«Περιμένοντας τον Γκοντό» στον Βοτανικό

Δύο περιπλανώμενοι αλήτες στη βιομηχανική περιοχή του Βοτανικού. O Βασίλης Μπισμπίκης στο TheTOC για το αριστούργημα του Μπέκετ που ανεβαίνει από την ομάδα CARTEL.

perimenontas-ton-gkonto-ston-botaniko
|
SHARE THIS
0
SHARES

«Εάν κάνεις πολιτική ανάγνωση του έργου, είναι σα να διαβάζεις πολιτική μπροσούρα. Η αναμονή της συμφωνίας με τους θεσμούς, το δίπολο ευρώ - δραχμή, η αναμονή, η πίστη, η συνεχής παλινδρόμηση.

Οι δύο περιπλανώμενοι περιμένουν ‘κάτι’. Όπως όλοι ελπίζουμε ότι θα έρθει ‘κάτι’.

Δες την ιστορία με τον Τσίπρα. Από τη μία η ελπίδα ότι έρχεται για να κάνει και να διορθώσει και από την άλλη, η πίστη που χάνεται, επιστρέφει, κλονίζεται…»

 

Η Ομάδα CARTEL παρουσιάζει το κορυφαίο έργο του νομπελίστα Σάμιουελ Μπέκετ «Περιμένοντας τον Γκοντό»: μια «κωμικοτραγωδία» στον Τεχνοχώρο CARTEL.

Ο Βασίλης Μπισμπίκης είναι ο Βλαδίμηρος, ο ένας από τους δύο (διάσημους) ήρωες του Μπέκετ, τους περιπλανώμενους αλήτες που, στην προκειμένη περίπτωση / παράσταση δίνουν ραντεβού στη βιομηχανική περιοχή του Βοτανικού. Σ´ έναν έρημο δρόμο.

Τι περιμένουν; Γιατί τίποτα δεν έρχεται;

Πέρα από την πολιτική και τη θρησκεία

«Το έργο είναι κωμικοτραγικό, αλλά εάν επιχειρήσει κανείς μία πιο βαθιά ερμηνεία και δεν το περιορίσει στην πολιτική ή στη θρησκεία, θα δει ότι το θέμα είναι η αναμονή της λύσης από έναν εξωτερικό παράγοντα» λέει ο Βασίλης Μπισμπίκης.

Eάν επιχειρήσει κανείς μία πιο βαθιά ερμηνεία και δεν το περιορίσει στην πολιτική ή στη θρησκεία, θα δει ότι το θέμα είναι η αναμονή της λύσης από έναν εξωτερικό παράγοντα

«Μόνο εάν η αναζήτηση στραφεί εντός, στο τι μπορεί να δει κανείς ως λύση από τον εαυτό του, μόνο τότε συνειδητοποιεί ότι στην πραγματικότητα, η έξωθεν λύση δεν θα έρθει ποτέ. Αυτός είναι ο πυρήνας του έργου. Είτε κάνεις ψυχολογική, υπαρξιακού χαρακτήρα ανάλυση, είτε πολιτική.

Εάν περιμένουμε τη λύση απέξω και δεν κάνουμε εμείς πρώτοι τις αλλαγές, δεν θα αλλάξει το παραμικρό. Είτε πρόκειται για τον Τσίπρα, είτε για τον Οιδίποδα Τύραννο. Θα έρθει ο Οιδίποδας, θα δώσει τη λύση -που σημαίνει, θα λύσει το πρόβλημα της Σφίγγας- αλλά θα τυφλωθεί και θα φύγει κυνηγημένος.

Η επανάσταση μπορεί να ξεκινήσει από τη μικρή κλίμακα του καθενός. Εάν κάνεις τη δουλειά σου με αγάπη, προσοχή και πίστη, ήδη έχει συντελεστεί μια επανάσταση. Είτε είσαι εφοριακός, είτε είσαι καφετζής, είτε είσαι εστιάτορας».

 

Aυλαία είναι η γκαραζόπορτα

«Η ιστορία, η παράσταση μας διαδραματίζεται έξω από τη γκαραζόπορτα του CARTEL, του παλιού μηχανουργείου. Το κοινό είναι μέσα, η γκαραζόπορτα ανοίγει και οι ήρωες, είναι έξω –εκεί έξω έχουν δώσει ραντεβού.

Όπως και το έργο του Μπέκετ, που δεν έχει αρχή, μέση και τέλος, δεν έχει γραμμική αφήγηση, έτσι και η πολιτική αφήγηση είναι θολή. Δεν ξέρω εάν είμαστε στο τέλος ή στην αρχή της περιπέτειας

Παίζουμε και περνάνε σκουπιδιάρικα, μετανάστες, ποδήλατα, σκυλιά. Κάποια στιγμή ο Εστραγκόν και ο Βλαδίμηρος έρχονται και μέσα -για να προστατευτούν, να παίξουν, αλλά το όριο, η αυλαία κατά έναν τρόπο, είναι η γκαραζόπορτα…»

Η δική μου αναμονή

Εσύ τι περιμένεις; ρωτά το TheTOC τον Βασίλη Μπισμπίκη.

