"Η τέχνη είναι ο εορτασμός του αγνώστου — η φύση ένα πνευματικό πεδίο μέσα στο οποίο ο δημιουργικός νους ασχολείται με την ερμηνεία αξιών και όχι με την περιγραφή γεγονότων".
Μια επιλογή έργων ενός από τους πιο επιδραστικούς εκπροσώπους της πρώτης γενιάς Αμερικανών Αφηρημένων Εξπρεσιονιστών, του διεθνούς φήμης Θεόδωρου Στάμου φιλοξενεί η Roma Gallery παρουσιάζοντας την έκθεση Θεόδωρος Στάμος: Πνευματικό πεδίο, πρώτη ατομική έκθεση έργων του στη γκαλερί, από τις 11 Ιουνίου έως τις 4 Ιουλίου 2026. Την επιμέλεια της έκθεσης υπογράφουν η Άλια Τσαγκάρη και ο Ηριδανός Τσιριγκούλης.
Γεννημένος το 1922 στο Μανχάταν, ο Θεόδωρος Στάμος υπήρξε μία από τις καθοριστικές μορφές της πρώτης γενιάς του Αφηρημένου Εξπρεσιονισμού και το νεότερο μέλος των ιστορικών "Irascibles" [Οξύθυμοι]. Από τις πρώιμες βιομορφικές συνθέσεις της δεκαετίας του 1940 έως τα εμβληματικά Infinity Fields [Ατέρμονα πεδία], ανέπτυξε μια ζωγραφική γλώσσα που συνέδεσε οργανικές μορφές, αρχέγονα σύμβολα και παλλόμενα χρωματικά πεδία με μια πνευματική εμπειρία της φύσης και του τοπίου. Το 1943, σε ηλικία μόλις είκοσι ενός ετών, πραγματοποίησε την πρώτη ατομική του έκθεση στη Wakefield Gallery and Bookshop σε διοργάνωση της Betty Parsons. Έκτοτε το έργο του παρουσιάστηκε σε ορισμένες από τις σημαντικότερες εκθέσεις της μεταπολεμικής τέχνης, όπως Younger American Painters (Guggenheim, 1954), The New American Painting as Shown in Eight European Countries 1958-1959 (διοργάνωση MoMA, παρουσιάστηκε στο MoMA το 1959) και documenta II (Κάσελ, 1959). Από το 1970 περνούσε μεγάλο μέρος του χρόνου του στη Λευκάδα, όπου το φως και το τοπίο του Ιονίου διαμόρφωσαν τις υποσειρές των Ατέρμονων πεδίων: Λευκάδα, Ιερουσαλήμ και Τορίνο. Ο Στάμος πέθανε το 1997 στα Ιωάννινα και τάφηκε στη Λευκάδα. Έργα του βρίσκονται σήμερα σε σημαντικές ιδιωτικές και δημόσιες συλλογές μεταξύ των οποίων στο Museum of Modern Art (MoMA), το Whitney Museum of American Art, το Solomon R. Guggenheim Museum και το Metropolitan Museum of Art στη Νέα Υόρκη, καθώς και στην Εθνική Πινακοθήκη στην Αθήνα.
Η έκθεση Θεόδωρος Στάμος: Πνευματικό πεδίο συγκεντρώνει μία επιλογή δεκαέξι ζωγραφικών έργων του Στάμου σε χαρτί και καμβά που καλύπτουν την όψιμη περίοδο της καλλιτεχνικής του παραγωγής (1970–1993). Τα έργα συμπυκνώνουν τη συμβολή του στη διαμόρφωση μιας ιδιότυπης εκδοχής του αμερικανικού Αφηρημένου Εξπρεσιονισμού, η οποία κινείται ανάμεσα στη ζωγραφική του χρωματικού πεδίου και στη χειρονομιακή αφαίρεση χωρίς να ταυτίζεται πλήρως με καμία από τις δύο κατηγορίες. Με βάση τους τίτλους και το λεξιλόγιό τους (φορμαλιστικό και κυριολεκτικό), τα έργα της έκθεσης συγκαταλέγονται στην ευρύτερη ενότητα Ατέρμονα πεδία, το σημαντικότερο και μακροβιότερο σώμα εργασίας του Στάμου. Επιμέρους υποενότητες, όπως οι σειρές Λευκάδα, Ιερουσαλήμ και Τορίνο, που παρουσιάζονται στην έκθεση, συγχωνεύουν την εμπειρία συγκεκριμένων τόπων με μία μορφή αφαίρεσης που διαμορφώνεται μέσα από τη μακρά και εμβριθή μελέτη της φύσης.
