Πέθανε σε ηλικία 92 ετών η Γκλόρια Στάινεμ, η εμβληματική Αμερικανίδα δημοσιογράφος και ακτιβίστρια που ταύτισε το όνομά της με το φεμινιστικό κίνημα και τον αγώνα για τα δικαιώματα των γυναικών στις ΗΠΑ και διεθνώς.
Σύμφωνα με τον Guardian, η Στάινεμ άφησε ανεξίτηλο το αποτύπωμά της στη δημοσιογραφία και τον δημόσιο διάλογο, φέρνοντας για δεκαετίες στο προσκήνιο ζητήματα όπως το δικαίωμα στην άμβλωση, η έμφυλη βία και οι διακρίσεις. Υπήρξε συγγραφέας εννέα βιβλίων, συνιδρύτρια του ιστορικού φεμινιστικού περιοδικού "Ms." και μία από τις πλέον αναγνωρίσιμες προσωπικότητες του δεύτερου κύματος του φεμινισμού.
Την είδηση του θανάτου της γνωστοποίησε η οικογένειά της μέσω ανάρτησης στον λογαριασμό της στο Instagram. Όπως αναφέρεται στη σχετική ανακοίνωση, η Γκλόρια Στάινεμ "έφυγε ειρηνικά στο σπίτι της στη Νέα Υόρκη, έχοντας στο πλευρό της ανθρώπους που την αγαπούσαν".
"Τα σχεδόν εκατό χρόνια της Γκλόρια στη Γη ήταν χρόνια γεμάτα ζωή και συνέχισε να εργάζεται για την ισότητα μέχρι το τέλος", αναφέρεται στην ανάρτηση. "Το μεγαλύτερο χάρισμα της Γκλόρια ήταν η ικανότητά της να ακούει τους άλλους, να τους κάνει να αισθάνονται ότι τους βλέπουν και τους ακούν. Τα λόγια, οι πράξεις και το παράδειγμά της έδωσαν στους ανθρώπους την ελευθερία να είναι ο πραγματικός τους εαυτός".
Μια ζωή αφιερωμένη στα δικαιώματα των γυναικών
Μέσα από τη δημοσιογραφία, τις δημόσιες παρεμβάσεις και τον ακτιβισμό της, η Στάινεμ συνέβαλε καθοριστικά στο να περάσουν οι φεμινιστικές διεκδικήσεις από το περιθώριο στο επίκεντρο του δημόσιου διαλόγου.
Στη διάρκεια της ζωής της αγωνίστηκε κατά της ενδοοικογενειακής βίας, του ακρωτηριασμού των γυναικείων γεννητικών οργάνων και της βιομηχανίας πορνογραφίας, ενώ τάχθηκε κατά των πολέμων στο Βιετνάμ και στον Περσικό Κόλπο. Στήριξε επίσης κινήματα και διεκδικήσεις για τα αναπαραγωγικά και ΛΟΑΤΚΙ+ δικαιώματα, το Black Lives Matter και το Time's Up. Το 1984 συνελήφθη ενώ συμμετείχε σε διαδήλωση κατά του Απαρτχάιντ έξω από την πρεσβεία της Νότιας Αφρικής στην Ουάσινγκτον.
Από το Οχάιο στη δημοσιογραφία
Η Γκλόρια Στάινεμ γεννήθηκε στο Οχάιο το 1934 και πέρασε ένα μέρος των παιδικών της χρόνων ζώντας σε τροχόσπιτο. Η μητέρα της αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα ψυχικής υγείας, με αποτέλεσμα να δυσκολεύεται να διατηρήσει σταθερή εργασία και να νοσηλεύεται κατά περιόδους.
Όταν η Στάινεμ ήταν 10 ετών, οι γονείς της χώρισαν. Μεγαλώνοντας μαζί με τη μητέρα της στο Τολέδο, άρχισε να παρατηρεί από μικρή ηλικία τις διακρίσεις και την εχθρική αντιμετώπιση που εκείνη δεχόταν ως εργαζόμενη γυναίκα.
Μετά την αποφοίτησή της από γυναικείο κολέγιο ελευθέρων τεχνών το 1956, ταξίδεψε στην Ινδία, όπου έμεινε για δύο χρόνια και εργάστηκε ως νομική βοηθός στο Ανώτατο Δικαστήριο της χώρας.
Επιστρέφοντας στις ΗΠΑ εργάστηκε ως διευθύντρια στην Independent Research Service, μία οργάνωση που λειτουργούσε ως βιτρίνα της CIA και στρατολογούσε Αμερικανούς φοιτητές με στόχο να αντιπαρατεθούν στη σοβιετική επιρροή στα Παγκόσμια Φεστιβάλ Νεολαίας στη Βιέννη και το Ελσίνκι. Η ίδια αποκάλυψε αργότερα ότι γνώριζε εξαρχής ποιος χρηματοδοτούσε την επιχείρηση, δηλώνοντας μάλιστα πως "αν είχα την επιλογή, θα το έκανα ξανά".
