Τσιτσάνης: «Η αριστοκρατία στα Τρίκαλα με χλεύαζε»

«Όλοι θεωρούν ότι ο Τσιτσάνης ήταν ένας µύστης του ρεµπέτικου τραγουδιού. Μόνο που, από κάποιο σηµείο και πέρα, έπαψε να είναι» Μία άλλη βιογραφία από τον Γ. Λιάνη.

tsitsanis-i-aristokratia-sta-trikala-me-xleuaze
|
SHARE THIS
0
SHARES

«... Τους εκδικήθηκα με ό,τι έγινα μετά!». Αλλά, ακόμα και σήμερα, εν έτει 2014, τα πράγματα δεν έχουν αλλάξει και πολύ.

Ο Τσιτσάνης ήταν στο υπόγειο. Εκεί ζούσε. Απομονωμένος, σαν αγιορείτης καλόγερος

Το «Μουσείο Τσιτσάνη», εκατό χρόνια από τη γέννηση του μεγάλου δημιουργού (18 Ιανουαρίου 1915 - 18 Ιανουαρίου 1984, ο Τσιτσάνης έφυγε από τη ζωή ανήμερα των γενεθλίων του) δεν έχει ανοίξει τις πύλες του στο κοινό. Αυτό που λειτουργούσε μέχρι τώρα δεν ήταν παρά ένας «οίκος ευγηρίας» προσωπικών του αντικειμένων και φωτογραφιών...»

 

Τσιτσάνης, ο αιώνιος καλπασμός

Το βιβλίο του Γιώργου Λιάνη «Τσιτσάνης, αιώνιος καλπασμός» (εκδόσεις Λιβάνη), είναι μια άλλου τύπου βιογραφία, μέσα από τη ματιά του δημοσιογράφου - συγγραφέα, αλλά και από συνεντεύξεις που είχε δώσει ο αείμνηστος Τσιτσάνης. 

Το TheTOC παρουσιάζει αποσπάσματα από το βιβλίο, τα οποία εν πολλοίς ανατρέπουν την επικρατούσα αντίληψη για τον κορυφαίο συνθέτη -όπως η σχέση του με το ρεμπέτικο και τη γενέτειρα του, τα Τρίκαλα (μέσα από λόγια του ποιητή Ντίνου Χριστιανόπουλου)- ενώ «φωτίζουν» στιγμές, όπως οι ύμνοι για το ΕΑΜ, η σχέση του με τον φίλο και κουμπάρο του Μουσχουντή και τί έλεγε για τον Τσιτσάνη ο Χαρίλαος Φλωράκης

Αργότερα ο ίδιος μου είπε, «Δεν υπάρχει τίποτα μαγικό». Το κάθε τραγούδι έχει ένα μυστικό

Ο μύστης του ρεμπέτικου

«Όλοι θεωρούν ότι ο Τσιτσάνης ήταν ένας µύστης του ρεµπέτικου τραγουδιού. Αληθές» γράφει ο Γιώργος Λιάνης. «Μόνο που, από κάποιο σηµείο και πέρα, έπαψε να είναι. Γιατί η φιλοσοφία του «ρεµπέτη» δεν τον εξέφραζε. Ούτε η µουσική του. Με τα βαριά ζεϊµπέκικα και τα βαριά χασάπικα. Τον αργό ρυθµό, το περιορισµένο λεξιλόγιο και την ασφυκτικά κλεισµένη στο υπόγειο του περιθωρίου θεµατολογία. Ήθελε διακαώς να διαχωρίσει τον δρόµο του, γιατί ο δικός του «Μουσικός Κόσµος» διέφερε. Ήθελε να εκφράσει κάτι περισσότερο. Όπως και έκανε.

