X

20 χρόνια από την εξαφάνιση του Άλεξ: Σήμερα θα ήταν 31 ετών, κανείς δεν γνωρίζει πού βρίσκεται η σορός του [εικόνες]

Έχουν περάσει 20 χρόνια από τη νύχτα που ο 11χρονος εξαφανίστηκε στη Βέροια χωρίς να εντοπιστεί ποτέ.

Γράφει: TheToc team

Ο Άλεξ Μεσχισβίλι, που σήμερα θα είχε κλείσει τα 31 του χρόνια, παραμένει στο επίκεντρο μιας από τις πιο σκοτεινές υποθέσεις των τελευταίων ετών. Έχουν περάσει 20 χρόνια από τη νύχτα που ο 11χρονος εξαφανίστηκε στη Βέροια χωρίς να εντοπιστεί ποτέ.

Η υπόθεση σημαδεύτηκε από εξονυχιστικές έρευνες, αντικρουόμενες μαρτυρίες και μια δικαστική απόφαση που απέδωσε ευθύνες σε ανήλικους, χωρίς ωστόσο να βρεθεί το πιο κρίσιμο στοιχείο: η σορός του παιδιού.

Το χρονικό της εξαφάνισης

Στις 3 Φεβρουαρίου 2006, στο διάστημα μεταξύ 19:00 και 20:00, ο Άλεξ αποχωρεί από το κλειστό γυμναστήριο της Ελιάς και, βάσει των στοιχείων που είχαν καταγραφεί, κατευθύνεται προς το πρακτορείο ΟΠΑΠ όπου εργαζόταν ο πατριός του. Εκεί δεν φτάνει ποτέ. Η οικογένεια δηλώνει άμεσα την εξαφάνιση και η πόλη κινητοποιείται, με γείτονες, φίλους και Αρχές να συμμετέχουν στις έρευνες, ενώ η αγωνία μετατρέπεται γρήγορα σε συλλογικό σοκ.

Τα πρώτα στοιχεία στρέφουν την προσοχή σε μια παρέα παιδιών που είχε βρεθεί μαζί του νωρίτερα την ίδια ημέρα. Αρχικά υποστηρίζουν ότι δεν γνωρίζουν τίποτα. Μήνες μετά, ύστερα από νέες μαρτυρίες και αντιπαραβολή άλλοθι, η υπόθεση αλλάζει κατεύθυνση: οι καταθέσεις διαφοροποιούνται και οι έρευνες επικεντρώνονται πλέον στο ενδεχόμενο θανατηφόρας επίθεσης από συνομηλίκους.

Τι πραγματικά έχει συμβεί

Μια από τις καταθέσεις που δόθηκε και μετά αναιρέθηκε, δίνει- λένε οι αστυνομικοί- με σχετική ακρίβεια, τι έχει συμβεί.

Οι πέντε νεαροί που εμπλέκονται στην υπόθεση, 2 ήταν αλβανικής και οι άλλοι ρουμανικής και ελληνικής καταγωγής, τον κυνήγησαν βγαίνοντας από το σχολείο. Εκείνος σκόνταψε και χτύπησε το κεφάλι του σε ένα σκαλί, και τότε ο 5 διαπίστωσαν έντρομοι ότι πέθανε. Αρχικά τον έκρυψαν σε ένα ακατοίκητο σπίτι αντί να ειδοποιήσουν τις Αρχές και μετά τον μετέφεραν με ένα οικοδομικό καρότσι και τον πέταξαν στα νερά του ποταμού, στην περιοχή Μπαρμπούτα.

Οι πέντε σκληροί ανήλικοι είχαν στήσει καρτέρι στον Άλεξ έξω από το Δημαρχείο και όπως περιέγραψε ο ένας της πενταμελούς παρέας, τρεις τον χτύπησαν με μπουνιές και κλωτσιές. Ο Άλεξ άρχισε να τρέχει για να ξεφύγει κι ένας από τους πέντε του έβαλε τρικλοποδιά. Ο 11χρονος έπεσε κι έμεινε ακίνητος. Από το κεφάλι του Άλεξ έτρεξε αίμα και τότε οι πέντε τον μετέφεραν σε ένα ακατοίκητο σπίτι, ενώ πέταξαν τα γυαλιά που φορούσε σε έναν κάδο απορριμμάτων. Δυο ημέρες μετά τον έβαλαν στο καροτσάκι και τον πέταξαν στο ποτάμι. Στην όλη ιστορία είχαν βοήθεια από ενήλικες από τις οικογένειές τους που τους βοήθησαν να κρύψουν και να μεταφέρουν το πτώμα.

Η έρευνα, οι ανατροπές και η "χαμένη" αλήθεια

Κατά την εξέλιξη της έρευνας προέκυψαν δηλαδή ομολογίες που αργότερα όμως ανακλήθηκαν. Σε επόμενο στάδιο, σύμφωνα με όσα έχουν δημοσιευτεί, εμπλεκόμενα παιδιά υποστήριξαν ότι δέχθηκαν πιέσεις κατά τις ανακρίσεις, ενώ η δικογραφία επέστρεψε για περαιτέρω διερεύνηση, καθώς τα ερωτήματα αντί να μειώνονται αυξάνονταν.

Διαβάστε Επίσης

Οσον αφορά πού έθαχαν το πτώμα του άτυχου παιδιού, οι μαρτυρίες αναφέρουν ότι "το σώμα του είχε μεταφερθεί με οικοδομικό καρότσι από το ακατοίκητο σπίτι στο τοπικό ρέμα της Μπαρμπούτας". Ούτε αυτό, ωστόσο, έδωσε οριστική απάντηση, με την υπόθεση να παραμένει μετέωρη ανάμεσα στη δικαστική κρίση για την ευθύνη και στην έλλειψη ενός αδιαμφισβήτητου ευρήματος.

Διαβάστε Επίσης

Η δικαστική κατάληξη και τα ανοιχτά ερωτήματα

Τον Φεβρουάριο του 2009, το Μονομελές Δικαστήριο Ανηλίκων στη Θεσσαλονίκη κρίνει ένοχους συνολικά πέντε ανήλικους για τις κατηγορίες της μη σκοπούμενης θανατηφόρας σωματικής βλάβης και της περιύβρισης νεκρού, επιβάλλοντας αναμορφωτικά και θεραπευτικά μέτρα μέχρι την ενηλικίωσή τους.

Παράλληλα, σε μεταγενέστερες δικαστικές εξελίξεις καταγράφεται και η καταδίκη συγγενικού προσώπου δύο ανηλίκων για υπόθαλψη εγκληματία και ψευδορκία, με τη μητέρα του Άλεξ, τη Νατέλα, να καταθέτει εκφράζοντας την αγανάκτησή της για την πολύχρονη ταλαιπωρία και τη σιωπή που, όπως έλεγε, σκέπαζε την αλήθεια.

Κι όμως, ακόμη και μετά από αυτή τη διαδρομή, το πιο οδυνηρό κομμάτι παραμένει ανοιχτό: πού βρίσκεται ο Άλεξ. Χωρίς έναν επίλογο που να επιτρέπει ένα τελευταίο αντίο, η ιστορία δεν "κλείνει" ποτέ πραγματικά, ούτε για την οικογένεια ούτε για μια κοινωνία που θυμάται το παιδί ως πρόσωπο και όχι ως φάκελο.

Διαβάστε Επίσης