X

Διαιτολόγοι-Διατροφολόγοι: Οι προκλήσεις της υγιεινής διατροφής και οι συνήθειες των Ελλήνων

Τι απαντούν οι Δρ. Φάππα και Ντετοπούλου για τις διατροφικές συνήθειες των Ελλήνων

Γράφει: TheToc team

Πόσο εύκολο είναι να τρέφεται υγιεινά μια ελληνική οικογένεια; Πόσο έχουμε απομακρυνθεί από τη μεσογειακή διατροφή και τι ισχύει τελικά για τα superfoods και τα προϊόντα υψηλής πρωτεΐνης;

Στο πλαίσιο του αφιερώματος του The TOC για τη διατροφή, η Δρ Παρασκευή Ντετοπούλου, Ειδική Γραμματέας Εκπαιδευτικών Θεμάτων του Πανελλήνιου Συλλόγου Διαιτολόγων - Διατροφολόγων (ΠΣΔΔ)και η Δρ Ευαγγελία Φάππα, που είναι καθηγήτριες στο Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου, εξηγούν τα συχνότερα διατροφικά λάθη των Ελλήνων, καταρρίπτουν διατροφικούς μύθους και προτείνουν πρακτικές λύσεις για υγιεινή διατροφή χωρίς υπερβολικό κόστος.

1. Πόσο εύκολο είναι να τρέφεται υγιεινά μια ελληνική οικογένεια εν μέσω ακρίβειας;

Σύμφωνα με την Έρευνα Οικογενειακών Προϋπολογισμών 2025 της ΕΛΣΤΑΤ, η μέση δαπάνη για τρόφιμα και μη αλκοολούχα ποτά ανέρχεται στα 371,20 ευρώ μηνιαίως (κρέας 22,5 %), που για κάποια φτωχότερα νοικοκυριά αντιστοιχεί στο 32% περίπου των συνολικών δαπανών.

Η υγιεινή διατροφή όμως δεν είναι πάντα ακριβότερη. Μια μεσογειακή διατροφή βασισμένη στα όσπρια, τα λαχανικά, τα φρούτα και τα δημητριακά ολικής άλεσης με λιγότερο κρέας μπορεί να αποτελέσει αφετηρία για θρεπτικά γεύματα με ελεγχόμενο κόστος. Παράλληλα, η σύγκριση τιμών και ο προγραμματισμός γευμάτων ώστε να περιορίζεται η σπατάλη τροφίμων μπορούν να βοηθήσουν τον οικογενειακό προϋπολογισμό.

Πρακτικές συμβουλές:

- Ελέγχουμε τι υπάρχει ήδη στο σπίτι, προγραμματίζουμε τα γεύματα και ψωνίζουμε με λίστα.

- Επιλέγουμε οικονομικότερες πηγές πρωτεΐνης (π.χ. όσπρια, αυγά, γαλακτοκομικά, πουλερικά, μικρά ψάρια) και περιορίζουμε το κόκκινο κρέας

- Επιλέγουμε τοπικά και εποχικά προϊόντα (π.χ. από παραγωγούς στη λαϊκή αγορά)

- Αξιοποιούμε περισσεύματα τροφίμων

- Καταψύχουμε τις μερίδες που δεν θα καταναλώσουμε σύντομα, σημειώνοντας την ημερομηνία.

Περισσότερες ιδέες για τη βιώσιμη διατροφή και τη μείωση της σπατάλης τροφίμων μπρούν να αναζητηθούν στο πρόγραμμα S-FAN – Sustainable Food Awareness Network (www.sfan.uop.gr). Το πρόγραμμα χρηματοδοτείται από το ΕΛΙΔΕΚ και υλοποιείται από το Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου, με στόχο τη μείωση της σπατάλης τροφίμων.