Ο Στάμος υπήρξε ένας από τους ελάχιστους καλλιτέχνες της πρώτης γενιάς του Αφηρημένου Εξπρεσιονισμού που δεν αντιμετώπισαν τη φύση ως αφετηρία για αφαιρετικές συνθέσεις, αλλά ως θεμελιώδη κοσμολογική αρχή της ίδιας της ζωγραφικής. Αυτή του η τοποθέτηση αναδείχθηκε νωρίς από τον ζωγράφο και θεωρητικό Barnett Newman στο δοκίμιό του για τον κατάλογο της έκθεσης του Στάμου στη Betty Parsons το 1947: "Το έργο του Θεόδωρου Στάμου, λεπτό και αισθησιακό καθώς είναι, αποκαλύπτει μια στάση απέναντι στη φύση που μοιάζει περισσότερο με πραγματική "κοινωνία" (communion)". Λίγα χρόνια αργότερα, γύρω στο 1953, ο Στάμος συνέταξε μια από τις σημαντικότερες θεωρητικές παρεμβάσεις του σχετικά με τον ρόλο της φύσης στη σύγχρονη ζωγραφική με τίτλο "Why Nature in Art" [Γιατί η φύση στην τέχνη] την οποία παρουσίασε στη συνέχεια σε πολυάριθμα πανεπιστήμια. Η διάλεξη ξεκινά ως εξής: "Το γιατί η φύση στην τέχνη αποτελεί το μεγάλο ερώτημα στο οποίο προσπαθώ να απαντήσω εδώ και πολύ καιρό. Όσο ζω και εργάζομαι με αυτό το ευρύ θέμα, μετατρέπεται στο πρόβλημα του τι, του πώς και του γιατί της φύσης στην τέχνη". Περισσότερο φιλοσοφικό και υπαρξιακό παρά θεματικό ζήτημα, η φύση δεν συνιστά για τον Στάμο απλώς αντικείμενο αναπαράστασης, αλλά λειτουργεί ως ένα σύνθετο σύστημα δυνάμεων, ρυθμών και μετασχηματισμών που μεταφράζονται σε ζωγραφική εμπειρία. Η προσέγγιση αυτή κορυφώνεται στα Ατέρμονα πεδία, που αποτελούν την πιο ολοκληρωμένη εικαστική διατύπωση της κοσμολογικής του σκέψης. Στα έργα αυτά, το τοπίο αποδεσμεύεται από την αναπαράσταση ως αναγνωρίσιμο φυσικό περιβάλλον και μετατρέπεται σε πεδίο απεραντοσύνης, έναν χώρο συγχρόνως εσωτερικό και κοσμολογικό.
Το πρωιμότερο χρονολογικά έργο της έκθεσης είναι το Ατέρμονο Πεδίο – Σειρά Λευκάδα #III (1974). Η επιλογή του ως εναρκτήριου έργου λειτουργεί προγραμματικά. Η σύνθεση οργανώνεται μέσα από ένα εξαιρετικά περιορισμένο μορφολογικό λεξιλόγιο, όπου το χρώμα υποκαθιστά κάθε συμβατική αναπαραστατική λειτουργία. Το κυρίαρχο μπλε πεδίο δημιουργεί την αίσθηση απεραντοσύνης, η οποία ενισχύεται από τη διαβάθμιση τόνων ουλτραμαρίν, κυανού, ηλεκτρικού μπλε και μπλε του κοβαλτίου, δημιουργώντας βάθος χωρίς προοπτική. Δύο σκούρες επιμήκεις μορφές διακόπτουν το διευρυμένο χρωματικό πεδίο και επαναφέρουν το βλέμμα προς το κεντρικό τμήμα της σύνθεσης. Αντίθετα, οι λεπτότερες ιώδεις κάθετες γραμμές, οι οποίες μοιάζουν να διαλύονται μέσα στο υπόβαθρο, επαναφέρουν τον καλλιγραφικό ρυθμό των πρώιμων ιδεογραμμάτων του Στάμου, ενισχύοντας τον πνευματικό χαρακτήρα του έργου. Η λευκή καμπύλη γραμμή στο κατώτερο τμήμα της σύνθεσης εξισορροπεί την κυριαρχία της κατακορυφότητας μέσω ενός χαμηλού τόξου που υπαινίσσεται ορίζοντα, ακτογραμμή ή όριο χωρίς να μετατρέπεται σε αναπαραστατικό στοιχείο. Η ακανόνιστη παρυφή και η φωτεινότητά της δημιουργούν την αίσθηση ότι η γραμμή αναδύεται μέσα από την επιφάνεια του έργου.
