Το τελευταίο διάστημα έχω αρχίσει να παίρνω στα σοβαρά (όσο μπορώ εγώ να πάρω κάτι στα σοβαρά, εν πάση περιπτώσει) την πιθανότητα να μην είμαστε το τραγελαφικό αποτέλεσμα ενός κοσμικού τζακ ποτ δισεκατομμυρίων ετών, όπου αλληλεπιδρούν ακατάπαυστα και ανεξέλεγκτα η Τύχη με την Αναγκαιότητα (σύμφωνα και με τον περίφημο ορισμό του Γάλλου νομπελίστα βιολόγου Ζακ Μονό), αλλά τα αθύρματα στα χέρια ενός μοχθηρού Θεού, τάλε κουάλε με τον Γιαχβέ της Παλαιάς Διαθήκης, θηριώδη, ανελέητου και νοσηρά διαποτισμένου με μαύρο χιούμορ.
Εντάξει, δεν έχω ξεμωραθεί ακόμη, ο ορθός λόγος εξακολουθεί να κρατάει τα μπόσικα, μα έχω την αίσθηση πως αρκεί μια "δόση Τραμπ" ολίγων εισέτι εβδομάδων προτού βαρέσω μπιέλα. Δεν ξέρω πόσο βαθιά πρέπει να ανατρέξουμε στο χρόνο προκειμένου να εντοπίσουμε τους προπάτορες του μαύρου χιούμορ, αλλά μια καλή ιδέα θα ήταν να ξεκινήσουμε από τον Αριστοφάνη. Αθάνατες βιτριολικές κωμωδίες, όπως η "Λυσιστράτη", μας αποκαλύπτουν σήμερα περισσότερα για τις κοινωνίες που τις ανέχονταν ή/και διασκέδαζαν με αυτές, παρά για τον ίδιο τον δημιουργό τους.
Σε αντιδιαστολή, φανταστείτε μια σύγχρονη κοινωνία, όπου εν μέσω ενός πολύχρονου κι αιματηρού εμφυλίου πολέμου –του πιο άσπλαχνου από τους άσπλαχνους πολέμους, καθώς έχει κατά κόρον τεκμηριωθεί-, θα είχε κάποιος καλλιτέχνης την έμπνευση να ανεβάσει ένα έργο (και, πόσο μάλλον, αυτό το έργο να γίνει "σουξέ") με τις γυναίκες –άνδρες που υποδύονται τις γυναίκες, για την ακρίβεια- να απέχουν από το σεξ μέχρις ότου πειθαναγκάσουν τους άνδρες να σταματήσουν την αλληλοσφαγή. Πόσοι από εμάς δεν θα "κρεμούσαν στα μανταλάκια", αν όχι στην κυριολεξία, έναν ανάλογο δημιουργό; Πόσοι δεν θα τον στήναμε στον τοίχο ως μειοδότη, προδότη και δεν συμμαζεύεται;
Απόηχο του αριστοφανικού μαύρου χιούμορ ανιχνεύουμε και στο βρετανικό wit, τον μακρινό επίγονο που συνταιριάζει το πνεύμα με την ελαφρότητα και το κουράγιο (αχτύπητος συνδυασμός) εμφανίζοντας, κάτω από την κρούστα του "αστείου", κάτι αληθινά σπαραχτικό.
Τι μπορείς να πεις, λόγου χάριν, για εκείνον τον ανώνυμο λονδρέζο μαγαζάτορα που θα αντικρίσει το κατάστημά του κονιορτοποιημένο από τους νυχτερινούς βομβαρδισμούς του Λουφτβάφε και θα βρει το ψυχικό σθένος να αναρτήσει στα ερείπια την επιγραφή: "Ανοιχτό τώρα και τα Σαββατοκύριακα"; Δεν μπορείς να πεις τίποτε· μονάχα να ψελλίσεις αμήχανα "respect". Ακόμη και στην οσκαρική ταινία "Η ζωή είναι ωραία" του Ρομπέρτο Μπενίνι και από τη σχετική "ασφάλεια" του 1997, όπου ένας εβραίος πατέρας, έγκλειστος σε ναζιστικό στρατόπεδο συγκέντρωσης, σερβίρει στον επίσης έγκλειστο μικρό του γιο τη φρίκη του πολέμου ως ένα μακάβριο παιχνίδι ενηλίκων με κερδισμένο όποιον "δεν βάζει τα κλάματα", διαπιστώνεις ότι δεν υφίσταται χώρος άβατος ή απυρόβλητος για το μαύρο χιούμορ, ούτε a priori απαγορευμένος για όσους θελήσουν με προσωπική τους ευθύνη να καταδυθούν στη φονική παράνοια του ανθρώπινου γένους.
Τι σχέση έχει το μαύρο χιούμορ του Αριστοφάνη, του ανώνυμου λονδρέζου μαγαζάτορα ή του Ρομπέρτο Μπενίνι με το μαύρο χιούμορ του Ντόναλντ Τραμπ; Καμία. Ούτε καν μακρινή. Το μαύρο χιούμορ του Αμερικανού προέδρου έλκει την καταγωγή του από το μαύρο χιούμορ του Γιαχβέ της Βίβλου ή, εγγύτερα στην εποχή μας, από το μαύρο χιούμορ του Αδόλφου Χίτλερ.
Όταν τα Τάγματα Εφόδου δολοφονούσαν προπολεμικά έναν έγκριτο αντικαθεστωτικό διανοούμενο κι έστελναν πεσκέσι στην οικογένειά του τα σπασμένα γυαλιά του ή όταν περνούσες αργότερα την πύλη από το πιο διαβόητο κολαστήριο της Ευρώπης και διάβαζες τη χαιρέκακη επιγραφή "Η εργασία ελευθερώνει", κατανοούσες ότι ο εκάστοτε "χιουμορίστας" αντλούσε ηδονή αποκλειστικά από τον ακαταμάχητο σαδισμό του. Τούτων δοθέντων, δεν λέω ακόμη να συνέλθω, από τη στιγμή που άκουσα την πιο απίστευτη στη μακρά ακολουθία από τις απίστευτες ατάκες του Ντόναλντ Τραμπ: "Μπορεί να ξαναχτυπήσουμε το [ιρανικό νησί] Χαργκ, έτσι για πλάκα". Έτσι για πλάκα, Ντόναλντ; Έτσι για πλάκα; Τι αντηχεί άραγε πιο αποκρουστικό; Η μοχθηρία της ατάκας σου ή το γέλιο των εκατομμυρίων "πλακατζήδων" που σε (ξανα)έστειλαν στον Λευκό Οίκο;
Οι πιο πρόσφατες Ειδήσεις
Διαβάστε πρώτοι τις Ειδήσεις για ό,τι συμβαίνει τώρα στην Ελλάδα και τον Κόσμο στο thetoc.gr