2. Ποια είναι τα συχνότερα διατροφικά λάθη των Ελλήνων;

Αυτό που έχει συμβεί με το πέρασμα των χρόνων στη διατροφή των Ελλήνων είναι ότι έχουν απομακρυνθεί από τη Μεσογειακή Δίαιτα υιοθετώντας ένα πιο δυτικό μοντέλο διατροφής. Μάλιστα, η απομάκρυνση από το παραδοσιακό μεσογειακό πρότυπο είναι εντονότερη στους νεότερους ενήλικες.

Ειδικότερα, δημοσιεύσεις από τις πανελλαδικές μελέτες ΥΔΡΙΑ και ΠΑΜΕΔΥ καταγράφουν συγκεκριμένες αποκλίσεις από το παραδοσιακό μεσογειακό πρότυπο. Στην ΠΑΜΕΔΥ, η κατανάλωση φρούτων, λαχανικών, οσπρίων, δημητριακών ολικής άλεσης και ψαριών ήταν χαμηλότερη από τις διατροφικές συστάσεις, ενώ καταγράφηκε υπέρβαση των συστάσεων για το κόκκινο κρέας και αυξημένη κατανάλωση γλυκών και πρόχειρου φαγητού. Αντίστοιχα, στην ΥΔΡΙΑ μόνο το 28,3% των ενηλίκων εμφάνιζε υψηλή προσκόλληση στη Μεσογειακή Διατροφή.

Οι ενήλικες κάτω των 65 ετών κατανάλωναν λιγότερα φρούτα, λαχανικά, όσπρια και ψάρια και περισσότερο κρέας και αλκοόλ συγκριτικά με τους μεγαλύτερους. Επομένως, οι αποκλίσεις αφορούν τόσο την αυξημένη κατανάλωση ορισμένων τροφίμων όσο και την ανεπαρκή παρουσία βασικών συστατικών της Μεσογειακής διατροφής στο καθημερινό μας τραπέζι. Παράλληλα, μέρος των παραδοσιακών μεσογειακών τροφίμων έχει αντικατασταθεί από προϊόντα υψηλού βαθμού επεξεργασίας, συχνά πλούσια σε αλάτι, κορεσμένα λιπαρά και πρόσθετα σάκχαρα, των οποίων η κατανάλωση χρειάζεται να περιορίζεται, μειώνοντας ακόμη περισσότερο την ποιότητα της διατροφής των Ελλήνων σήμερα.

Δρ Ευαγγελία Φάππα, Αντιπρόεδρος του ΠΣΔΔ

3. Superfoods, vegan και προϊόντα υψηλής πρωτεΐνης: Πραγματικά οφέλη ή διατροφικές μόδες;

Αρχικά, χρειάζεται να διευκρινίσουμε ότι πρόκειται για τρεις διαφορετικές περιπτώσεις. Το food marketing συχνά προωθεί συγκεκριμένα τρόφιμα ή διατροφικά πρότυπα, αξιοποιώντας πληροφορίες που μπορεί να είναι επιστημονικά τεκμηριωμένες ή μη, καθώς ο βασικός του στόχος είναι το κέρδος και όχι η προαγωγή της υγείας των πολιτών. Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσεται ο όρος "superfoods", ο οποίος δεν αποτελεί επιστημονικά καθορισμένη κατηγορία τροφίμων, αλλά όρο του food marketing για την προώθηση προϊόντων στα οποία συνήθως αποδίδονται ιδιαίτερα ευεργετικές επιδράσεις στην υγεία. Ωστόσο, τα τρόφιμα που χαρακτηρίζονται κάθε φορά ως "superfoods" δεν υπερτερούν κατ’ ανάγκη σε θρεπτική αξία έναντι άλλων τοπικών τροφίμων, ούτε αρκούν από μόνα τους για να καλύψουν το σύνολο των διατροφικών αναγκών ενός ανθρώπου.