Η έρευνα ως "κουνελάκι" του Playboy που προκάλεσε αίσθηση
Το 1962 ανέλαβε την πρώτη, όπως η ίδια τη χαρακτήριζε, "σοβαρή δημοσιογραφική αποστολή" της για το περιοδικό Esquire. Στο άρθρο της για την αντισύλληψη περιέγραφε το δίλημμα που αντιμετώπιζαν τότε πολλές γυναίκες, οι οποίες ουσιαστικά αναγκάζονταν να επιλέξουν ανάμεσα στην επαγγελματική σταδιοδρομία και τη δημιουργία οικογένειας.
Έναν χρόνο αργότερα πραγματοποίησε μία από τις έρευνες που έμελλε να σημαδέψουν τη δημοσιογραφική της καριέρα. Για 11 ημέρες εργάστηκε μυστικά ως "Playboy Bunny", προκειμένου να καταγράψει τις πραγματικές συνθήκες εργασίας των γυναικών στα Playboy Clubs του Χιου Χέφνερ.
Η Στάινεμ περιέγραψε τις εξαντλητικές απαιτήσεις που επιβάλλονταν στις εργαζόμενες, από τα στενά κοστούμια και τα ψηλά τακούνια έως την πίεση για συγκεκριμένη εμφάνιση και βάρος. Η έρευνα δημοσιεύτηκε σε δύο μέρη και προκάλεσε μεγάλη αίσθηση. Είχε όμως και κόστος για την ίδια, καθώς, όπως έλεγε αργότερα, δυσκολεύτηκε να βρει δημοσιογραφική δουλειά επειδή πλέον αντιμετωπιζόταν απλώς ως "Bunny", ανεξάρτητα από τον λόγο για τον οποίο είχε αναλάβει τον ρόλο.
Η στιγμή που την οδήγησε στον φεμινιστικό ακτιβισμό
Το 1968 άρχισε να εργάζεται στο New York Magazine. Σε άρθρο της για δημόσια εκδήλωση στο Greenwich Village, κατά την οποία γυναίκες μιλούσαν ανοιχτά για τις εμπειρίες τους από τις αμβλώσεις, χρησιμοποίησε τον όρο "αναπαραγωγική ελευθερία".
Η ίδια είχε κάνει άμβλωση στο Λονδίνο σε ηλικία 22 ετών και αργότερα περιέγραφε τη συγκεκριμένη εκδήλωση ως τη στιγμή που κάτι "κούμπωσε" μέσα της και σηματοδότησε την έναρξη της ζωής της ως ενεργής φεμινίστριας.
"Για μένα ήταν η πρώτη φορά που ανέλαβα την ευθύνη για τη δική μου ζωή. Δεν επρόκειτο να αφήσω απλώς τα πράγματα να μου συμβαίνουν. Θα καθόριζα εγώ τη ζωή μου", είχε δηλώσει στον Observer το 2011.
Η Στάινεμ απέδιδε επίσης σημαντικό μέρος της πολιτικής και ακτιβιστικής της διαμόρφωσης σε μαύρες φεμινίστριες, μεταξύ των οποίων οι Florynce Kennedy, Evelyn Cunningham, Shirley Chisholm και Fannie Lou Hamer.
Το "Ms." και η ανάδειξή της σε σύμβολο του φεμινισμού
Η δημοσιογραφική και ακτιβιστική της δράση εντάθηκε τα επόμενα χρόνια. Το 1971 συνίδρυσε μαζί με την Dorothy Pitman Hughes το περιοδικό "Ms.", το οποίο εξελίχθηκε σε ένα από τα σημαντικότερα έντυπα του αμερικανικού φεμινιστικού κινήματος.
Στο πρώτο τεύχος του περιοδικού πρωταγωνιστούσε στο εξώφυλλο η Wonder Woman, με τη Στάινεμ να ζητά την επιστροφή της ηρωίδας στις φεμινιστικές της ρίζες και την αποκατάσταση των υπερδυνάμεων που της είχαν αφαιρεθεί.
Η ίδια υπέγραψε σειρά άρθρων που προκάλεσαν συζητήσεις, μεταξύ των οποίων το σατιρικό "If Men Could Menstruate" ("Αν οι άνδρες είχαν περίοδο"). Το άρθρο της "After Black Power, Women's Liberation", που είχε δημοσιευτεί το 1969 στο New York Magazine, συνέβαλε καθοριστικά στην ανάδειξή της σε ηγετική φυσιογνωμία του φεμινιστικού κινήματος.
