Την ανάγκη για άμεσες παρεμβάσεις προκειμένου να αντιμετωπιστούν οι ελλείψεις στο νοσηλευτικό προσωπικό του ΕΣΥ υπογραμμίζει ο πρόεδρος της ΠΟΕΔΗΝ, Μιχάλης Γιαννάκος. Αφορμή αποτελούν τα στοιχεία για τις φετινές πανεπιστημιακές θέσεις στα τμήματα Νοσηλευτικής, καθώς 527 από αυτές παρέμειναν κενές.
Σύμφωνα με τον πρόεδρο της ΠΟΕΔΗΝ, δεν καλύφθηκε το 34% των διαθέσιμων θέσεων, γεγονός που, όπως υποστηρίζει, αποτυπώνει τη μειωμένη ελκυστικότητα του νοσηλευτικού επαγγέλματος και γενικότερα των επαγγελμάτων στον χώρο της Υγείας. Ως βασικές αιτίες αναφέρει τις χαμηλές αποδοχές, τις απαιτητικές συνθήκες εργασίας και τις περιορισμένες προοπτικές που βλέπουν οι νέοι στον συγκεκριμένο κλάδο.
Ο Μιχάλης Γιαννάκος κρούει τον κώδωνα του κινδύνου για την επόμενη ημέρα στα δημόσια νοσοκομεία, προειδοποιώντας ότι χωρίς μέτρα για την προσέλκυση νέων εργαζομένων αλλά και για τη διατήρηση του υπάρχοντος νοσηλευτικού δυναμικού, οι ελλείψεις αναμένεται να γίνουν ακόμη εντονότερες τα επόμενα χρόνια.
Στο πλαίσιο αυτό, η ΠΟΕΔΗΝ ζητά την πρόσληψη τουλάχιστον 10.000 νοσηλευτών, τη μονιμοποίηση των συμβασιούχων εργαζομένων και την ενίσχυση των δημόσιων δαπανών για την Υγεία. Παράλληλα, ζητά από την κυβέρνηση και τον πρωθυπουργό να προχωρήσουν σε συγκεκριμένες και ουσιαστικές εξαγγελίες στη ΔΕΘ.

Αναλυτικά η ανακοίνωση του Μιχάλη Γιαννάκου για το ΕΣΥ
"Βόμβα στα θεμέλια του ΕΣΥ οι κενές θέσεις στα πανεπιστημιακά τμήματα Νοσηλευτικής της χώρας.
Το 34% των συνολικών θέσεων εισακτέων έμεινε κενό. Γιατί;
Βόμβα στα θεμέλια του ΕΣΥ αποτελούν οι κενές θέσεις εισακτέων στις πανεπιστημιακές νοσηλευτικές σχολές εφέτος.
Από τις 1.554 θέσεις που προσέφεραν οι εννέα πανεπιστημιακές σχολές, τελικά εισήχθησαν 1.027 φοιτητές. Έτσι, 527 θέσεις παρέμειναν κενές. Δηλαδή, το 34% των συνολικών θέσεων παρέμεινε κενό, τη στιγμή που έχουμε τεράστιες ανάγκες σε νοσηλευτικό προσωπικό στο ΕΣΥ. Έτσι, σε ελάχιστα χρόνια από τώρα, τα νοσοκομεία θα ξεμείνουν από νοσηλευτικό προσωπικό. Ελπίδα εισαγωγής επαγγελματιών Υγείας από τρίτες χώρες δεν έχουμε καμία, καθότι προτιμούν τους πολλαπλάσιους μισθούς και τις συνθήκες εργασίας των άλλων χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Ένας μαθητής που θέλει να κάνει επαγγελματική καριέρα στη χώρα μας είναι απολύτως λογικό να μην επιλέγει τις πανεπιστημιακές σχολές Νοσηλευτικής.
Τα αίτια για τα οποία οι νέοι γυρίζουν την πλάτη στα επαγγέλματα Υγείας είναι οι εξευτελιστικοί μισθοί που προσφέρει το ΕΣΥ.
