνει και ένα φόρο τιμής σε μια φιλία που δε χάνεται στο χρόνο και δε νικιέται από το θάνατο.  

 «...Φ.: Επέζησες ενός πολέμου Μαργαρίτα;
M.: Ναι.
Φ.: Εμφυλίου πολέμου;
M.: Εμφυλίου πολέμου. Ήταν σαράντα χρόνια επιβίωσης.
Φ.: Εμφύλιος πόλεμος σαράντα χρόνια μέσα σου και γύρω σου.
M.: Ακριβώς. Ήταν επιβίωσης χρόνια. Τώρα αρχίζω και ζω. Στα εξήντα μου. Αρχίζω και χαίρομαι άμα κάνω ντους , άμα βάζω τις κρέμες μου, άμα βγαίνω έξω και είμαι όμορφη...Αρχίζω κι αισθάνομαι καλά. Γι' αυτό κάποιος που δεν ήταν άρρωστος δεν μπορεί να καταλάβει τη διαφορά. 
Φ.: Το «καλά» εντέλει απαρτίζεται από πολύ μικρά πράγματα. Κι όλα μαζί τα πολύ μικρά πράγματα κάνουν κάτι το πολύ μεγάλο. 
M.: Ακριβώς, δένονται μεταξύ τους.
Φ.: Αυτό είναι ένα μάθημα ζωής, το δέσιμο.
M.: Εάν δεν είχα πάθει αυτή την αρρώστια, τη μανιοκατάθλιψη, δεν θα' μουνα ο άνθρωπος που είμαι τώρα. Και θα σου πω κάτι τρομερό. Κάπου της είμαι ευγνώμων. 
Φ.: Ο Τόμας Μαν στο ομώνυμο έργο του αποκαλεί την αρρώστια «το μαγικό βουνό» του ανθρώπου. Μ' είχε ταράξει αυτό το βιβλίο, όπως κι εσένα. Γι' αυτό είμαστε φίλες Μαργαρίτα. Γιατί μας ταράζουν τα ίδια βιβλία...»

 

«Δε το γράψαμε αυτό βιβλίο, το μιλήσαμε», λέει η Φωτεινή Τσαλίκογλου. Μίλησαν για την τρέλα, τη θεραπεία, τη λογοτεχνία σαν δυο άνθρωποι που αγαπιούνται, σαν ένας άνθρωπος. Ή σαν δυο άγνωστοι άνθρωποι που ομολογούν αβίαστα, χωρίς το άγχος της συνέχειας, της αποδοχής. Είναι δυο άνθρωποι που κάθονται δίπλα και μιλούν, φτιάχνοντας ένα βιβλίο κατ΄ ουσίαν ιδιωτικό, που  γενναιόδωρα το μοιράζονται με τον αναγνώστη.

Τον αναγνώστη που παίρνει στα χέρια του το βιβλίο και αισθάνεται ότι αυτό που συμβαίνει τον αφορά. Κερδισμένο στοίχημα μέσα στο χρόνο η συζήτηση των δυο γυναικών. Ανοιχτό και γενναιόδωρο, ένα βιβλίο που «δε φοβάται» να δείξει το σκοτάδι και τις πληγές σε ένα πείραμα της αληθινής ζωής, της αντοχής της φιλίας, της δύναμης της αποκάλυψης των κρυμμένων μυστικών που έρχονται στη συζήτηση χωρίς λογοκρισία. Λίγες φορές παίρνουμε στα χέρια μας ένα βιβλίο προσωπικό, εξομολογητικό, απογυμνωμένο από αγκυλώσεις και κοινωνικούς φόβους αποδοχής. Ο διάλογος είναι μια άνευ όρων παράδοση της μιας συνομιλήτριας στην άλλη. Ο θρίαμβος μια αληθινής και σπάνιας σχέσης που ευτυχώς έχουμε το ντοκουμέντο της.

«Γιατί να μην το πω; H Μαργαρίτα με κάνει καλύτερο άνθρωπο. Μετά από κάθε συνάντηση τα ένιωθα όλα ξεκάθαρα και δεν υπήρχε κανένα μυστήριο σε αυτή τη διαύγεια. Μόνο φως. Και δεν ήταν παραπλανητικό φως. Γιατί το φως που μοιραστήκαμε οι δυο μας είχε και σκοτάδια και σκιές, και αυτό το έκανε ανθρώπινο. Σκέτο φως έχει κάτι το απάνθρωπο» έλεγε σε μια παλιότερη συνέντευξη η Φωτεινή Τσαλίκογλου όταν εκδόθηκε το βιβλίο. Οι δυο γυναίκες στο βιβλίο μοιράστηκαν τα όρια και τις δυνατότητες μιας ειλικρινούς κατάθεσης βιωμάτων και συλλογισμών. Κατάφεραν να αποδράσουν από συμβάσεις, αγκυλώσεις, ρόλους και ιδιότητες και να αφήσουν τον αναγνώστη να αφουγκραστεί σαν τρίτο αυτί τις δυο γυναίκες που εναλλάσσονται στους ρόλους θεραπευτών και θεραπευομένων. 
 

 

Ένα απόσπασμα από το βιβλίο 

Μαργαρίτα.: Τη δεύτερη και τελευταία φορά που βρέθηκα στην κλινική ένιωθα πολύ δυστυχισμένη, μόνη με πολλά φάρμακα, ήμουνα μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας, όταν ένα πρωί στο παράθυρο, στο περβάζι, ήρθε και στάθηκε ένα πουλάκι πολύ μικρούλι. Σηκώθηκα αργά αργά και το πλησίασα, και για να μην τρομάξει δεν κουνήθηκα καθόλου, απλώς το κοιτούσα. Μέσα μου αισθάνθηκα κάτι, αλλά πολύ πιο βαθιά απ’ την αρρώστια, που έλεγε: «Μήπως;» Τώρα τι εννοούσα με το «μήπως»; Μήπως θα ζήσω; Μήπως υπάρχει ζωή; Μήπως θα γίνω κάποτε καλά; Και αυτή η λέξη, «Μήπως;» μου έχει μείνει. Γιατί ήτανε εκτός πλαισίου, δηλαδή μήπως τι; Αλλά ήταν αισιοδοξίας μήνυμα αυτό το πουλάκι. 

Φωτεινή.: Ένα πουλάκι που το λέγαν «Μήπως;». 

Μαργαρίτα.: Ακριβώς. Έτσι το έλεγαν: «Μήπως;» Και κάθισε πολλή ώρα, θυμάμαι. Ήθελα να πάω να το πιάσω, αλλά ήξερα ότι θα ’φευγε και στάθηκα σε μιαν απόσταση και το κοίταζα. Ήταν πολύ μικρό, μάλλον σπουργίτι. Και καθόταν ακίνητο τελείως, σαν να φοβόμουν εγώ μη φύγει κι αυτό να φοβόταν εμένα. Όμως έμεινε ένα τέταρτο κι έκανε το κεφαλάκι του τακ, τακ, τακ. Ήταν τόσο τρυφερό και τόσο μικρό και τόσο «Μήπως;». 

 

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Ακολούθησε το theTOC.gr στο Facebook