Παρότι φοβόταν τις δημόσιες ομιλίες και τις συγκρούσεις, αξιοποίησε την τεράστια προβολή που απέκτησε για να αναδείξει τις φωνές κοινωνικών ομάδων που παραδοσιακά βρίσκονταν στο περιθώριο, από τις μαύρες κοινότητες και τις εθνοτικές μειονότητες μέχρι την εργατική τάξη.
Οι επικρίσεις και οι αμφιλεγόμενες παρεμβάσεις
Η Στάινεμ υπήρξε ταυτόχρονα μία πολωτική προσωπικότητα. Ορισμένες φεμινίστριες θεωρούσαν ότι η ανάδειξή της σε δημόσιο πρόσωπο του κινήματος οφειλόταν εν μέρει στα μέσα ενημέρωσης και στην εικόνα της ως νέας, λευκής και ελκυστικής γυναίκας. Η ίδια απέρριπτε αυτή την κριτική. Στο βιβλίο της "My Life on the Road" το 2015 έγραψε ότι η αντίληψη πως όσα είχε καταφέρει οφείλονταν στην εμφάνισή της παρέμεινε μία "προκατειλημμένη και οδυνηρή κατηγορία" ακόμη και σε μεγάλη ηλικία.
Έντονες αντιδράσεις είχε προκαλέσει και άρθρο γνώμης που δημοσίευσε στους New York Times το 1998, με το οποίο υπερασπίστηκε τον τότε πρόεδρο Μπιλ Κλίντον απέναντι σε καταγγελίες σεξουαλικής παρενόχλησης. Χρόνια αργότερα αναθεώρησε τη στάση της, δηλώνοντας το 2017 ότι "πρέπει να πιστεύουμε τις γυναίκες" και ότι δεν θα έγραφε το ίδιο άρθρο ξανά.
Επικρίσεις είχε δεχθεί και για παλαιότερο κείμενό της σχετικά με τα τρανς άτομα. Το 2013 ξεκαθάρισε τη θέση της, τονίζοντας ότι οι τρανς άνθρωποι "ζουν πραγματικές, αυθεντικές ζωές" που "πρέπει να γιορτάζονται και όχι να αμφισβητούνται".
Η μάχη με τον καρκίνο και ο γάμος της
Το 1986 διαγνώστηκε με καρκίνο του μαστού, ενώ το 1994 με νευραλγία τριδύμου, μία χρόνια πάθηση που προκαλεί έντονο πόνο. Παρότι για χρόνια απέρριπτε την ιδέα του γάμου, το 2000 παντρεύτηκε τον περιβαλλοντικό ακτιβιστή Ντέιβιντ Μπέιλ. Μετά τον θάνατό του το 2003 διατήρησε στενή σχέση με τον θετό γιο της, τον ηθοποιό Κρίστιαν Μπέιλ.
Σφοδρή επικρίτρια του Ντόναλντ Τραμπ
Η Στάινεμ είχε στηρίξει την προεδρική υποψηφιότητα της Χίλαρι Κλίντον και εξελίχθηκε σε μία από τις πιο γνωστές επικρίτριες του Ντόναλντ Τραμπ. Υπήρξε συμπρόεδρος και ομιλήτρια στο Women's March στην Ουάσινγκτον, τη μαζική διαδήλωση που πραγματοποιήθηκε μία ημέρα μετά την ορκωμοσία του Τραμπ τον Ιανουάριο του 2017.
Την ίδια χρονιά είχε δηλώσει στον Guardian ότι η εκλογή Τραμπ είχε προκαλέσει μία πρωτοφανή κινητοποίηση του ακτιβισμού, μεγαλύτερη από οτιδήποτε είχε δει στη ζωή της, ακόμη και από το κίνημα κατά του πολέμου στο Βιετνάμ.
Χρόνια νωρίτερα, το 2011, είχε εκφράσει μία χαρακτηριστική επιθυμία για το μέλλον της: "Ελπίζω να ζήσω μέχρι τα 100. Υπάρχουν τόσα πολλά ακόμη να γίνουν". Η Γκλόρια Στάινεμ πέθανε στα 92 της, έχοντας αφιερώσει περισσότερες από έξι δεκαετίες στη δημοσιογραφία, στον φεμινισμό και στον αγώνα για κοινωνική και πολιτική ισότητα.
Οι πιο πρόσφατες Ειδήσεις
Διαβάστε πρώτοι τις Ειδήσεις για ό,τι συμβαίνει τώρα στην Ελλάδα και τον Κόσμο στο thetoc.gr


