Η βρώμη συγκαταλέγεται μεταξύ των πιο ωφέλιμων για τον οργανισμό δημητριακών. Η σύνδεσή της με τη μείωση της χοληστερόλης είναι ευρέως γνωστή, ωστόσο έρχονται στο φως νέες πτυχές του τρόπου με τον οποίο λειτουργεί.
Η βρώμη είναι πλούσια σε διαλυτές φυτικές ίνες, κυρίως β-γλυκάνες, οι οποίες συμβάλλουν στη μείωση της "κακής" LDL χοληστερόλης. Οι ίνες αυτές σχηματίζουν μια γέλη στο πεπτικό σύστημα, περιορίζοντας την απορρόφηση της χοληστερόλης και των χολικών οξέων και ωθώντας τον οργανισμό να χρησιμοποιήσει περισσότερη χοληστερόλη από το αίμα.
Πλήθος μελετών δείχνει ότι η συστηματική κατανάλωση βρώμης μπορεί να οδηγήσει σε μετρήσιμη μείωση των επιπέδων LDL, χωρίς να επηρεάζει αρνητικά την "καλή" HDL χοληστερόλη.
Πέρα από τις φυτικές ίνες, η βρώμη περιέχει αντιοξειδωτικά και άλλα βιοδραστικά συστατικά που σχετίζονται με τη μείωση της φλεγμονής, τη βελτίωση της αγγειακής λειτουργίας και τον καλύτερο έλεγχο του σακχάρου στο αίμα. Παράλληλα, συμβάλλει στο αίσθημα κορεσμού, στοιχείο που έμμεσα υποστηρίζει τη διατήρηση υγιούς σωματικού βάρους, έναν ακόμη παράγοντα που συνδέεται με τη χοληστερόλη.
"Η μείωση της χοληστερόλης δεν οφείλεται μόνο στη βρώμη καθαυτή"
Μέχρι πρόσφατα, η ευεργετική αυτή δράση αποδιδόταν σχεδόν αποκλειστικά στις φυτικές ίνες της βρώμης. Ωστόσο, νεότερα επιστημονικά δεδομένα έρχονται να προσθέσουν ένα κρίσιμο κομμάτι στο παζλ: τον ρόλο του εντερικού μικροβιώματος. Σύμφωνα με πρόσφατη τυχαιοποιημένη κλινική μελέτη που δημοσιεύθηκε στο έγκριτο ιατρικό περιοδικό Nature Communications, η μείωση της χοληστερόλης δεν οφείλεται μόνο στη βρώμη καθαυτή, αλλά και στα προϊόντα που παράγονται όταν αυτή αλληλεπιδρά με τα "καλά" βακτήρια του εντέρου.
Η μελέτη πραγματοποιήθηκε σε άτομα με μεταβολικό σύνδρομο, μια κατάσταση που χαρακτηρίζεται από κοιλιακή παχυσαρκία, αυξημένα λιπίδια, υψηλή αρτηριακή πίεση και διαταραγμένο μεταβολισμό της γλυκόζης. Πρόκειται για μια κατάσταση που αφορά πλέον περίπου το ένα τρίτο του παγκόσμιου πληθυσμού και αποτελεί σημαντικό παράγοντα κινδύνου για καρδιαγγειακά νοσήματα και σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2.
Η καθηγήτρια Θεραπευτικής - Επιδημιολογίας - Προληπτικής Ιατρικής, παθολόγος (Θεραπευτική Κλινική Ιατρικής Σχολής ΕΚΠΑ, Νοσοκομείο Αλεξάνδρα) Θεοδώρα Ψαλτοπούλου και η Αλεξάνδρα Σταυροπούλου (βιολόγος), συνόψισαν τα σημαντικότερα στοιχεία.
Οι ερευνητές εξέτασαν δύο διαφορετικές διατροφικές παρεμβάσεις. Η πρώτη ήταν βραχυπρόθεσμη, αλλά υψηλής δόσης, με τους συμμετέχοντες να καταναλώνουν αποκλειστικά γεύματα με βρώμη για δύο ημέρες. Η δεύτερη ήταν πιο ήπια και μακροχρόνια: για έξι εβδομάδες, οι συμμετέχοντες αντικαθιστούσαν ένα καθημερινό γεύμα με βρώμη, διατηρώντας κατά τα άλλα τη συνηθισμένη δυτικού τύπου διατροφή τους. Σε αμφότερες τις περιπτώσεις υπήρχαν ομάδες ελέγχου που δεν κατανάλωναν βρώμη.
Στην ομάδα της βραχυπρόθεσμης, υψηλής κατανάλωσης βρώμης παρατηρήθηκε σημαντική μείωση της ολικής και της LDL χοληστερόλης, ακόμη και μέσα σε μόλις δύο ημέρες. Το πιο ενδιαφέρον εύρημα, ωστόσο, δεν ήταν μόνο η ταχύτητα της βελτίωσης, αλλά ο μηχανισμός πίσω από αυτήν.
Οι ερευνητές διαπίστωσαν αύξηση συγκεκριμένων φαινολικών ενώσεων στο αίμα, όπως το φερουλικό οξύ και κυρίως τα παράγωγά του, τα οποία δεν προέρχονται άμεσα από τη βρώμη, αλλά παράγονται όταν τα εντερικά βακτήρια μεταβολίζουν τα φυτικά συστατικά της.
Με απλά λόγια, η βρώμη "ταΐζει" το εντερικό μικροβίωμα και εκείνο, με τη σειρά του, παράγει βιοδραστικές ουσίες που επηρεάζουν τον τρόπο με τον οποίο ο οργανισμός συνθέτει και αποθηκεύει τη χοληστερόλη. Όσο μεγαλύτερη ήταν η αύξηση αυτών των μικροβιακά παραγόμενων φαινολικών μεταβολιτών τόσο μεγαλύτερη ήταν και η μείωση της LDL χοληστερόλης.
Παράλληλα, καταγράφηκαν αλλαγές στη σύσταση του εντερικού μικροβιώματος, με αύξηση βακτηρίων που συνδέονται με καλύτερη μεταβολική υγεία. Οι αλλαγές αυτές ήταν πιο έντονες στην περίπτωση της υψηλής κατανάλωσης βρώμης, γεγονός που υποδηλώνει ότι τόσο η ποσότητα όσο και ο τρόπος κατανάλωσης παίζουν σημαντικό ρόλο στα αποτελέσματα.
Στη μακροχρόνια, πιο ήπια παρέμβαση των έξι εβδομάδων, τα αποτελέσματα ήταν πιο συγκρατημένα. Η καθημερινή κατανάλωση ενός γεύματος βρώμης βοήθησε στη σταθεροποίηση των μεταβολικών δεικτών, χωρίς όμως την έντονη μείωση της χοληστερόλης που παρατηρήθηκε στη βραχυπρόθεσμη παρέμβαση. Το εύρημα αυτό ενισχύει την άποψη ότι η βρώμη δρα προστατευτικά, αλλά τα πιο άμεσα αποτελέσματα σχετίζονται με πιο ενεργή αλληλεπίδραση με το μικροβίωμα.