Ήταν ντυμένος στην τρίχα. Παντελόνι καμπάνα, μαύρο μεταξωτό πουκάμισο, το πιο λευκό που έχω δει, και εκπληκτικά ασπρόμαυρα παπούτσια, καστόρινα, μυτερά, με κορδόνια. Σαν τα σκαρπίνια που φορούσαν οι μαφιόζοι στις ταινίες του ’30

Ο Τσιτσάνης συνόδεψε το «ξόδι του ρεµπέτικου» τραγουδιού άδοντας µεγαλοπρεπώς τον έρωτα, την κοινωνική πάλη, τον καηµό της ξενιτιάς, τον πόνο του λαού...»

Η «σκήτη» του Τσιτσάνη

«... Το πρώτο ραντεβού για συνέντευξη μου το έκλεισε ο Ηλίας Πετρόπουλος. Σεπτέμβρης 1972. Οδός Αχιλλέως, αριθμός 1. Τη θυμάμαι καλά αυτή τη μέρα. Στο κατώφλι του σπιτιού με είχε υποδεχτεί η οικογένεια. Η γυναίκα του, Ζωή, η κόρη του, Βικτωρία, μια νεότερη Ζωή, με αιθέριο δέρμα και φακίδες, και ο Κώστας, φτυστός ο πατέρας του.

Στους σχολικούς ελέγχους που διασώζονται διαβάζουμε: Διαγωγή Κοσμιοτάτη. Επάγγελμα πατρός: Ορφανός. Βαθμοί μέτριοι

Ο Τσιτσάνης ήταν στο υπόγειο. Εκεί ζούσε. Απομονωμένος, σαν αγιορείτης καλόγερος. Εκεί γύριζε ξημερώματα από το «Χάραμα». Εκεί δούλευε ολημερίς. Χτύπησα την πόρτα και μπήκα σε μια «σκήτη». Η ατμόσφαιρα, θα ’λεγες, αγιασμένη. Σιγαλινή. Τα μπουζούκια άλαλα, ένας μουγκός μπαγλαμάς και στον αέρα ηλεκτρισμένη η αύρα του Τσιτσάνη. Πώς οι σκήτες των μοναχών αποπνέουν θρησκευτικότητα; Η σκήτη του Τσιτσάνη ήταν γεμάτη νότες. Όλων των χρωμάτων. Ιδιαίτερα αυτές που ο Καζαντζίδης έλεγε, «μωβ νότες». Λυγμικές και πένθιμες, ανάκατες με τις λαγγεμένες νότες των τραγουδιών του που τραγούδησε η Νίνου. Σκήτη, γιατί δεν είχε τίποτε από τα χρειώδη. Τίποτε σύγχρονο. Εκτός από ένα καταπληκτικό στερεοφωνικό συγκρότημα, το πιο τέλειο στην εποχή του, που, ω της εκπλήξεως, ο Τσιτσάνης δεν ήξερε να το δουλεύει! 

 

Ήταν ντυμένος στην τρίχα. Παντελόνι καμπάνα, μαύρο μεταξωτό πουκάμισο, το πιο λευκό που έχω δει, και εκπληκτικά ασπρόμαυρα παπούτσια, καστόρινα, μυτερά, με κορδόνια. Σαν τα σκαρπίνια που φορούσαν οι μαφιόζοι στις ταινίες του ’30...»

Οικογένεια Τσιτσάνη

«... Συντηρητική και σημαδεμένη από πολλούς θανάτους. Ο πατέρας του, Κώστας, ήταν τσαρουχάς. Φτωχός, αλλά εξαιρετικός στη δουλειά του. Τα τσαρούχια που έφτιαχνε ήταν «σκαφτά» και είχε παραγγελίες ακόμα και από την ανακτορική φρουρά. Με τη μητέρα του, Βικτωρία ή Βίτω, το γένος Λάζου, παντρεύτηκαν όταν εκείνη ήταν δεκαέξι χρονών. Από τα δεκατέσσερα παιδιά που γεννήθηκαν, έμειναν τα τέσσερα. Τρία αγόρια και ένα κορίτσι. Ο Νίκος, ο Χρήστος, ο Βασίλης και η Τερψιχόρη. Ο Βασίλης γεννήθηκε το 1915 και πήρε το όνομα του πρωτότοκου, επίσης Βασίλη, που έζησε λίγο. Είναι παράδοξο αυτό που θα πω.

