Πλήρης ημερών και αναγνώρισης του σπουδαίου επιστημονικού και ακαδημαϊκού της έργου, έφυγε από τη ζωή χθες σε ηλικία 99 χρόνων η ιστορικός-βυζαντινολόγος Ελένη Γλύκατζη-Αρβελέρ. Υπήρξε η πρώτη γυναίκα πρύτανης του Πανεπιστημίου της Σορβόνης, στα 700 χρόνια λειτουργίας του εμβληματικού Ιδρύματος. Μικρασιατικής καταγωγής, με πλούσιο συγγραφικό έργο, διαρκή παρουσία στο δημόσιο διάλογο, και διεθνή καταξίωση ως βυζαντινολόγος. Τιμήθηκε με πλήθος σημαντικών διακρίσεων στη Γαλλία, αλλά και την Ελλάδα.
Η Ελένη Γλύκατζη Αρβελέρ τίμησε την Ελλάδα με το έργο και την παρουσία της στα μεγάλα πανεπιστημιακά και ακαδημαϊκά ιδρύματα του κόσμου. Κορυφαία Βυζαντινολόγος διεθνούς ακτινοβολίας, διέγραψε μια πορεία που ξεπέρασε σύνορα και στερεότυπα.
Εγκαταστάθηκε στο Παρίσι το 1953 για να συνεχίσει τις σπουδές της. Δύο χρόνια μετά την άφιξή της στη Γαλλία, διορίσθηκε στο Εθνικό Κέντρο Επιστημονικών Ερευνών, του οποίου ανέλαβε την διεύθυνση το 1964, και το 1967 ήταν πια καθηγήτρια στη Σορβόννη.
Υπήρξε η πρώτη γυναίκα πρύτανης στην ιστορία της Σορβόννης, ανοίγοντας δρόμους όχι μόνο για την ελληνική επιστήμη, αλλά και για τη θέση της γυναίκας στη διεθνή ακαδημαϊκή κοινότητα.
Καγκελάριος των Πανεπιστημίων στο Παρίσι, πρόεδρος και αντιπρόεδρος του Κέντρου Ζορζ Πομπιντού, πρόεδρος του Αμερικανικού Μουσείου Τέχνης, αντιπρόεδρος του Ιδρύματος Mitterrand, εμπειρογνώμονας στις κοινωνικές και ανθρωπιστικές επιστήμες στην UNESCO.
Με βαθιά γνώση της βυζαντινής ιστορίας, ανέδειξε τη διαχρονική σημασία του ελληνισμού, φωτίζοντας πτυχές του παρελθόντος που εξακολουθούν να συνομιλούν με το παρόν.
Το έργο της δεν περιορίστηκε στα αμφιθέατρα και τις βιβλιοθήκες. Με λόγο καθαρό, στοχαστικό και συχνά προφητικό, παρενέβαινε στο δημόσιο διάλογο για την ταυτότητα, τον πολιτισμό, την Ευρώπη. Υπερασπίστηκε με πάθος την ιστορική μνήμη και την αξία της παιδείας ως θεμέλιο δημοκρατίας και προόδου.
Η ζωή της Ελένης Γλύκατζη-Αρβελέρ
Η Ελένη Γλύκατζη-Αρβελέρ γεννήθηκε στην Αθήνα στις 29 Αυγούστου 1926 από Μικρασιάτες γονείς. Πατέρας της ήταν ο Νίκος Γλύκατζης, Μικρασιάτης έμπορος και επιστάτης των κτημάτων της οικογενείας της μητέρας της, Καλλιρόης, το γένος Ψαλτίδη, η οποία προερχόταν από εύπορη οικογένεια της Προύσας. Έφτασαν στην Αθήνα, στη συνοικία του Βύρωνα, με τα πρώτα τους παιδιά ως πρόσφυγες από τη Μικρά Ασία μετά τη "Μεγάλη Καταστροφή".
Σε ηλικία 6 ετών, εκφωνεί τους πρώτους της πολιτικούς λόγους στη γειτονιά της, διαβάζοντας μια εφημερίδα ανάποδα υπέρ του Βενιζέλου.
Εντάσσεται στην Αντίσταση σε ηλικία 14 ετών, το 1942, στη συνοικία της στον Βύρωνα, όπου είναι υπεύθυνη για τη μεταφορά μηνυμάτων. Ολοκλήρωσε τις δευτεροβάθμιες σπουδές της στο 4ο Γυμνάσιο Αθηνών και στη συνέχεια σπούδασε στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών (Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας).
