"Λευθεριά, για λίγο πάψε / Νά χτυπάς με το σπαθί· / Τώρα σίμωσε καί κλάψε / Εις του Μπάιρον το κορμί”.
Οι στίχοι αυτοί του Διονύσιου Σολωμού, από το ποίημα "Εις το θάνατο του Λορδ Μπάιρον" είναι αντιπροσωπευτικοί του στίγματος και της συμβολής του Λόρδου Μπάιρον στον Αγώνα των επαναστατημένων Ελλήνων.
Όσο σημαντικά ήταν τα βόλια, τα καριοφίλια, τα γιαταγάνια και τα χέρια που τα χρησιμοποιούσαν, άλλο τόσο και περισσότερο καθοριστική ήταν η ηθική συμβολή των φιλελλήνων, κυρίως καλλιτεχνών, στην ψυχική ανάταση των πολεμιστών αλλά και στη συμπάθεια με την οποία έβλεπε η Ευρώπη την Επανάσταση.
Ένας από τους μεγαλύτερους, αν όχι ο μεγαλύτερος, φιλέλληνες ήταν ο Λόρδος Μπάιρον (ή Λόρδος Βύρων στα ελληνικά. Το πλήρες όνομα: George Gordon Byron, 6th Baron Byron, Lord Byron).
Γεννημένος στις 22 Ιανουαρίου του 1788 στο Λονδίνο, ήταν Άγγλος αριστοκράτης, ποιητής, πολιτικός και μια από τις σημαντικότερες μορφές του ρομαντισμού. Θεωρείται ένας από τους μεγαλύτερους Βρετανούς ποιητές και παραμένει ακόμα και σήμερα δημοφιλής.
Από το πλούσιο έργο του ξεχωρίζουν τα μακροσκελή ποιήματα Don Juan ("Δον Ζουάν") και Childe Harold’s Pilgrimage ("Το προσκύνημα του Τσάιλντ Χάρολντ").

Η ακόλαστη ερωτική ζωή του Μπάιρον
Η ζωή του υπήρξε γεμάτη σκάνδαλα, οικονομικά και ερωτικά, με αποκορύφωμα τη φημολογούμενη ερωτική σχέση του με την ετεροθαλή αδελφή του. Ο Μπάιρον ερωτευόταν συχνά και παράφορα, άντρες και γυναίκες, ακόμα κι αν ήταν στενοί συγγενείς του.
Οι ιστορίες για τη σκοτεινή προσωπική του ζωή είναι πολλές. Ο ίδιος δεν έκρυψε ποτέ τις αμφιφυλόφιλικές του προτιμήσεις, ενώ συνδέθηκε ερωτικά με δυο ξαδέρφες του, τη Μαίρη Νταφ και τη Μαίρη Τσόγουορθ, με αποτέλεσμα ο πατέρας του να τον γράψει κακήν κακώς στο πανεπιστήμιο του Κέιμπριτζ για να αποφύγει το οικογενειακό σκάνδαλο.
Φημολογούνταν επίσης, ότι στον πύργο του είχε... σπιτώσει έναν μικρό πανέμορφο χωρικό, τον Ρόμπερτ Ράνστον, που τον πήρε μαζί του φεύγοντας για την Ελλάδα, αλλά τον εγκατέλειψε στο Γιβραλτάρ "για να μην πέσει το όμορφο αγόρι στα χέρια των Τούρκων", όπως είπε ο ίδιος.
Όμως, έχει γράψει το όνομά του ανεξίτηλα στην παγκόσμια λογοτεχνία του 19ου αιώνα ενώ για τους Έλληνες θα είναι πάντα εθνικός ευεργέτης. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε που έδωσε το όνομά του και σε έναν από τους πιο γνωστούς Δήμους της Αθήνας, τον Δήμο Βύρωνα.