«Η αλήθεια είναι ότι τα τελευταία πέντε χρόνια, τα χρόνια της κρίσης, δουλεύω συνέχεια. Αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι δεν παρακολουθώ τι γίνεται γύρω μου, τι συμβαίνει στους φίλους μου. Ξέρω και στενοχωριέμαι.

Η δική μου αναμονή είναι η ίδια με την αναμονή όλων μας. Τα πράγματα θα πάνε καλύτερα; Όπως και το έργο του Μπέκετ, που δεν έχει αρχή, μέση και τέλος, δεν έχει γραμμική αφήγηση, έτσι και η πολιτική αφήγηση είναι θολή. Δεν ξέρω εάν είμαστε στο τέλος ή στην αρχή της περιπέτειας. Εάν τουλάχιστον, ξέραμε ότι τελειώνει, ότι είμαστε στον πάτο, θα ήταν κάτι. Αλλά, ούτε αυτό ξέρουμε».

 

Το θέμα είναι η συμβίωση

Ο Μπέκετ, που ένιωθε τη ρουτίνα σαν «καρκίνο του χρόνου» και την κοινωνική συναναστροφή ως «σκέτη πλάνη», αποτύπωσε στον «Γκοντό» την τρομακτική σταθερότητα του κόσμου.

Όταν ο Alan Schneider, ο πρώτος αμερικανός σκηνοθέτης του έργου, ρώτησε τον Μπέκετ τι θέλησε να πει με το έργο, έλαβε την απάντηση: «Αν το ήξερα, θα το έλεγα στο έργο».

Όταν ο άγγλος ηθοποιός, που έπαιξε τον Εστραγκόν, Peter Woodthorpe, τον ρώτησε, επίσης, μια μέρα σ’ ένα ταξί, ποιο είναι το θέμα του έργου: «Όλο το θέμα είναι η συμβίωση, Πήτερ· η συμβίωση είναι», απάντησε ο Μπέκετ.

 

Η παράσταση

Δύο περιπλανώμενοι αλήτες δίνουν ραντεβού στη βιομηχανική περιοχή του Βοτανικού. Σ´ έναν έρημο δρόμο.

Στο μοναδικό δέντρο που διακόπτει τη μονοτονία του τοπίου.

Περιμένουν κάποιον να έρθει.

«Τίποτα δε γίνεται. Κανείς δεν έρχεται. Κανείς δε φεύγει. Είναι τρομερό!»

Ο Εστραγκόν έχει την τάση να ξεχνά κάτι αμέσως μόλις συμβεί, είναι ευμετάβολος, συχνά σκεπτικός και κάπως ανυπεράσπιστος, βλέπει συχνά όνειρα, βρωμάνε τα πόδια του, κάποτε -λέει- ήταν ποιητής και πιστεύει ακράδαντα πως «οι άνθρωποι είναι για τα πανηγύρια». Ο Βλαδίμηρος είναι πιο πρακτικός τύπος, κάπως επίμονος, ούτε θέλει να ακούει για όνειρα, θυμάται λεπτομερώς κάθετί που συμβαίνει, έχει βαθιά ελπίδα πως ο Γκοντό θα έρθει, είναι προστατευτικός, ξέρει νανουρίσματα, αλλά μυρίζει το στόμα του.

Καβγαδίζουν, βαριούνται, επαναλαμβάνονται.

Απειλούν ότι θα αυτοκτονήσουν.

Κάνουν γυμναστικές επιδείξεις.

Παίζουν θέατρο.

Και διαρκώς μιλούν για κάποιο ραντεβού.

Αρκούν αυτά για να ξεφύγουν από την ανία και την πλήξη της ύπαρξης; Αρκεί να περιμένεις κάτι; Ή κάποιον;

 

Περιμένοντας τον κύριο Γκοντό

Με την ελπίδα ένα γεγονός (ή πράγμα ή πρόσωπο ή θάνατος) να αλλάξει με τρόπο θαυματουργό την κατάσταση, να παρακαμφθεί το αδιέξοδο.

Να σταματήσει αυτή την κατάσταση αναμονής, κατά την οποία η ροή του χρόνου παίρνει την πιο καθαρή, φανερή, δραστική και αδυσώπητή της μορφή.

Να πάψει τις στιγμές που μας φέρνουν αντιμέτωπους με το βασικό πρόβλημα της ύπαρξης.

 

Ο Ιρλανδός που έγραφε στα γαλλικά

Ο Σάμιουελ Μπέκετ γεννήθηκε το 1906, μια Μεγάλη Παρασκευή, στο Φόξροκ της Ιρλανδίας (κάπου στα περίχωρα του Δουβλίνου), διαμορφώθηκε ως πνευματική προσωπικότητα κατά τη διάρκεια του Μεσοπολέμου και το 1969 πήρε το Νόμπελ Λογοτεχνίας.

