Με το νομοσχέδιο που κατέθεσε το υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων στη Βουλή θέλει να "αναθερμάνει" τη σχέση των πολιτών με την επαγγελματική ασφάλιση αλλά το "δια ταύτα" είναι ότι οι απασχολούμενοι θα πρέπει να πειστούν να αναλάβουν μια δέσμευση για μακροχρόνια επένδυση η οποία δεν στερείται ρίσκου. Το αντάλλαγμα που τους προσφέρεται είναι μια γενναία έκπτωση φόρου καθώς το ποσό που θα επενδύεται θα εκπίπτει από το φορολογητέο εισόδημα και αυτό σημαίνει έκπτωση φόρου που μπορεί να κυμαίνεται από το 9% μέχρι και το 44%.
Ο θεσμός της επαγγελματικής ασφάλισης προωθείται γιατί ο παραδοσιακός πρώτος πυλώνας της κοινωνικής ασφάλισης -δηλαδή η κύρια και η επικουρική σύνταξη που χτίζει ο καθένας από μας με τις ασφαλιστικές εισφορές- παράγει πλέον πολύ χαμηλές συντάξεις. Τα στοιχεία του α’ εξαμήνου του 2026, κατεβάζουν το μέσο ποσό της νέας κύριας σύνταξης κάτω από τα 900 ευρώ μεικτά παρά το γεγονός ότι στη διαμόρφωση της σύνταξης συμμετέχει και το κράτος που "εγγυάται" την εθνική σύνταξη των 446 ευρώ.
Ποια είναι λοιπόν η ιδέα; Να δεχτεί ο εργαζόμενος -το σύστημα είναι καθαρά προαιρετικό- να τοποθετεί ένα ποσό από τον μισθό του σε έναν "κουμπαρά" ώστε να δημιουργηθεί ένα κεφάλαιο το οποίο θα καταστεί διαθέσιμο κατά τη συνταξιοδότηση είτε με τη μορφή εφάπαξ είτε με τη μορφή μιας σύνταξης. Πρακτικά, τα χρήματα επενδύονται μέσω του Ταμείου Επαγγελματικής Ασφάλισης σε ένα αμοιβαίο κεφάλαιο κατά κανόνα μεικτό. Αυτό λοιπόν σημαίνει ότι ρίσκο υπάρχει καθώς τα αμοιβαία κεφάλαια τοποθετούν τα διαθέσιμά τους σε ομόλογα και μετοχές. Μακροπρόθεσμα, ο στόχος είναι να συσσωρευτεί ένα κεφάλαιο τόσο από τα χρήματα που αποταμιεύονται όσο και από τις όποιες υπεραξίες προκύψουν.
Όσο για το ποσό του μισθού -ή το κομμάτι από το κέρδος του αυτοαπασχολούμενου- που θα επενδύεται μέσω του Ταμείου σε αυτό το Αμοιβαίο Κεφάλαιο- θα εκπίπτει από το φορολογητέο εισόδημα. Και όταν μειώνεται το φορολογητέο εισόδημα, μειώνεται και ο φόρος.

Έκπτωση φόρου από τη θεωρία στην πράξη
Πώς λειτουργούν όλα αυτά πρακτικά; Ας υποθέσουμε ότι κάποιος επενδύει 100 ευρώ από τον μισθό του των 1800 ευρώ μεικτά. Σήμερα, ο καθαρός μισθός του μετά την αφαίρεση των ασφαλιστικών εισφορών είναι 1418 ευρώ. Μετά την αφαίρεση των 100 ευρώ, θα πέσει στα 1343 ευρώ. Γιατί η διαφορά θα είναι μικρότερη από τα 100 ευρώ; Διότι η παρακράτηση φόρου θα πέσει από τα 142 ευρώ τον μήνα στα 117 ευρώ τον μήνα. Άρα, τα 100 ευρώ που θα επενδύονται θα "κοστίζουν" 75 ευρώ.
Το ποσό που θα συγκεντρωθεί εξαρτάται από τη διάρκεια της επένδυσης αλλά και το ποσοστό της απόδοσης που μπορεί να υπάρξει. Τα 100 ευρώ τον μήνα (στην πράξη θα είναι λίγο λιγότερα καθώς υπάρχουν κάποιες κρατήσεις της τάξεως του 3-4% για τα λειτουργικά έξοδα του Ταμείου- αν αποταμιεύονται συστηματικά για 15 χρόνια και προκύψει μια απόδοση της τάξεως του 4% ετησίως, θα βγάλουν ένα εφάπαξ περίπου 23-24000 ευρώ. Το νομοσχέδιο που κατατέθηκε στη Βουλή ορίζει ότι αν κάποιος ζητήσει να εκταμιεύσει αυτό το εφάπαξ πριν τα 67 θα φορολογηθεί με 10% και αν συνταξιοδοτηθεί στα 67 θα πληρώσει φόρο 5%.
Το μεγάλο "εμπόδιο" σε αυτή την πρακτική είναι οι χαμηλοί μισθοί στην Ελλάδα. Σε αυτούς δεν έχει καν τον ίδιο θετικό αντίκτυπο η φορολογική απαλλαγή που προσφέρεται. Για παράδειγμα, στα 1000 ευρώ μεικτά -επίπεδο στο οποίο συναντάμε εκατοντάδες χιλιάδες εργαζόμενους- η μείωση της παρακράτησης φόρου εξαιτίας της επένδυσης των 100 ευρώ τον μήνα είναι μόλις 9 ευρώ. Άρα, δεν είναι και τόσο εύκολο για κάποιον ο οποίος ούτως ή άλλως δυσκολεύεται να αντιμετωπίσει τα προβλήματα της καθημερινότητας με τον χαμηλό μισθό που εισπράττει, να πειστεί να αναλάβει μια δέσμευση μακροχρόνιας αποταμίευσης ακόμη και αν γνωρίζει ότι τα 1000 ευρώ του μισθού θα τον οδηγήσουν σε μια πολύ χαμηλή σύνταξη.
Οι πιο πρόσφατες Ειδήσεις
Διαβάστε πρώτοι τις Ειδήσεις για ό,τι συμβαίνει τώρα στην Ελλάδα και τον Κόσμο στο thetoc.gr