Κυρίαρχο χαρακτηριστικό των έργων είναι η κατακόρυφη αντιπαράθεση ασύμμετρων χρωματικών πεδίων, τα οποία διαρρηγνύουν τις περιβάλλουσες ατμόσφαιρές τους με παλλόμενες, κυματοειδείς κινήσεις. Λεπτές γραμμές-ρηγματώσεις τέμνουν την επιφάνεια προσομοιάζοντας οδοντωτούς ορίζοντες που ακτινοβολούν διαφορετικές αποχρώσεις ροζ, μωβ, πράσινου, μπλε ή χρυσαφένιου φωτός. Λειτουργώντας ως μεταιχμιακές ζώνες μετάβασης ανάμεσα σε διαφορετικά επίπεδα χρωματικής πυκνότητας, οι ορίζοντες ενεργοποιούν μια δονούμενη επιπεδότητα. Επ’ αυτής οι παρυφές των μεγάλων μονοχρωματικών φορμών εισχωρούν στο εκατέρωθεν χρωματικό πεδίο, καθώς ωθούνται πέρα από τα όρια της ανθρώπινης κλίμακας του τελάρου ή του χαρτιού. Η ζωγραφική επιφάνεια δεν είναι ποτέ στατική. Απελευθερωμένη από κάθε είδους κατακόρυφη οριοθέτηση, διαστέλλεται πλευρικά, δημιουργώντας την αίσθηση μιας δυνητικά άπειρης επέκτασης.
Η δυναμική αυτή χωρική οργάνωση δεν εξαντλεί, ωστόσο, το πεδίο σημασίας των έργων του Στάμου. Ο καλλιτέχνης αντιλαμβανόταν τα θέματά του πρωτίστως μέσω του χρώματος, εργαζόμενος συχνά με απαιτητικές χρωματικές κλίμακες όπως άλικα, βαθιά κόκκινα του καδμίου, κόκκινες γαίες, ουλτραμαρίν, ίντιγκο και βαθιά ιώδη του κοβαλτίου, που παραπέμπουν στη σκοτεινή χρωματική ατμόσφαιρα του ύστερου Rothko. Μολαταύτα, ενώ ο Rothko διαλύει τα όρια των χρωματικών πεδίων μέσω ατμοσφαιρικών μεταβάσεων, ο Στάμος διατηρεί μια πιο γήινη και απτή υλικότητα. Οι ρηγματώσεις των επιφανειών του μοιάζουν συχνά με πετρώματα, απολιθώματα ή αρχαϊκά τοιχώματα, διατηρώντας τη μνήμη της πρώιμης βιομορφικής του γλώσσας της δεκαετίας του 1940.
Στα Ατέρμονα πεδία ο Στάμος επανέρχεται στα ρευστά ιδεογράμματα των πρώιμων βιομορφικών του συνθέσεων, τα οποία αποδίδει πλέον απογυμνωμένα από κάθε περιγραφική λεπτομέρεια και μετασχηματισμένα σε αφαιρετικά σημεία. Τα καλλιγραφικά ίχνη εμφανίζονται σε διαφορετικά σημεία της επιφάνειας, αναδύονται από διακριτά στρώματα χρώματος και γίνονται ορατά με ποικίλους βαθμούς ευκρίνειας και έντασης. Μεμονωμένα ή οργανωμένα σε συσσωματώσεις, επιβεβαιώνουν τη συγγένεια των έργων με την "πρωτόγονη" και αρχαϊκή τέχνη, μια σχέση που ήδη από το 1943 είχαν διακηρύξει οι Adolph Gottlieb και Mark Rothko, με τη συμβολή του Newman, στην επιστολή τους προς την εφημερίδα The New York Times. Ωστόσο, αυτή η ενσωμάτωση του αρχαϊκού δεν συνιστά απομάκρυνση από τον σύγχρονο κόσμο ή μια νοσταλγική επιστροφή στο παρελθόν.