Η επίσκεψη στην Ελλάδα γέννησε μια μεγάλη αγάπη
Ο Λόρδος Μπάιρον συνέδεσε το όνομά του με τη στήριξη των επαναστατικών κινημάτων σε Ιταλία και Ελλάδα, και πέθανε στο πλευρό των Ελλήνων επαναστατών στο Μεσολόγγι, σε ηλικία μόλις 37 χρόνων, μετά από υψηλό πυρετό.
Το 1809 ταξίδεψε για πρώτη φορά στην Ελλάδα. Επισκέφθηκε την Πάτρα, την Πρέβεζα, τη Νικόπολη, την Άρτα, τα Γιάννενα και έφθασε ως το Τεπελένι, όπου τον φιλοξένησε ο Αλή Πασάς. Ξαναγύρισε στην Πάτρα, πήγε στο Αίγιο, στους Δελφούς, στη Λιβαδειά, στην Αθήνα, όπου έμεινε δυο μήνες, και ύστερα στην αρχαία Τροία και την Κωνσταντινούπολη.

Ο Μπάιρον, με την ποιητική του ευαισθησία, καταμαγεύτηκε από τις ελληνικές φυσικές ομορφιές και τα αρχαία ερείπια. Ενώ ταξίδευε, έγραφε θαυμάσια ποιήματα, που καθρέφτιζαν την καλλιτεχνική του συγκίνηση.
Στο μεγάλο του ποιητικό έργο, που έχει τον τίτλο "Το προσκύνημα του Τσάιλντ Χάρολντ", δίνει ωραιότατες περιγραφές της Ηπείρου. Ξεχωριστή θέση έχει ένα ποίημα, όπου περιγράφει μία θύελλα, που τον βρήκε στη Ζίτσα της Ηπείρου.
Η ανεκτίμητη οικονομικά και ηθική συνεισφορά του Μπάιρον στον Αγώνα
Τελικά, αν και αρχικός προορισμός του ήταν ο Μοριάς (η Πελοπόννησος), το 1824 εγκαθίσταται στο Μεσολόγγι, όπου έρχεται σε επαφή με τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο, που είχε αναλάβει να οργανώσει την υπεράσπιση της πόλης στην κρίσιμη πολιορκία από τον Ομέρ Βρυώνη.

Ο Μπάιρον πλήρωσε και οργάνωσε και ιδιωτικό στρατό από 40 Σουλιώτες, με αρχηγούς τους Δράκο, Τζαβέλλα και Φωτομάρα. Παράλληλα, εκμεταλλευόμενος τις γνωριμίες και τη φήμη του στη Βρετανία, αλληλογραφούσε με Άγγλους επιχειρηματίες, όπως ο Σάμουελ Μπαρφ, εξασφαλίζοντας κι άλλη οικονομική ενίσχυση των επαναστατών, και ήταν από τους πρώτους που συνειδητοποίησαν τις καταστροφικές συνέπειες που θα είχε το δάνειο από τις Μεγάλες Δυνάμεις στην περίπτωση που αυτό χρησιμοποιούνταν όχι για εθνικούς σκοπούς, αλλά για πολιτικές διαμάχες.
Άλλωστε, οι πρώτες έριδες και έχθρες ανάμεσα στους πολιτικούς και τους οπλαρχηγούς είχαν ήδη ξεσπάσει και η Επανάσταση κρεμόταν από μια κλωστή…
Έχοντας διοριστεί αντιπρόσωπος του "Φιλελληνικού Κομιτάτου", μοίρασε στους επαναστάτες τα εφόδια, που του έστειλαν από το Λονδίνο. Από δικά του χρήματα έστειλε στο Μαυροκορδάτο 4.000 λίρες για τη συντήρηση του στόλου.
Στις 5 Ιανουαρίου του 1924 ο Μπάιρον γίνεται δεκτός με ενθουσιασμό και επευφημίες από τους Έλληνες του Μεσολογγίου, ενώ στις 25 του ίδιου μήνα η κυβέρνηση τον έχρισε αρχιστράτηγο. Ωστόσο, οι προσπάθειές του και οι κόποι του να οργανωθεί η οχύρωση και να εξασφαλιστεί η επιτυχής υπεράσπιση της πόλης, μαζί με τη στεναχώρια του και την απογοήτευσή του για τις διχόνοιες, επιδείνωσαν την κατάσταση της υγείας του.
