Λίγες ημέρες μετά την πρεμιέρα της "Τελευταίας Κλήσης", μιας ταινίας που ήδη προκαλεί συζητήσεις και φαίνεται να έχει κερδίσει το κοινό, η σεναριογράφος Κατερίνα Μπέη ανοίγει τα χαρτιά της για τη δημιουργία ενός από τα πιο ιδιαίτερα ελληνικά αστυνομικά θρίλερ των τελευταίων ετών.
Με αφετηρία την πολύκροτη υπόθεση ομηρίας του Σορίν Ματέι, η ίδια εξηγεί πως η ταινία δεν επιχειρεί να αναπαραστήσει πιστά τα γεγονότα, αλλά να τα χρησιμοποιήσει ως βάση για μια πιο ευρεία αφήγηση γύρω από τον φόβο, την ευθύνη και την αποτυχία των μηχανισμών διαχείρισης κρίσεων.
Η σεναριογράφος μάς μιλά με ειλικρίνεια για το πώς "χτίστηκε" η ιστορία, γιατί επέλεξαν να απομακρυνθούν από την πραγματικότητα και να κινηθούν προς τη μυθοπλασία, αλλά και για τις δυσκολίες του να κρατήσεις τον θεατή σε αγωνία όταν πάνω κάτω φαντάζεται το τέλος. Παράλληλα, αναφέρεται στη συνεργασία της με τον σκηνοθέτη Σερίφ Φράνσις, στις δημιουργικές αποφάσεις που καθόρισαν την ατμόσφαιρα της ταινίας, αλλά και στο στοίχημα να προκύψει όχι μόνο ένταση, αλλά και συναίσθημα.
Η συνέντευξη της Κατερίνας Μπέη στο TheTOC:
Η ταινία από τις πρώτες ημέρες προβολής της έχει καταφέρει να αποσπάσει διθυραμβικά σχόλια. Περιμένατε αυτή την ανταπόκριση από το κοινό και μάλιστα τόσο άμεσα;
Την ελπίζαμε. Προσωπικά με ενδιαφέρει η αλληλεπίδραση με τον κόσμο. Θέλω αυτά που κάνουμε-μιλάω στον πληθυντικό, γιατί είναι η απόλυτα συλλογική δουλειά- να ενδιαφέρουν το κοινό. Αν κάτι στο οποίο συμμετέχω δεν βρει ανταπόκριση, στεναχωριέμαι. ‘Όχι μόνο γιατί δένομαι με τη δουλειά μου, αλλά και γιατί πιστεύω, πως το νόημα της όποιας "τέχνης" είναι να αλληλεπιδρά με τον κόσμο. Αν αυτό δεν συμβαίνει, κάτι κάνουμε λάθος εμείς. Η συγκεκριμένη δουλειά ήταν στοίχημα και λόγω είδους, αφού έχουν υπάρξει ελάχιστα δείγματα στην Ελλάδα, αλλά και λόγω χρονικής συγκυρίας, με τον πόλεμο που έχει "παγώσει" τα πάντα. Οπότε, θέλαμε και ελπίζαμε, να πάει καλά και ξαφνιαστήκαμε πολύ ευχάριστα με την υποδοχή της ταινίας.
Η ταινία βασίζεται σε ένα πραγματικό γεγονός, την υπόθεση ομηρίας του Σορίν Ματέι που συγκλόνισε την Ελλάδα των ‘90s. Παρόλα αυτά, υπάρχουν και πολλά στοιχεία μυθοπλασίας που εξυπηρετούν την πλοκή. Πόσο εύκολο ή δύσκολο είναι για εσάς ως σεναριογράφος να ισορροπείτε ανάμεσα στη μυθοπλασία και στην πραγματικότητα;
Κάθε δουλειά έχει και άλλες απαιτήσεις. Σε μια βιογραφία πχ πρέπει να εξυπηρετείς την ουσία του χαρακτήρα σου, να μην προδώσεις τα βασικά χαρακτηριστικά του, άσχετα με τον τρόπο που θα το κάνεις. Εδώ κάναμε το αντίθετο. Πήραμε μια αφορμή και προσπαθήσαμε να φανταστούμε ελεύθερα τα υπόλοιπα. Δεν σταθήκαμε σε χαρακτήρες, ούτε στην ακρίβεια των περιστατικών. Πήραμε κάποια γεγονότα της πραγματικότητας ως αφορμή για να μιλήσουμε για μια απειλή πιο γενική και ακαθόριστη. Ενδιαφέρον έχει, σε αυτήν την ιστορία, και σε πολλές άλλες δυστυχώς, πως τίποτα δεν είναι δεδομένο, όλα μπορούν να πάνε λάθος, χωρίς κανείς να παίρνει, τελικά, την ευθύνη.
Τι ήταν αυτό που σας συγκλόνισε περισσότερο στην πραγματική υπόθεση;
Η απουσία ευθυνών. Η ευκολία που ο ένας πέταγε το μπαλάκι στον άλλον κι η επιπολαιότητα που πάρθηκαν οι αποφάσεις.

