Ο Παύλος Ντε Γκρες μαζί με τη μητέρα του, Άννα Μαρία έδωσαν το παρών στις αρχές του μήνα στην παρουσίαση του ντοκιμαντέρ της Μιμής Ντενίση "Η γυναίκα πίσω από τον Έλγιν" που πραγματοποιήθηκε στο Μουσείο της Ακρόπολης και με αφορμή αυτή την προβολή, υπέγραψε ένα άρθρο στην αγγλική γλώσσα που δημοσιεύτηκε στη σελίδα greek royal family. Το άρθρο του Ντε Γκρες φέρει τον τίτλο "Επιστροφή στον Ιερό Βράχο".

Παύλος Ντε Γκρες: "Ως Έλληνας που μεγάλωσε με τον Παρθενώνα, δυσκολεύομαι να αποδεχθώ ότι αυτό το μοναδικό αριστούργημα παραμένει ακρωτηριασμένο"
"Το πρόσφατο ντοκιμαντέρ της Μιμής Ντενίση έφερε για ακόμη μία φορά στο προσκήνιο ένα ζήτημα που παραμένει άλυτο περισσότερο από δύο αιώνες: το ζήτημα της επιστροφή των Γλυπτών του Παρθενώνα στον τόπο όπου δημιουργήθηκαν. Τόσο η Μιμή Ντενίση όσο και ο διακεκριμένος αρχαιολόγος και Γενικός Διευθυντής του Μουσείου της Ακρόπολης, καθηγητής Νίκος Σταμπολίδης, αξίζουν αναγνώριση για τη συμβολή τους σε αυτή τη σημαντική παραγωγή, η οποία λειτουργεί ως μια ισχυρή υπενθύμιση ότι η τύχη των Γλυπτών δεν αποτελεί απλώς ένα ιστορικό ζήτημα, αλλά ένα διαχρονικό ζήτημα δικαιοσύνης.

Περισσότερα από διακόσια χρόνια μετά την απομάκρυνσή τους, τα Γλυπτά του Παρθενώνα εξακολουθούν να στεγάζονται στο Βρετανικό Μουσείο του Λονδίνου, μακριά από τον Ιερό Βράχο όπου δημιουργήθηκαν και μακριά από το μνημείο στο οποίο ανήκουν. Η Ελλάδα επιδιώκει σταθερά και με αποφασιστικότητα την επιστροφή τους, προβάλλοντας ηθικά, νομικά και ιστορικά επιχειρήματα που συνεχώς κερδίζουν έδαφος στη διεθνή κοινότητα.
Η ελληνική θέση βασίζεται σε μια απλή αλλά ισχυρή αρχή: τα Γλυπτά δεν είναι ανεξάρτητα έργα Τέχνης, αλλά αναπόσπαστα αρχιτεκτονικά στοιχεία ενός ενιαίου μνημείου — του Παρθενώνα. Ο διαχωρισμός τους - σε δύο χώρες- υπονομεύει την ακεραιότητα ενός από τους σημαντικότερους πολιτιστικούς θησαυρούς της ανθρωπότητας, γεγονός που έχει επανειλημμένα υπογραμμιστεί από την UNESCO.