 

Αλλά, αν θέλουμε να ακριβολογήσουμε, πρέπει να παραδεχτούμε ότι ο Τσιτσάνης, παρόλο που γεννήθηκε στα Τρίκαλα, ήταν Ηπειρώτης. Με πατέρα στουρνο-Ηπειρώτη από τα Γιάννενα και μάνα από το Τσεπέλοβο. Ζαγορίτισσα. Είχε φτωχά, φτωχότατα παιδικά χρόνια, αλλά ζεστή οικογενειακή ατμόσφαιρα. Αδιάψευστος μάρτυρας ο ίδιος. «Ξέρεις πού γεννήθηκα εγώ; Δέκα χειμώνες τρώγαμε σπανάκι! Μαθητής γυμνασίου, ήμουνα με την μπουκιά στο στόμα και με το χέρι στο χαρτί». Στους σχολικούς ελέγχους που διασώζονται διαβάζουμε: Διαγωγή Κοσμιοτάτη. Επάγγελμα πατρός: Ορφανός. Βαθμοί μέτριοι.

Επέστρεψε στη γενέτειρά του μόνο όταν αισθάνθηκε ότι πατούσε γερά στα πόδια του. Επέστρεψε για να τους δείξει ποιος έγινε. Μου το είπε νέτα σκέτα. «Η αριστοκρατία στα Τρίκαλα με χλεύαζε. Τους εκδικήθηκα με ό,τι έγινα μετά!». 

Ο Βασίλης Τσιτσάνης έχασε τον πατέρα του το 1927, όταν ήταν δώδεκα χρονών. Στα δεκατρία του, το 1928, έπιασε για πρώτη φορά στα χέρια του μπουζούκι. Ήταν του πατέρα του. Μια ιταλική μαντόλα, με την οποία έπαιζε κλέφτικα τραγούδια. Πριν πεθάνει, την είχε μετατρέψει σε μπουζούκι μακραίνοντας το «χέρι» της. Όμως, δεν ήθελε τα παιδιά του να ασχοληθούν με τη μουσική. Ο Βασίλης τον παράκουσε. Έτσι, μετά τη μοναχική του ενασχόληση με το μπουζούκι για περίπου ένα χρόνο, το 1929 πήρε μαθήματα βιολιού από τον περίφημο μουσικοδιδάσκαλο, Ραφαήλ Γιόσσα. Ήταν τα πρώτα και τα τελευταία. Για ό,τι έγινε μετά, αναζητήσατε αποκλειστικά και μόνο το ακραιφνές ταλέντο του και την επιμονή του...»

 

Η μητέρα του πλένει τα ρούχα των φαντάρων

«... Τα χρόνια είναι δύσκολα. Για να τα φέρουν βόλτα, η μητέρα του πλένει τα ρούχα των φαντάρων του αντικρινού στρατώνα. Αλλά κι αυτός, για να ελαφρύνει τα βάρη της οικογένειας, πιάνει δουλειά. Νυχτερινός διανομέας στην εφημερίδα «Αναγέννησις». Ενώ το καλοκαίρι του 1931, γίνεται βοηθός σε φαρμακείο της πόλης. Όμως, για κανένα λόγο, δεν αφήνει απ’ τα χέρια του το μπουζουκάκι του. Οι πρώτες δημόσιες εμφανίσεις του χρονολογούνται το 1933, όταν με το φίλο και συμμαθητή του, Γιώργο Ταμβακά, κάνουν ντουέτο και παίζουν καντάδες σε ταβέρνες και σε δρόμους πλούσιων συνοικιών της πόλης, όπως το Βαρούσι. Εκεί που μένουν και κάποιες όμορφες συμμαθήτριές τους…»

 