Πώς ξεκίνησε το γράψιμο της ιστορίας και πόσο χρόνο αφιερώσατε στην έρευνα πριν ξεκινήσετε να γράφετε; Μιλήσατε ίσως με κάποιους ανθρώπους που σχετίζονται άμεσα ή έμμεσα με την πραγματική υπόθεση;
Δεν μιλήσαμε με ανθρώπους που είχαν εμπλακεί στην ιστορία γιατί δεν θέλαμε να κάνουμε την πραγματική ιστορία: ούτε δραματοποιημένο ντοκιμαντέρ, ούτε ρεπορτάζ. Θέλαμε με αφορμή αυτήν και κάποιες άλλες ιστορίες-όπως εκείνη της κλοπής πυρομαχικών από στρατόπεδο της Λάρισας, από την 17 Νοέμβρη- να μιλήσουμε για πιο ανθρώπινα πράγματα: την απόγνωση, τον φόβο, την προσπάθεια για επιβίωση και βέβαια για τους μηχανισμούς ενός κράτους που -όπως στην συγκεκριμένη περίπτωση- υπολειτουργεί, αποποείται τις ευθύνες και συγκαλύπτει.
Πώς χτίσατε τους βασικούς χαρακτήρες της ταινίας;
Όλη την πλοκή και τους χαρακτήρες και την ατμόσφαιρα, τα χτίσαμε με κριτήριο τι εξυπηρετεί περισσότερο αυτό που θέλουμε να πούμε: τι θα μπορούσε να εντείνει την αγωνία και να κάνει την ιστορία πιο συναρπαστική. π.χ η επιλογή ενός άπειρου ρεπόρτερ, στη θέση του παρουσιαστή, που χειρίζεται την κατάσταση, σίγουρα αυξάνει τις πιθανότητες να γίνει κάποια γκάφα. Η επιλογή να συμβεί το περιστατικό παραμονές πρωτοχρονιάς 2000, δικαιολογεί κάπως και την ολιγωρία, ή υποστελέχωση των αρχών και του καναλιού και προσθέτει και μια έξτρα ζοφερότητα στην ατμόσφαιρα, αφού η έλευση στη νέα χιλιετία συνοδευόταν με εσχατολογικές θεωρίες αλλά και πολλές προσδοκίες.
Επίσης κάνει πιο σημαντική την ανάγκη της διευθύντριας ειδήσεων να αλλάξει με την κόρη της χρονιά. Γενικά σε μια τέτοιου είδους ταινία, προσπαθεί κανείς, να φέρει τους ήρωές του σε όσο πιο δύσκολη θέση γίνεται, για να ενταθεί η αγωνία και να μεγιστοποιηθούν τα διλήμματά τους.
Το σενάριο συνυπογράφετε μαζί με τον σκηνοθέτη της ταινίας Σεριφ Φράνσις. Πώς συνεργαστήκατε ως προς την εξέλιξη της γραφής; Υπήρξαν δημιουργικές διαφωνίες;
Από τη στιγμή που βρήκαμε τι θέλουμε να πούμε και ήμασταν και οι δυο στο ίδιο μήκος κύματος, ότι είπαμε ή σκεφτήκαμε ήταν απόλυτα συντονισμένο. Διαφωνίες και διαφορετικές ιδέες εννοείται πως πάντα υπάρχουν, αλλά αν δεν υπάρχει εγωισμός και εμμονή, μόνο για καλό είναι τελικά.

Ποιο θεωρείτε ότι ήταν το πιο δύσκολο σημείο να γραφτεί και γιατί;
Δεν μπορώ να ξεχωρίσω ένα σημείο, αλλά μπορώ να πω γενικότερα ποιες ήταν οι έξτρα δυσκολίες. Η μία ήταν να καταφέρουμε να παρασύρουμε τον θεατή να συντονιστεί με την ιστορία που λέμε, χωρίς να σκέφτεται την πραγματική ιστορία και να παρακολουθεί αδιάφορα, αφού πάνω κάτω φαντάζεται το τέλος. Δεύτερη δυσκολία, ήταν, να καταφέρουμε-πέρα από μια αγωνιώδη ταινία δράσης-να βγάλουμε και συναίσθημα: να συγκινήσουμε. Και νομίζω πως αυτό συμβαίνει δυο τρεις φορές στην ταινία. Πράγμα καθόλου αυτονόητο.
Νιώσατε ποτέ όλα αυτά τα χρόνια στην πορεία σας, ότι κουβαλάτε "βάρος” όταν γράφετε για ένα πραγματικό γεγονός;
Όταν ξεκινάω να γράφω, προσπαθώ να αποσυνδεθώ και από προσδοκίες και από βάρη. Να βρω τρόπο να πω την ιστορία όσο καλύτερα μπορώ. Εκ των πραγμάτων οι βιογραφίες, ή οι διασκευές έχουν κάποιους περιορισμούς, αλλά αυτοί οι "περιορισμοί" είναι πιθανότατα κι οι λόγοι που επιλέξαμε να τις κάνουμε ταινίες.

Το τρέιλερ της ταινίας "Τελευταία Κλήση":
"Τελευταία κλήση" - Στους κινηματογράφους από 19 Μαρτίου 2026
Παίζουν: Ορφέας Αυγουστίδης, Μαρία Ναυπλιώτου, Γιώργος Μπένος, Δημήτρης Λάλος, Ρένια Λουιζίδου, Νίκος Ψαρράς, Ερρίκος Λίτσης, Καλλιόπη Χάσκα, Γιάννης Καράμπαμπας, Βασίλης Ρίσβας, Πολύδωρος Βογιατζής, Θοδωρής Σκυφτούλης, Ράσμη Τσόπελα
Σκηνοθεσία: Sherif Francis
Σενάριο: Sherif Francis & Κατερίνα Μπέη
Παραγωγή: Tanweer Productions
Σε συμπαραγωγή με τους: Ελληνικό Κέντρο Κινηματογράφου, Οπτικοακουστικών Μέσων & Δημιουργίας, ΕΡΤ Α.Ε., NOVA

Οι πιο πρόσφατες Ειδήσεις
Διαβάστε πρώτοι τις Ειδήσεις για ό,τι συμβαίνει τώρα στην Ελλάδα και τον Κόσμο στο thetoc.gr