Τα πρωτεϊκά σημεία και τα απολιθωμένα μοτίβα της πέτρας συνιστούν οργανικό στοιχείο του εικαστικού λεξιλογίου του Στάμου καθ’ όλη τη διάρκεια της καλλιτεχνικής του πορείας. Παράλληλα, διαδραματίζουν έναν ιδιαίτερο, διττό ρόλο. Λειτουργούν ως ιδεογράμματα, ως μορφές που υποβάλλουν την ιδέα μιας πρωταρχικής γλώσσας πριν από την αναπαράσταση, συνάδοντας με το ενδιαφέρον του καλλιτέχνη για τις προϊστορικές σπηλαιογραφίες, την ανατολική καλλιγραφία καθώς και για τα εικονογράμματα που αναπαράγονταν συχνά στις καλλιτεχνικές εκδόσεις της εποχής. Συγχρόνως, σε ορισμένες περιπτώσεις, επαναλαμβάνουν τις κυματοειδείς παρυφές των μεγαλύτερων φορμών και προσδίδουν στα έργα τη μοναδική τους ταυτότητα και τη δυνατότητα να επικοινωνούν ευρύτερες υπαρξιακές και πνευματικές σημασίες μέσα από μη περιγραφικές μορφές. Με τον τρόπο αυτό, συμπυκνώνουν την ικανότητα μετάδοσης πολλαπλών εμπειριών και συναισθημάτων, μέσω ενός εικαστικού λεξιλογίου αποσταγμένου στην ουσία του, αποφεύγοντας ταυτόχρονα κάθε αφηγηματική ή δογματική λειτουργία.
Η ενότητα έργων Ατέρμονο Πεδίο – Σειρά Ιερουσαλήμ συμπυκνώνει την ικανότητα του Στάμου να μετασχηματίζει την εμπειρία ενός συγκεκριμένου τόπου σε οικουμενικό πνευματικό γεγονός. Παρότι τα έργα διατηρούν αναφορές σε αναγνωρίσιμες τοπογραφικές και βιβλικές συνδηλώσεις, η ζωγραφική μεταγράφει την αίσθηση της υλικότητας, του φωτός και της ιστορικής πυκνότητας της Ιερουσαλήμ σε ένα πεδίο αφαιρετικής συγκέντρωσης. Στα έργα που παραπέμπουν στη Φλεγόμενη βάτο, ο Στάμος επιστρέφει στην ιδέα της τελετουργικής φωτιάς ως κοσμολογικού και πνευματικού συμβάντος και εγγράφει τη φωτιά στη ζωγραφική ύλη. Οι θερμές γαίες, τα βαθιά κόκκινα και οι τερακότες οργανώνονται σε πεδία που μοιάζουν να ακτινοβολούν από το εσωτερικό τους, ενώ οι λευκές ή υπολευκές επιστρώσεις λειτουργούν ταυτόχρονα ως καπνός, φως ή ίχνος χρόνου. Τα καλλιγραφικά σημεία, χαραγμένα σχεδόν ανεπαίσθητα πάνω στην επιφάνεια, ενεργοποιούν τη μνήμη αρχαϊκών γραφών και βιβλικών επιγραφών χωρίς ποτέ να αποκρυσταλλώνονται σε αναγνώσιμα σύμβολα.