Η απόρριψη από την ανώτερη τάξη των Τρικάλων

«Η ανώτερη κοινωνική τάξη των Τρικάλων τον απορρίπτει. Τον χλευάζει. Γιατί άραγε; Γιατί το μπουζούκι ήταν κακόφημο; Γιατί τα Τρίκαλα είχαν μια πλούσια αστική τάξη και ο Τσιτσάνης ήταν θεόφτωχος; Ή μήπως επειδή νοίκιαζαν δωμάτια λόγω της μεγάλης ανέχειας; Και τι σήμαινε αυτό; Η οικογένεια ήταν αυστηρών αρχών. Κάποτε, ο Νίκος μάλωσε και ήρθε στα χέρια με έναν αξιωματικό, επειδή πείραξε την Τερψιχόρη. Αλλά, του Τσιτσάνη το αυτί όλο και κάτι θα είχε ακούσει… Κλείστηκε στον εαυτό του.

Ο ίδιος ο Τσιτσάνης είχε ένα παραπέτασμα για όλα αυτά. Σιδηρούν θα έλεγα. Ούτε εμένα, ούτε κάποιον άλλον, φαντάζομαι, άφησε να μπει μέσα. Ακόμη και τα παιδιά του δεν γνωρίζουν τίποτα για εκείνη την καθοριστική περίοδο της ζωής του πατέρα τους. Έτσι, δεν μπορούμε να ξέρουμε ακριβώς ποια συναισθήματα είχαν κατακλύσει την ψυχή του έφηβου Τσιτσάνη, όταν βίωνε τη γενική καταφρόνια της τρικαλινής κοινωνίας. Είναι πασίδηλο ότι επέστρεψε στη γενέτειρά του μόνο όταν αισθάνθηκε ότι πατούσε γερά στα πόδια του. Επέστρεψε για να τους δείξει ποιος έγινε. Μου το είπε νέτα σκέτα. «Η αριστοκρατία στα Τρίκαλα με χλεύαζε. Τους εκδικήθηκα με ό,τι έγινα μετά!». Αλλά, ακόμα και σήμερα, εν έτει 2014, τα πράγματα δεν έχουν αλλάξει και πολύ. Το «Μουσείο Τσιτσάνη», εκατό χρόνια από τη γέννηση του μεγάλου δημιουργού, δεν έχει ανοίξει τις πύλες του στο κοινό. Αυτό που λειτουργούσε μέχρι τώρα δεν ήταν παρά ένας «οίκος ευγηρίας» προσωπικών του αντικειμένων και φωτογραφιών.

 

Διαπράττοντας εν γνώσει μου μιαν ασέβεια προς την επιθυμία του Βασίλη Τσιτσάνη να αφήσει στη σκιά το βιωματικό του παρελθόν, τολμώ να πω τούτο. Η περιρρέουσα τρικαλινή ατμόσφαιρα των παιδικών του χρόνων τον επηρέασε καίρια. Υπήρξε η γενεσιουργός πληγή απ’ όπου ξεπήδησαν τα αιματοστόλιστα τραγούδια του. Η λυσσαλέα αμφισβήτηση της αριστοκρατίας των Τρικάλων ήταν αυτή που έκανε τον Τσιτσάνη να πάρει των ομματιών του και, μ’ ένα «ευπρεπές» ψέμα, να διαφύγει στην πρωτεύουσα. Για να σπουδάσει νομική, είπε. Όμως, ήξερε καλά ότι θα γίνει μουσικός.