Αμέσως μετά τον πόλεμο, η τότε βασίλισσα Φρειδερίκη επιθυμεί να προσλάβει την καλύτερη φοιτήτρια της φιλολογίας. Παραβλέποντας τις πολιτικές απόψεις της Ελένης Αρβελέρ, την προσλαμβάνει ως γραμματέα του ιδρύματος που δημιούργησε για τα σπίτια των άπορων παιδιών. Παράλληλα, η Ελένη Αρβελέρ εργάζεται σκληρά για τη διεξαγωγή ερευνών για τη Μικρά Ασία και την Καππαδοκία. Θα δώσει στην οικογένειά της όλα όσα κέρδισε, και για τις έρευνές της στη Μικρά Ασία (1949-1953).
Εγκαταστάθηκε στο Παρίσι το 1953 για να συνεχίσει τις σπουδές της στην Écoledes Hautes Études, όπου ανακηρύχθηκε Διδάκτωρ Ιστορίας (1960). Το 1956 γνωρίζει τον Ζακ Αρβελέρ (1918–2010), που ήταν αξιωματικός του Πολεμικού Ναυτικού της Γαλλίας και ο οποίος καταγόταν από μεγαλοαστική οικογένεια του Παρισιού, τον οποίο παντρεύτηκε το 1957. Με τον Ζακ Αρβελέρ απέκτησε μία κόρη, τη Μαρί-Ελέν.
Δύο χρόνια μετά την άφιξή της στο Παρίσι, διορίσθηκε στο Εθνικό Κέντρο Επιστημονικών Ερευνών (Γαλλία) (CNRS) και το 1964 έγινε διευθύντρια σπουδών του Κέντρου και το 1967 καθηγήτρια στη Σορβόννη. Το 1966 έλαβε το δίπλωμα doctorat ès lettres, με τη μελέτη της για το Βυζάντιο και τη θάλασσα, που εκδόθηκε από τις Πανεπιστημιακές Εκδόσεις της Γαλλίας (Byzance et la mer, Παρίσι: Presses universitaires de France).
Εξελέγη καθηγήτρια βυζαντινής ιστορίας στο Πανεπιστήμιο της Σορβόννης το 1967. Διετέλεσε διευθύντρια του τμήματος Ιστορίας και πρόεδρος της επιτροπής έρευνας της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου της Σορβόννης (1969-1970), προσκεκλημένη καθηγήτρια στο Πανεπιστήμιο Χάρβαρντ (1973-1974), αντιπρόεδρος (1970-1973) και στη συνέχεια η πρώτη γυναίκα πρόεδρος του Πανεπιστημίου Paris I Panthéon-Sorbonne (1976-1981, επίτιμη πρόεδρος από το 1981).
Διορίστηκε η πρώτη γυναίκα πρύτανης της Ακαδημίας και καγκελάριος των Πανεπιστημίων του Παρισιού (1982-1989). Στη συνέχεια, διορίστηκε πρόεδρος του Κέντρου Ζορζ Πομπιντού (1989-1991), του οποίου ήταν αντιπρόεδρος από το 1976 έως το 1989.
Διετέλεσε, επίσης, πρόεδρος του Αμερικανικού Μουσείου Τέχνης (Γαλλία), αντιπρόεδρος του Ιδρύματος Danielle Mitterrand, εμπειρογνώμονας στις κοινωνικές και ανθρωπιστικές επιστήμες στην UNESCO, πρόεδρος και στη συνέχεια επίτιμη πρόεδρος του Πανεπιστημίου της Ευρώπης, επίτιμη πρόεδρος της Διεθνούς Ένωσης Βυζαντινών Σπουδών (από το 1975), γενική γραμματέας της Διεθνούς Επιτροπής Ιστορικών Επιστημών (1980-1990), πρόεδρος και στη συνέχεια επίτιμη πρόεδρος της Παγκόσμιας Κίνησης Επιστημονικής Ευθύνης (MURS), πρόεδρος του Εθνικού Θεάτρου (Ελλάδα) (1999-2012), πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Πολιτιστικού Κέντρου Δελφών (1993-2022) και του Διεθνούς Ιδρύματος Dmitri Shostakovich.
Ήταν αντεπιστέλλον μέλος της Ακαδημίας Αθηνών, της Βρετανικής Ακαδημίας, της Βασιλικής Ακαδημίας του Βελγίου, της Ακαδημίας Επιστημών του Βερολίνου και της Βουλγαρίας. Ήταν και επίτιμη διδάκτωρ πλήθους πανεπιστημίων (Λονδίνο, Χάρβαρντ, Βελιγράδι, Νέα Υόρκη, Νιου Μπράνσγουικ, Λίμα, Χάιφα, Πάντειο Πανεπιστήμιο, Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, Αμερικανικό Πανεπιστήμιο Παρισιού, Φριμπούργκ, Θεσσαλονίκη και Κρήτη.