X

Τι "υπόσχεται" και πού υστερεί το χάπι που αδυνατίζει της Novo Nordisk - Οι παρενέργειες

Η σεμαγλουτίδη, ένα από τα πιο γνωστά φάρμακα της κατηγορίας GLP-1, διατίθεται και σε μορφή καθημερινού χαπιού.

Γράφει: Βικυ Κουρλιμπινη

Η σεμαγλουτίδη, ένα από τα πιο γνωστά φάρμακα της κατηγορίας GLP-1, διατίθεται και σε μορφή καθημερινού χαπιού (του χαπιού Wegovy) και οι πωλήσεις της δανέζικης παρασκευάστριας φαρμακοβιομηχανίας Novo Nordisk- που παρασκευάζει επίσης το Ozempic- έχουν σπάσει τα κοντέρ.

Μέχρι πρόσφατα, η θεραπεία βασιζόταν σε ενέσιμη χορήγηση. Η νέα από του στόματος μορφή, που εγκρίθηκε τον Δεκέμβριο του 2025 από τον αμερικανικό Οργανισμό Τροφίμων και Φαρμάκων, υπόσχεται μεγαλύτερη ευκολία και χαμηλότερο κόστος, χωρίς όμως να είναι κατάλληλη για όλους.

Η σεμαγλουτίδη δρα μιμούμενη τις ορμόνες GLP-1, συμβάλλοντας στη μείωση της όρεξης, στην επιβράδυνση της πέψης και στη βελτίωση της ρύθμισης του σακχάρου στο αίμα. Απευθύνεται σε ενήλικες με παχυσαρκία (ΔΜΣ ≥30) ή σε άτομα με αυξημένο βάρος και συνοδά προβλήματα υγείας, όπως υπέρταση ή αποφρακτική υπνική άπνοια.

Το πρώτο τρίμηνο του 2026 ήταν η πρώτη περίοδος που κάλυψε τις πωλήσεις του του χαπιού Wegovy της Novo Nordisk , στις ΗΠΑ, οι οποίες ανέτρεψαν όλες τις προβλέψεις.

Οι πωλήσεις ανήλθαν σε 2,26 δισεκατομμύρια κορώνες (243,5 εκατ. δολάρια) σχεδόν υπερδιπλάσιες από τις εκτιμήσεις των αναλυτών, οι οποίοι σε έρευνα του Reuters περίμεναν 1,16 δισ. κορώνες.

Διαβάστε Επίσης

Η Novo δήλωσε επίσης ότι το χάπι Wegovy είχε περίπου 1,3 εκατομμύρια συνταγογραφήσεις τους πρώτους τρεις μήνες του 2026, ενώ ανακοίνωσε ότι, εν αναμονή των εγκρίσεων από τις ρυθμιστικές αρχές, το χάπι Wegovy θα κυκλοφορήσει εκτός ΗΠΑ κατά το δεύτερο εξάμηνο του 2026.

Πού κερδίζει και πού χάνει

Και οι δύο εκδοχές, η ενέσιμη και η από του στόματος, βασίζονται στον ίδιο μηχανισμό δράσης, δηλαδή μιμούνται τις ορμόνες GLP-1, μειώνοντας την όρεξη και επιβραδύνοντας την πέψη, διαφέρουν εντούτοις ως προς την αποτελεσματικότητά τους στην απώλεια βάρους.

Η ενέσιμη μορφή της σεμαγλουτίδης εξακολουθεί να υπερτερεί. Οι ασθενείς που τη χρησιμοποιούν καταγράφουν κατά μέσο όρο απώλεια 15% έως 17% του αρχικού σωματικού τους βάρους μέσα σε διάστημα περίπου ενός έτους. Αντίθετα, η από του στόματος μορφή οδηγεί σε ελαφρώς χαμηλότερη απώλεια, που κυμαίνεται γύρω στο 12% έως 13% στο ίδιο χρονικό πλαίσιο.

Διαβάστε Επίσης

Η διαφορά αυτή δεν είναι αμελητέα, ιδίως αν ληφθεί υπόψη ότι η ανταπόκριση στη θεραπεία δεν είναι ίδια για όλους. Στην περίπτωση του χαπιού, περίπου ένας στους τέσσερις ασθενείς δεν καταφέρνει να πετύχει απώλεια βάρους της τάξης του 5% ή περισσότερο, ποσοστό που θεωρείται το ελάχιστο κλινικά σημαντικό όφελος. Αντίθετα, η ενέσιμη μορφή φαίνεται να προσφέρει πιο σταθερά αποτελέσματα σε μεγαλύτερο ποσοστό ασθενών.

Η εξήγηση βρίσκεται κυρίως στον τρόπο απορρόφησης του φαρμάκου. Το χάπι περνά από το πεπτικό σύστημα, γεγονός που καθιστά τη δράση του πιο ευάλωτη σε παράγοντες όπως ο χρόνος λήψης ή η κατανάλωση τροφής και υγρών. Αντίθετα, η ενέσιμη μορφή παρακάμπτει τη διαδικασία της πέψης, εξασφαλίζοντας πιο προβλέψιμη και σταθερή απορρόφηση της δραστικής ουσίας.

Οι παρενέργειες παραμένουν παρόμοιες, με συχνότερες τη ναυτία, τη δυσκοιλιότητα και τη διάρροια. Οι ειδικοί τονίζουν ότι η θεραπεία πρέπει να γίνεται μόνο υπό ιατρική παρακολούθηση, καθώς η φαρμακευτική αγωγή αποτελεί μέρος μιας συνολικής προσέγγισης που περιλαμβάνει διατροφή, άσκηση, διαχείριση άγχους και ποιοτικό ύπνο.