 

Η συνάντηση που έγινε με καθυστέρηση τριών χρόνων

«... Ο Σώτος Αλεξίου, ιχνηλάτης κυρίως των πρώτων χρόνων της ζωής του Τσιτσάνη, περιγράφει ένα μοιραίο περιστατικό την ημέρα αναχώρησής του για την πρωτεύουσα. Στην απέναντι αποβάθρα του σταθμού, ένας ξερακιανός τύπος πήγαινε προς την αντίθετη κατεύθυνση, προς τη Θεσσαλονίκη, για να παρουσιαστεί στη νέα του υπηρεσία. Ήταν ο Χαρίλαος Φλωράκης. Υπάλληλος των Τ.Τ.Τ. (Ταχυδρομεία, Τηλέγραφοι, Τηλέφωνα), που έπρεπε να υπηρετήσει στην επαρχία. Τον είχαν στείλει στις Σέρρες. Η μοίρα, όμως, που είναι γεμάτη χουνέρια και πλεκτάνες, τη συνάντηση μεταξύ Τσιτσάνη και Φλωράκη που δεν έγινε τότε στο σταθμό, την πραγματοποίησε στο Τάγμα Τηλεγραφητών στη Θεσσαλονίκη τρία χρόνια αργότερα. Εκεί όπου έκαναν μέρος της στρατιωτικής τους θητείας και οι δύο. Το 1940 ξαναβρέθηκαν στο Τάγμα Μηχανικών στα Γιαννιτσά...»

«Τα Τρίκαλα τον είχαν του πεταμού»

«Οι Τρικαλινοί δεν τον πολυπήγαιναν. Ούτε τον πάνε ακόμα. Κανένας δεν έχει καταλάβει τι είναι ο Τσιτσάνης. Η προκατάληψη μαζί του είναι πολύ παλιά. Λέγανε πολλά και για τη μητέρα του και για την οικογένεια γενικώς. Και τους είχανε του πεταμού. Και το Βασίλη ακόμα. Φαίνεται ότι βίωσε μια πολύ μεγάλη απόρριψη και ταπείνωση. Η λεγόμενη αστική τάξη στα Τρίκαλα δεν είχε βάθος. Ήταν μια οικονομική συγκυρία, η οποία έδωσε χρήματα σε παλιούς τσιφλικάδες, εμπόρους, καπνέμπορους. Υπήρχαν κι εκείνες οι βιομηχανίες που έκαναν τα στριφτά τσιγάρα. Έτσι, αστική τάξη των Τρικάλων διαμορφώθηκε στα χρόνια που γεννήθηκε ο Τσιτσάνης μέχρι και το 1940 περίπου. Δεν υπήρχαν περιθώρια να ζήσει ο Τσιτσάνης εδώ. Το κλίμα ήταν εχθρικό και τα περιθώρια να δουλέψει στην πόλη ελάχιστα. Όλοι οι μεγάλοι δημιουργοί έφυγαν από τις πατρίδες τους κυνηγημένοι σαν τα σκυλιά, γιατί δεν υπήρχε περίπτωση να σταδιοδρομήσουν στην πόλη τους.

Αυτά είναι λόγια του Ντίνου Χριστιανόπουλου. Σοφά λόγια. Φτώχεια μαύρη και φυσικά απόρριψη. Απόρριψη διπλή. Και του τραγουδιού αυτού σαν είδος, αλλά κυρίως ταξική απόρριψη. Έτσι, ο Τσιτσάνης έφυγε, με αισθήματα πικρίας και αδικίας μέσα του. Ήταν πρόσχημα ότι θα κατέβει στην Αθήνα για να σπουδάσει νομική. Δεν μπορούσε να σπουδάσει νομικά. Δεν είχε από εδώ τα εφόδια. Αλλά είχε πάρει την απόφαση να φύγει. Γιατί είχε ήδη μέσα του πάρει την πιο μεγάλη απόφαση να δοθεί αποκλειστικά και μόνο στη μουσική».

Για τους ύμνους του Ε.Α.Μ. - ΕΛ.Α.Σ.