Σήμερα, το Μουσείο Ακρόπολης — ευρέως αναγνωρισμένο ως ένα από τα καλύτερα και πιο προηγμένα μουσεία στον κόσμο — είναι έτοιμο να τα υποδεχθεί τα Γλυπτά πίσω στην πατρίδα τους. Μια ειδικά διαμορφωμένη αίθουσα περιμένει τα αυθεντικά έργα, ενώ γύψινα αντίγραφα καταλαμβάνουν τις θέσεις τους ως μια συγκινητική και σιωπηλή υπενθύμιση των Γλυπτών που λείπουν.
Το βασικό επιχείρημα που προβάλλει επί μακρόν η Βρετανία — ότι ο λόρδος Έλγιν ενήργησε με επίσημη άδεια των οθωμανικών αρχών — αμφισβητείται ολοένα και περισσότερο. Να ληφθεί επίσης υπόψην ότι η αντιπροσωπεία της Τουρκίας στην UNESCO δήλωσε πως δεν έχει ποτέ βρεθεί κάποιο αυθεντικό οθωμανικό διάταγμα που να επέτρεπε την αφαίρεση των Γλυπτών. Αυτό που διασώζεται είναι απλώς μια ανυπόγραφη και χωρίς σφραγίδα ιταλική μετάφραση. Η θέση της σημερινής Τουρκίας έχει αποδυναμώσει σημαντικά ένα από τα βασικά θεμέλια της βρετανικής επιχειρηματολογίας.
Η ελληνική διεκδίκηση έχει επίσης προσελκύσει την υποστήριξη σημαντικών διεθνών προσωπικοτήτων, μεταξύ των οποίων είναι ο Τζορτζ Κλούνεϊ, η Αμάλ Κλούνεϊ — η οποία υπηρέτησε ως νομική σύμβουλος της ελληνικής κυβέρνησης — και ο Στίβεν Φράι. Κατά τη συνεδρίαση της UNESCO τον Μάιο του 2026, είκοσι χώρες, μεταξύ αυτών η Ιταλία, η Βραζιλία, η Κίνα και η Αίγυπτος, εξέφρασαν δημόσια τη στήριξή τους στην ελληνική θέση. Παράλληλα, μεγάλα διεθνή μέσα ενημέρωσης, όπως η Guardian, το BBC και το LBC, έχουν δώσει σημαντική προσοχή στο ζήτημα, παρουσιάζοντας συχνά θετικά το αίτημα της επανένωσης των Γλυπτών.
Εξίσου αξιοσημείωτη είναι η μεταστροφή της βρετανικής κοινής γνώμης. Οι δημοσκοπήσεις δείχνουν όλο και περισσότερο ότι η πλειοψηφία των Βρετανών πολιτών υποστηρίζει πλέον την επιστροφή των Γλυπτών στην Ελλάδα, αντανακλώντας μια ευρύτερη παγκόσμια επανεκτίμηση της πολιτιστικής κληρονομιάς και της ιστορικής ευθύνης.

Ως Έλληνας που μεγάλωσε με τον Παρθενώνα ως σύμβολο της ιστορίας, της ταυτότητας και του πολιτισμού μας, δυσκολεύομαι να αποδεχθώ ότι αυτό το μοναδικό αριστούργημα παραμένει ακρωτηριασμένο. Για τους Έλληνες, τα Γλυπτά του Παρθενώνα δεν είναι μονάχα, αρχαία αντικείμενα. Αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της πολιτιστικής μας μνήμης και της συλλογικής μας ταυτότητας. Η απομάκρυνσή τους δεν βιώνεται απλώς ως ένα ιστορικό γεγονός, αλλά ως μια βαθιά πολιτιστική απώλεια, οι συνέπειες της οποίας εξακολουθούν να γίνονται αισθητές.
Η κατάσταση μοιάζει με τον διαχωρισμό μιας οικογένειας στην οποία τα μισά μέλη της είναι μακριά από το σπίτι τους για περισσότερο από δύο αιώνες. Λίγοι θα έβρισκαν μια τέτοια κατάσταση φυσική ή δίκαιη. Η ίδια αρχή ισχύει και για τα Γλυπτά του Παρθενώνα.
Κάθε φορά που ένας επισκέπτης εισέρχεται στο Μουσείο Ακρόπολης και αντικρίζει τα γύψινα αντίγραφα στις θέσεις όπου θα έπρεπε να βρίσκονται τα πρωτότυπα, η απουσία γίνεται αισθητή. Η επιστροφή τους δεν αποτελεί απλώς ένα διπλωματικό στόχο· είναι μια πράξη ιστορικής δικαιοσύνης, ζήτημα πολιτιστικής ακεραιότητας και εθνικής αξιοπρέπειας, καθώς και αποκατάσταση μιας κληρονομιάς που δεν ανήκει μόνο στην Ελλάδα, αλλά σε ολόκληρη την ανθρωπότητα.
Η συζήτηση, επομένως, δεν αφορά πλέον το αν τα Γλυπτά του Παρθενώνα πρέπει να επιστρέψουν. Το πραγματικό ερώτημα είναι πόσο ακόμη είναι διατεθειμένη η Ελλάδα να περιμένει.
23.6.2026"

Οι πιο πρόσφατες Ειδήσεις
Διαβάστε πρώτοι τις Ειδήσεις για ό,τι συμβαίνει τώρα στην Ελλάδα και τον Κόσμο στο thetoc.gr