Ανήκει στη γενιά των δραματουργών (Μπέκετ, Ιονέσκο, Ζενέ, Αντάμωφ, Πίντερ, Άλμπυ) που, μακριά ο ένας από τον άλλο, αρνούνται συγχρόνως τους παραδοσιακούς κανόνες που επί αιώνες δέσμευσαν την θεατρική έκφραση και που με πλήθος κοινών στοιχείων, αποκρυσταλλώνουν ένα ολοκαίνουριο είδος σκηνικής γραφής.

Το πιο γνωστό του έργο και -κατά πολλούς- το σημαντικότερο θεατρικό έργο του 20ου αιώνα, γράφτηκε στα 1948-1949, στα ερείπια της καταστροφής του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, ενώ πρωτοπαίχτηκε το 1953, στην αποφασιστική για τις εξελίξεις της σύγχρονης δραματικής τέχνης, δεκαετία του 1960.

 

Ο ιρλανδός συγγραφέας προτίμησε να γράψει τα αριστουργήματά του στα γαλλικά, σε μια επίκτητη γι΄ αυτόν γλώσσα, προκειμένου να απαλλαγεί από οποιοδήποτε ύφος και να διοχετεύσει την ευφυΐα του, όχι σε στολίδια, αλλά σε μια απόλυτη σαφήνεια και οικονομία έκφρασης, ως αποτέλεσμα μιας οδυνηρής πάλης με το ίδιο του το εκφραστικό μέσο.

Το ζήτημα της αβεβαιότητας

Στο «Περιμένοντας τον Γκοντό», την «ιλαροτραγωδία» που περιγράφει τη ζωή δύο ημερών δύο ηρώων και στο οποίο το ζήτημα της αβεβαιότητας αποτελεί ουσία, δεν υπάρχουν «κλειδιά» που βοηθούν στην αποκρυπτογράφηση.

Πρόκειται για ένα έργο - ερώτηση, που αναζητά επίμονα απάντηση στα «Ποιος είμαι;» και «Τι σημαίνει όταν εγώ λέω "εγώ";» και που διαισθητικά παρουσιάζει την αντίληψη του συγγραφέα σχετικά με την ανθρώπινη ύπαρξη. Που στερείται πλοκής -ακόμη πιο ολοκληρωτικά απ' τα υπόλοιπα έργα του «Θεάτρου του Παραλόγου»- και που επιδοκιμάστηκε από κορυφαίους, μα και ανόμοιους, θεατρικούς συγγραφείς της γενιάς του, όπως ο Ζαν Ανούιγ και ο Θόρντον Ουάιλντερ, οι οποίοι αισθάνθηκαν με την εμφάνισή του, πως το πεδίο της θεατρικής γραφής έπαψε να έχει σύνορα.

Η προστάτις της τέχνης και διάσημη συλλέκτρια έργων τέχνης, Πέγκυ Γκούγκενχαϊμ, είχε πει για τον Μπέκετ πως «είχε διατηρήσει μια τρομερή ανάμνηση της ζωής μέσα στη μήτρα της μητέρας του, απ' την οποία ποτέ δε λυτρώθηκε».

Ταυτότητα παράστασης

Μετάφραση - Σκηνοθεσία: Νίκος Καραγέωργος

Βοηθός σκηνοθέτη: Κατερίνα Σιώζου

Σχεδιασμός αφίσας: Παναγιώτης Μητσομπόνος

Επιμέλεια προγράμματος: Στεφανία Βλάχου

Φωτογραφίες – βίντεο: Αθηνά Λιάσκου

Trailer παράστασης: Νίκος Τσάχαλος, Κατριάννα Παντέλη

Βοηθός παραγωγής: Φαίη Τζήμα

Παίζουν (με αλφαβητική σειρά): Γιώργος Γεροντιδάκης, Βασίλης Μπισμπίκης, Κατερίνα Σιώζου, Παναγιώτης Σούλης, Στέλιος Τυριακίδης. 

Ο σκηνοθέτης και οι ηθοποιοί έχουν επιμεληθεί τα σκηνικά, τα κοστούμια και τους φωτισμούς ως μέρος της διαδικασίας των δοκιμών.

Info: Τεχνοχώρος CARTEL, Αγ. Άννης & Μικέλη 4, Βοτανικός (Στάση μετρό Ελαιώνας). Τηλέφωνο κρατήσεων: 693 9898258 (ώρες επικοινωνίας 14:00-21:00). Παραστάσεις κάθε Παρασκευή, Σάββατο και Κυριακή στις 9.00 μ.μ.

Τιμές εισιτηρίων: 12€, 8€ (φοιτητικό), 5€ (ατέλειες, ανέργων). Κάθε Παρασκευή γενική είσοδος 8€, 5€ (ατέλειες, ανέργων). Διάρκεια: 90 λεπτά.

Παραστάσεις έως 28 Ιουνίου 2015.

 

Ακολούθησε το theTOC.gr στο Facebook