«... Ο Τσιτσάνης ήταν πολύ επιφυλακτικός. Για ποιο πράγμα ενδιαφερόταν πιο πολύ; Φοβόταν για τον εαυτό του; Για τα τραγούδια του φοβόταν και για το έργο του. Απαγόρευση των τραγουδιών του και απαγόρευση γραμμοφωνήσεων θα σήμαινε γι’ αυτόν θάνατος. Οπότε, εκεί ήταν κι ο λόγος για τον οποίο ήταν κουμπωμένος. Τα τραγούδια, “Η Εργατιά”, “Κατηγορώ την κοινωνία”, “Φτωχέ διαβάτη”, θεωρώ ότι είναι τραγούδια όχι απλώς ταξικά, αλλά, θα έλεγα, κομμουνιστικά. Ειδικά το τραγούδι, “Φτωχέ Διαβάτη”, που καταλήγει “δεν είσαι μόνος στην οικουμένη / υπάρχουν κι άλλοι κατατρεγμένοι”, είναι σαν να λέει, “Προλετάριοι όλων των χωρών, ενωθείτε”.

Προφανώς τον ύμνο του ΕΑΜ ΕΛΑΣ τον έγραψε γιατί επηρεάστηκε από το γενικότερο κλίμα εναντίον των Γερμανών. Και σου λέει, ποια είναι η μεγαλύτερη οργάνωση; Αυτή. Όχι, δεν θα μπω, αλλά θα γράψω κάτι γι’ αυτήν. Το θέμα, όμως, παραμένει. Την περίοδο ’46-’49 δεν ξέρω άλλον που να τολμά να γράψει τραγούδια σαν αυτά του Τσιτσάνη. Ποιος θα τολμούσε να γράψει το “Κάποια μάνα αναστενάζει”, που ήταν ο ύμνος εκείνης της εποχής; Κι όλα τα άλλα, τα αλληγορικά του, που δεν θα μπορούσε να τα περάσει από τη λογοκρισία, αλλά είναι εμφανές αυτό που θέλουν να πουν. Ποιος άλλος θα μπορούσε να τα κάνει;».

Για τον Μουσχουντή

«... Είχαν πολύ βαθύτερη σχέση. Δηλαδή, είχαν ανθρώπινη σχέση. Δεν ήταν ο Μουσχουντής το πολιτικό στήριγμα που το έχουμε απλώς για κάλυψη. Όχι, δεν ήταν αυτό. Γιατί ο Τσιτσάνης ήταν πολύ έξυπνος. Ήξερε το βαθμό που θα μπορούσε ο Μουσχουντής να καλύψει κάποια πράγματα. Ας πούμε για παράδειγμα ότι η επίσημη πολιτεία επενέβαινε και έλεγε, ο Τσιτσάνης να πάει εξορία. Δεν ξέρω αν ο Μουσχουντής μπορούσε να το εμποδίσει. Ειδικά εκείνα τα χρόνια».

 

Ο Χαρίλαος Φλωράκης για τον Τσιτσάνη

«Ο Χαρίλαος Φλωράκης αφηγείται: «Όταν πήγα εγώ στο Τάγμα Τηλεγραφητών, ο Τσιτσάνης ήταν ήδη γνωστός και αγαπητός στους φαντάρους. Συχνά τα βράδια, μετά το προσκλητήριο, πηδούσε τα συρματοπλέγματα με κάποιον άλλον και πήγαιναν στις ταβέρνες που ήταν γύρω από το στρατόπεδο και δούλευαν μέχρι αργά το βράδυ. Με τον ίδιο τρόπο ξαναγύριζαν, και ούτε γάτος ούτε ζημιά. Κάποια φορά, όμως, ο επιλοχίας του έστησε καρτέρι και τον έπιασε στα πράσα που πηδούσε το φράχτη. Την άλλη μέρα το πρωί, στην αναφορά, τον ρωτάει ο λοχαγός, 'Τι γύρευες στα σύρματα τέτοια ώρα, Τσιτσάνη;'. Και αυτός, με χιούμορ και ετοιμόλογος όπως ήταν, του απαντά, 'Ασυρματιστής δεν είμαι, κυρ λοχαγέ; Πήγα να τα επιθεωρήσω, να δω αν είναι εντάξει'».

 

 

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Ακολούθησε το theTOC.gr στο Facebook