Αναφορικά με τη φυτοφαγική διατροφή και τις επιμέρους μορφές της, οι άνθρωποι μπορεί να τις επιλέγουν για διάφορους λόγους, μεταξύ των οποίων λόγοι υγείας, ηθικοί και περιβαλλοντικοί. Τα μέχρι σήμερα επιστημονικά δεδομένα δείχνουν ότι μια καλά σχεδιασμένη φυτοφαγική διατροφή, μπορεί να καλύψει τις ανάγκες ενός ατόμου, σεβόμενοι την επιλογή του αυτή. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι αποτελεί τη συνιστώμενη διατροφή για όλους ή ότι είναι κατάλληλη για κάθε άνθρωπο ανεξάρτητα από τις ανάγκες και την κατάσταση της υγείας του.

Τέλος, το food marketing συχνά προωθεί στον γενικό πληθυσμό προϊόντα που εξυπηρετούν ανάγκες συγκεκριμένων ομάδων. Μια τέτοια περίπτωση είναι τα προϊόντα υψηλής περιεκτικότητας σε πρωτεΐνη. Η χρησιμότητά τους χρειάζεται εξατομικευμένη αξιολόγηση από ειδικό, καθώς οι περισσότεροι άνθρωποι μπορούν να καλύψουν τις ανάγκες τους μέσω συμβατικών τροφίμων, λαμβάνοντας παράλληλα άλλα πολύτιμα θρεπτικά συστατικά. Επιπλέον, η ένδειξη "υψηλή περιεκτικότητα σε πρωτεΐνη" δεν καθιστά αυτομάτως ένα προϊόν υγιεινό· χρειάζεται να εξετάζεται συνολικά η σύνθεσή του, καθώς μπορεί να περιέχει, για παράδειγμα, αυξημένες ποσότητες σακχάρων, κορεσμένων λιπαρών ή αλατιού.

Δρ Παρασκευή Ντετοπούλου, ​​​​​​Ειδική Γραμματέας Εκπαιδευτικών Θεμάτων ΠΣΣΔ

4. Πόσο πιστοί παραμένουν οι Έλληνες στη μεσογειακή διατροφή;

Οι επιστημονικές μελέτες αποκαλύπτουν μια απόσταση ανάμεσα στη διατροφική μας παράδοση και στην καθημερινή πράξη. Η προσήλωση στη μεσογειακή διατροφή είναι συχνά χαμηλή έως μέτρια, ενώ η ηλικία και οι κοινωνικές συνθήκες διαμορφώνουν μια σύνθετη εικόνα.

Οι πανελλαδικές μελέτες ΥΔΡΙΑ και η ΠΑΜΕΔΥ υποδεικνύουν περιορισμένη προσήλωση στη μεσογειακή διατροφή (υψηλή προσήλωση σε 28% και 21% του δείγματος, αντίστοιχα). Η προσήλωση στη μεσογειακή διατροφή συνδέεται και με κοινωνικούς παράγοντες: είναι μεγαλύτερη στα άτομα με υψηλότερη εκπαίδευση και εισόδημα και μικρότερη σε όσους ζουν μόνοι ή σε μονογονεϊκές οικογένειες (Εθνική Έρευνα Υγείας).

Σε προοπτική ανάλυση μιας δεκαετίας στη μελέτη ΑΤΤΙΚΗ, το 45,8% των συμμετεχόντων πέρασε από υψηλή σε χαμηλή προσήλωση στη μεσογειακή διατροφή υποδεικνύοντας δυσκολία της διατήρησης του μεσογειακού προτύπου στην καθημερινότητα.

Συνεπώς, η θέση της μεσογειακής διατροφής στο καθημερινό τραπέζι δεν είναι δεδομένη. Το ζητούμενο είναι να δημιουργηθούν οι συνθήκες ώστε μια παράδοση με τεκμηριωμένη αξία για την υγεία να αποτελεί εύκολη και προσιτή επιλογή ακόμα και για τις νεότερες γενιές.

Διαβάστε Επίσης