Μπάιρον: Ο θάνατος και οι τιμές σε έναν σπουδαίο φιλέλληνα
Στις 9 Απριλίου έπεσε στο κρεβάτι με δυνατό πυρετό. Παραμιλούσε διαρκώς, αλλά και τότε ακόμα παρακινούσε τους Έλληνες να συμφιλιωθούν, για να πετύχουν την απελευθέρωσή τους.
Τα χαράματα της 19ης Απριλίου 1824, Δευτέρα του Πάσχα, άφησε την τελευταία του πνοή στο Μεσολόγγι, σε ηλικία 37 χρόνων.
Τα τελευταία του λόγια του ήταν για την Ελλάδα: "Της έδωσα τον χρόνο μου, την υγεία μου, την περιουσία μου, και τώρα της δίνω τη ζωή μου. Τι μπορούσα να κάνω περισσότερο;".
Το πένθος για τον θάνατο ενός μεγάλου ποιητή και σπουδαίου φιλέλληνα ήταν βαρύ για τους Έλληνες. Έχασαν έναν πραγματικό ευεργέτη και έναν εθνικό ήρωα, που έδωσε τα πάντα για την Επανάσταση, έναν Αγώνα που δεν ήταν δικός του, όμως έγινε φανατικός υποστηρικτής του και έβαλε μεγάλους λίθους στα θεμέλια της λευτεριάς.
Τόσο αγαπητός ήταν, που στη μνήμη του ρίχτηκαν 37 κανονιοβολισμοί στο Μεσολόγγι την ανατολή του ηλίου, μία κάθε λεπτό, όσα και τα χρόνια της σύντομης αλλά γεμάτης ζωής του.
Μετά την απελευθέρωση η Ελλάδα τίμησε τον δικό της Βύρωνα και του έχτισε άγαλμα, που υψώνεται στο Ζάππειο, στη γωνία που βλέπει προς την Ακρόπολη και παριστάνει τον φιλέλληνα κοντά σε μια γυναίκα -την Ελλάδα- που τον στεφανώνει.

Η αγάπη του για την Ελλάδα σε λίγους στίχους
Λίγο πριν τον θάνατό του, γράφτηκε ένα ποίημα, που αποδίδεται στον ίδιο, ενώ κατά άλλους γράφτηκε από τον Λουκά Χαλανδριτζάνο, τον νεαρό ευνοούμενό του.
Οι στίχοι μιλούν για την αγάπη του Μπάιρον στην Ελλάδα, που ήταν τόσο μεγάλη ώστε να αρνηθεί αριστοκρατικούς τίτλους και μια άνετη ζωή στην Αγγλία.
"Τι είναι τούτες οι τιμές κι η αναγνώριση
που γίνηκαν ή θα γεννούν για μένα,
πάρεξ ενός νεογέννητου λαού κραυγή;
Κι όμως γι’ αυτές, εγώ, θα αποστρεφόμουν
κάθε στέμμα τιποτένιο-εκτός κι αν ήταν από δάφνη
κι όμως γι’ αυτές, εγώ, θα μπορούσα να πεθάνω.
Είμαι τρελός από πάθος, κι ένα σκυθρώπιασμα δικό σου με παραλύει,
όπως της έχιδνας το βλέμμα το φτωχό
πουλί που τα φτερά του, μάταια, πεταρίζει προς το θάνατο:
τόσο παράφορη η λαχτάρα μου για σένα,
τόσο δυνατή η μαγεία σου
ή τόσο αδύναμος έχω πια καταντήσει…"
Το ποίημα προέρχεται από το βιβλίο "BYRON X ποιήματα" των εκδόσεων "Σοφίτα".
Οι πιο πρόσφατες Ειδήσεις
Διαβάστε πρώτοι τις Ειδήσεις για ό,τι συμβαίνει τώρα στην Ελλάδα και τον Κόσμο στο thetoc.gr