Ο πρώτος καθαρός μισθός ενός νοσηλευτή πανεπιστημιακής εκπαίδευσης στο ΕΣΥ είναι 860,03 ευρώ, ενός βοηθού νοσηλευτή 768,98 ευρώ και ενός τραυματιοφορέα 708,24 ευρώ. Σε αντίθεση με τον ιδιωτικό τομέα, οι επαγγελματίες Υγείας στο ΕΣΥ, ως δημόσιοι υπάλληλοι, δεν λαμβάνουν τους δύο επιπλέον μισθούς κατ’ έτος, ως δώρα εορτών και επίδομα αδείας.
Οι άμεσες ανάγκες σε νοσηλευτικό προσωπικό, προκειμένου να ανασάνουν τα νοσοκομεία, είναι τουλάχιστον 10.000, με ταυτόχρονη μονιμοποίηση των συμβασιούχων, ώστε να μην έχουμε ανακύκλωση του ίδιου προσωπικού.
Παρότι γίνονται προκηρύξεις, το ισοζύγιο προσλήψεων και αποχωρήσεων νοσηλευτικού προσωπικού από το ΕΣΥ είναι αρνητικό.
Οι ανωτέρω χαμηλότατοι μισθοί περιλαμβάνουν και το ανθυγιεινό επίδομα. Επιπλέον αυτού του μισθού, οι νοσηλευτές λαμβάνουν μόνο τις πρόσθετες αμοιβές. Δηλαδή, αμοιβή για την εργασία που προσφέρουν τις νύχτες, τα απογεύματα και τις αργίες, η οποία είναι 100 ευρώ για πλήρες κυκλικό ωράριο και συγκεκριμένα για επτά νύχτες, επτά απογεύματα και τρεις αργίες εργασίας τον μήνα.
Είναι δυνατόν, λοιπόν, να αποτελεί όνειρο ενός νέου μαθητή να αποφοιτήσει από τα ελληνικά πανεπιστήμια και να κάνει καριέρα στο ΕΣΥ;
Όσο το ΕΣΥ δεν προσελκύει νέους επαγγελματίες Υγείας, τόσο οι συνθήκες εργασίας για τους ήδη εργαζομένους θα δυσχεραίνουν και οι μαζικές παραιτήσεις θα είναι αναπόφευκτες.
Γενεσιουργός αιτία της αιμορραγίας προσωπικού από το ΕΣΥ είναι το ύψος των δημόσιων δαπανών Υγείας. Με 5,5% του ΑΕΠ δεν φτιάχνει το σύστημα.
Τα έργα που γίνονται στα νοσοκομεία είναι απαραίτητα. Δεν μπορεί μία αστοχία σε ένα νοσοκομείο να μηδενίζει τον κτιριακό εκσυγχρονισμό πολλών νοσοκομείων.
Οι κτιριακές παρεμβάσεις στα επείγοντα των νοσοκομείων κάνουν πιο ανθρώπινες τις συνθήκες εργασίας και περίθαλψης.
Δεν μπορούμε να μηδενίζουμε την κτιριακή αναβάθμιση των Κέντρων Υγείας, τα οποία ήταν γεμάτα καρκινογόνο αμίαντο.
Από την έλλειψη χεριών, δηλαδή εργαζομένων, κινδυνεύει το ΕΣΥ.
Το χεράκι τους για τη σημερινή κατάσταση του ΕΣΥ το έβαλαν όλες οι μνημονιακές κυβερνήσεις.
Δεν μπορούμε, λοιπόν, να ακούμε νέα κόμματα, τα οποία κυβέρνησαν τη χώρα με άλλο όνομα και παρέδωσαν το ΕΣΥ με 40.000 ελλείψεις προσωπικού και 450 κλίνες ΜΕΘ, με 100 διασωληνωμένους ασθενείς κάθε φορά εκτός ΜΕΘ, να επικαλούνται ότι στήριξαν το ΕΣΥ.
Τελευταία ευκαιρία για το ΕΣΥ: η ΔΕΘ.
Ας το λάβει υπόψη ο πρωθυπουργός της χώρας".
Οι πιο πρόσφατες Ειδήσεις
Διαβάστε πρώτοι τις Ειδήσεις για ό,τι συμβαίνει τώρα στην Ελλάδα και τον Κόσμο στο thetoc.gr
