Μια σημαντική και ανησυχητική μεταβολή στην επιδημιολογία του καρκίνου του παχέος εντέρου καταγράφει νέα μελέτη που δημοσιεύθηκε από την Αμερικανική Αντικαρκινική Εταιρεία. Σύμφωνα με τα ευρήματα, σχεδόν οι μισές νέες διαγνώσεις αφορούν πλέον άτομα κάτω των 65 ετών, μια εξέλιξη που ανατρέπει την παραδοσιακή εικόνα για τη νόσο.
Όπως επισημαίνει ο επικεφαλής επιστημονικός υπεύθυνος δρ. William Dahut, ο καρκίνος παχέος εντέρου θεωρούνταν για δεκαετίες νόσος που αφορούσε κυρίως τους ηλικιωμένους. Πράγματι, από τα μέσα της δεκαετίας του 1980 τα ποσοστά στους άνω των 65 ετών μειώνονται σταθερά, κυρίως χάρη στην ευρεία εφαρμογή προληπτικού ελέγχου, ο οποίος επιτρέπει τον έγκαιρο εντοπισμό και την αφαίρεση προκαρκινικών πολυπόδων, μεταδίδουν οι ΝΥΤ.
Την ίδια ώρα, όμως, μια αντίστροφη τάση καταγράφεται στις νεότερες ηλικίες. Τα περιστατικά σε άτομα κάτω των 50 ετών αυξάνονται τα τελευταία χρόνια, ενώ η νέα μελέτη δείχνει ότι και οι ηλικίες 50–64 παρουσίασαν άνοδο την περίοδο 2013–2022. Ιδιαίτερα αξιοσημείωτη είναι η αύξηση των καρκίνων του ορθού σε όλες τις ηλικιακές ομάδες, μετά από μακρά περίοδο μείωσης.
Το "φαινόμενο γενεών" και ο αυξανόμενος κίνδυνος
Οι ερευνητές περιγράφουν το λεγόμενο "birth-cohort effect" — ένα φαινόμενο κατά το οποίο διαδοχικές γενιές εμφανίζουν αυξημένο κίνδυνο νόσησης. Στην προκειμένη περίπτωση, η τάση αφορά άτομα που γεννήθηκαν από το 1950 και μετά.
Είναι ενδεικτικό ότι όσοι γεννήθηκαν το 1990 έχουν διπλάσιες πιθανότητες να εμφανίσουν καρκίνο παχέος εντέρου και τετραπλάσιες πιθανότητες να διαγνωστούν με καρκίνο του ορθού, σε σύγκριση με όσους γεννήθηκαν το 1950.
Η δρ. Andreana Holowatyj, επίκουρη καθηγήτρια αιματολογίας και ογκολογίας στο Vanderbilt University Medical Center, τονίζει ότι "δεν πρόκειται απλώς για ηλικιακή μετατόπιση, αλλά για μια μεταβολή που αφορά ολόκληρες γενιές".
Επιπλέον, τα νέα περιστατικά εντοπίζονται συχνότερα στο τελικό τμήμα του παχέος εντέρου και στο ορθό, και όχι σε άλλα σημεία που παραδοσιακά πλήττουν τους μεγαλύτερους σε ηλικία ασθενείς. Η διαφοροποίηση αυτή ενισχύει την υπόθεση ότι ενδέχεται να εμπλέκονται διαφορετικοί αιτιολογικοί μηχανισμοί.
Περιβάλλον, διατροφή και μικροβίωμα στο επίκεντρο
Αν και τα ακριβή αίτια παραμένουν ασαφή, οι επιστήμονες στρέφουν την προσοχή τους σε περιβαλλοντικές εκθέσεις που άρχισαν να γίνονται ευρέως διαδεδομένες μετά τη δεκαετία του 1950.
Στο επίκεντρο της έρευνας βρίσκονται οι μεταβολές στο μικροβίωμα του εντέρου και οι χρόνιες φλεγμονώδεις διεργασίες που ενδέχεται να συνδέονται με σύγχρονες συνήθειες και προϊόντα, όπως τα υπερεπεξεργασμένα τρόφιμα, τα μικροπλαστικά και η εκτεταμένη χρήση αντιβιοτικών. Οι παράγοντες αυτοί εξετάζονται ως πιθανοί καταλύτες της αυξημένης επίπτωσης στις νεότερες γενιές.
Οι διεθνείς κατευθυντήριες οδηγίες συστήνουν προληπτικό έλεγχο από την ηλικία των 45 ετών για άτομα μέσου κινδύνου, με την κολονοσκόπηση να αποτελεί τη μέθοδο αναφοράς.
Όσοι έχουν οικογενειακό ιστορικό καρκίνου παχέος εντέρου ή προκαρκινικών πολυπόδων, ιδιαίτερα σε ηλικία κάτω των 60 ετών, θεωρούνται αυξημένου κινδύνου και καλούνται να ξεκινούν έλεγχο περίπου δέκα χρόνια νωρίτερα από την ηλικία διάγνωσης του νεότερου συγγενή, σε συνεννόηση με τον γιατρό τους.
Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί το γεγονός ότι τρεις στους τέσσερις ασθενείς κάτω των 50 ετών διαγιγνώσκονται σε προχωρημένο στάδιο (3 ή 4). Σύμφωνα με τη δρ. Andrea Cercek, συνδιευθύντρια του Κέντρου Νεανικής Έναρξης Καρκίνου Παχέος Εντέρου και Γαστρεντερικού στο Memorial Sloan Kettering Cancer Center, πολλοί νεότεροι ασθενείς παρουσίαζαν αναιμία ή κοιλιακό άλγος, συμπτώματα που αρχικά αποδόθηκαν σε άλλες, λιγότερο σοβαρές αιτίες.
Εκτός από την ανεξήγητη κόπωση και την απώλεια βάρους, προειδοποιητικά σημάδια μπορεί να είναι η διάρροια ή η δυσκοιλιότητα που επιμένει, το αίμα στα κόπρανα και γενικότερα οι αλλαγές στις εντερικές συνήθειες.
Οι πιο πρόσφατες Ειδήσεις
Διαβάστε πρώτοι τις Ειδήσεις για ό,τι συμβαίνει τώρα στην Ελλάδα και τον Κόσμο στο thetoc.gr