Στην έκθεση τα Ατέρμονα πεδία - Σειρά Λευκάδα, Σειρά Ιερουσαλήμ και Σειρά Τορίνο διατηρούν τίτλους που παραπέμπουν σε συγκεκριμένους τόπους, ωστόσο η ζωγραφική δεν επιχειρεί ποτέ να αποδώσει οπτικά αυτά τα μέρη. Αντίθετα, οι τόποι λειτουργούν ως "πνευματικά πεδία". Η Barbara Cavaliere σημειώνει εύστοχα ότι τα ζωγραφικά αυτά πεδία "δεν είναι περισσότερο ελληνικά ή αμερικανικά, αλλά υπερβαίνουν τέτοιες [τοπικές] ιδιαιτερότητες και αποκτούν έναν οικουμενικό χαρακτήρα". Μέσα από αυτή την αναγωγή του τόπου σε ένα οικουμενικό ζωγραφικό πεδίο, ο Στάμος επεξεργάζεται τη ζωγραφική επιφάνεια ως ένα ενιαίο και αδιαίρετο σύνολο. Υπό την επίδραση του μινιμαλισμού, διευρύνει περαιτέρω τις φορμαλιστικές του αναζητήσεις, επιλύοντας οπτικά και χωρικά ζητήματα που τον είχαν απασχολήσει ήδη από τις προηγούμενες δεκαετίες. Τα Ατέρμονα πεδία συνιστούν, έτσι, ολοκλήρωση των ζωγραφικών του επιδιώξεων και την εναργέστερη διατύπωση της πνευματικής του σκέψης. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η ενότητα Ατέρμονο Πεδίο – Σειρά Λευκάδα για τον C. D. Friedrich αποκαλύπτει τον τρόπο με τον οποίο ο Στάμος επαναδιαπραγματεύεται την έννοια του Υπέροχου μέσα από τη γλώσσα του Αφηρημένου Εξπρεσιονισμού.
Η αναφορά στον Caspar David Friedrich, και ιδιαίτερα η χρήση της πρόθεσης "για" στον τίτλο, υπερβαίνει τη λειτουργία ενός απλού φόρου τιμής και υποδηλώνει έναν ουσιαστικό διάλογο με τη ρομαντική παράδοση του υπερβατικού τοπίου, καθώς και με τη θεωρητική συγκρότηση της έννοιας του Υπέροχου, όπως αυτή διατυπώθηκε από τον Edmund Burke. Σύμφωνα με τον Burke, το Υπέροχο συνδέεται με την εμπειρία της απεραντοσύνης, της ασάφειας και του δέους απέναντι σε φαινόμενα που υπερβαίνουν τα όρια της ανθρώπινης αντίληψης. Ωστόσο, ενώ ο Friedrich οργανώνει την εμπειρία του Υπέροχου μέσω της συμβολικής ανθρώπινης μορφής και της ψευδαισθητικής προοπτικής, ο Στάμος καταργεί κάθε σταθερό σημείο εξωτερικής θέασης. Κανένα ανοικτό στην εξοχή παράθυρο, κανένα σημείο διαφυγής από μία άκρως ενσώματη, με όρους φυσιολογίας της όρασης, εμπειρία. Οι οριζόντιες διαστολές και συστολές των χρωματικών πεδίων, οι οξείες ρηγματώσεις και οι παλλόμενες παρυφές παράγουν την εντύπωση μιας ατέρμονης ταλάντωσης, όπου ο χώρος μοιάζει συγχρόνως να διαστέλλεται και να υπερβαίνει τα όρια του τελάρου. Ο Στάμος μεταφέρει έτσι την εμπειρία του Υπέροχου στο πεδίο της μεταπολεμικής αμερικανικής αφαίρεσης, ενεργοποιώντας το μέσω της ίδιας της δομής του ζωγραφικού πεδίου.
Συνολικά, τα έργα της έκθεσης συγκροτούν ένα συνεκτικό οπτικό αφήγημα που επανατοποθετεί τον Στάμο στον πυρήνα του Αφηρημένου Εξπρεσιονισμού, μετατοπίζοντας το κέντρο βάρους του κινήματος από τη χειρονομιακή ζωγραφική προς μια εσωτερική και μεταφυσική εμπειρία του χρώματος και του πεδίου.
Μέσα από τα Ατέρμονα πεδία, ο Στάμος επαναπροσδιορίζει την αμερικανική αφαίρεση ως διηνεκώς παλλόμενο πνευματικό πεδίο.
Roma Gallery Ρώμα 5, Αθήνα 10673
Εγκαίνια έκθεσης: Πέμπτη, 11 Ιουνίου 2026 στις 19:00
Ώρες λειτουργίας:
Τρίτη, Πέμπτη, Παρασκευή: 11:00-20:00
Τετάρτη, Σάββατο: 11:00-16:00
Κυριακή, Δευτέρα: κλειστά