Πίσω από πολυτελείς βιτρίνες αλυσίδων καφέ, αρτοποιείων, εστιατορίων, μπορεί σε ορισμένες περιπτώσεις να κρύβονται οργανωμένα συμφέροντα που επιχειρούν να νομιμοποιήσουν χρήμα πολλών εκατομμυρίων ευρώ, το οποίο προέρχεται από παράνομες δραστηριότητες και ξεπλένεται στα ταμεία των επιχειρήσεων όπως συνέβη με την αλυσίδα αρτοποιείων Χωριάτικο. Μια εταιρεία μπορεί να διαθέτει όλα τα τυπικά στοιχεία νομιμότητας, όπως ΑΦΜ, εγγραφή στο ΓΕΜΗ, τραπεζικό λογαριασμό και έκδοση τιμολογίων, και παρ’ όλα αυτά να χρησιμοποιείται ως κάλυψη για ένα οργανωμένο σχέδιο νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες.
Το ξέπλυμα μαύρου χρήματος μέσω επιχειρήσεων εστίασης αποτελεί μια συνήθη μέθοδο με την οποία παράνομα κεφάλαια επιχειρείται να εμφανιστούν ως νόμιμα έσοδα. Ένα πρόσωπο μπορεί να αγοράσει ένα εστιατόριο, χρησιμοποιώντας χρήματα των οποίων η προέλευση δεν δικαιολογείται από τα εισοδήματά του. Σε ορισμένες περιπτώσεις, ο πραγματικός ιδιοκτήτης κρύβεται πίσω από άλλα πρόσωπα ή εταιρείες.
Στη συνέχεια, η επιχείρηση μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την ανάμειξη παράνομων κεφαλαίων με πραγματικά έσοδα ή για την εμφάνιση εικονικών πωλήσεων και συναλλαγών. Παράλληλα, ενδέχεται να χρησιμοποιούνται εικονικά τιμολόγια ή μεταφορές χρημάτων μεταξύ εταιρειών χωρίς πραγματική οικονομική αιτία. Τριγωνικές συναλλαγές, εταιρείες-βιτρίνες και εικονικός τζίρος είναι οι συνήθεις πρακτικές που χρησιμοποιούν οι επιτήδειοι προκειμένου να επιτύχουν την πλήρη αποσύνδεση της διαδρομής του μαύρου χρήματος από την πραγματική προέλευσή του
Τριγωνικές συναλλαγές
Πρόκειται για μία από τις βασικές μεθόδους που μπορεί να χρησιμοποιηθούν για την απόκρυψη της πραγματικής προέλευσης ή του τελικού προορισμού χρημάτων είναι οι τριγωνικές συναλλαγές. Σε αυτές συμμετέχουν τρεις ή περισσότερες επιχειρήσεις, οι οποίες εμφανίζονται να πραγματοποιούν εμπορικές πράξεις μεταξύ τους.
Οι τριγωνικές συναλλαγές δεν είναι από μόνες τους παράνομες. Αποτελούν συνηθισμένο εργαλείο του διεθνούς εμπορίου. Το πρόβλημα προκύπτει όταν χρησιμοποιούνται εικονικές συναλλαγές, πλαστά παραστατικά ή εταιρείες χωρίς πραγματική οικονομική δραστηριότητα, ώστε να συγκαλυφθεί η διαδρομή του χρήματος.
Για παράδειγμα, μια επιχείρηση μπορεί να εμφανίζει ότι αγοράζει υπηρεσίες από μια δεύτερη εταιρεία, η οποία με τη σειρά της τιμολογείται από μια τρίτη. Εάν οι υπηρεσίες δεν παρασχέθηκαν ποτέ ή οι χρεώσεις δεν ανταποκρίνονται σε πραγματική εργασία, τα παραστατικά ενδέχεται να χρησιμοποιούνται για να δικαιολογήσουν αδικαιολόγητες πληρωμές. Οι ελεγκτικές αρχές εξετάζουν τότε αν υπήρχε πραγματική υπηρεσία, αν οι τιμές ήταν εύλογες και ποιος ήταν ο τελικός δικαιούχος των χρημάτων.
Εικονικά τιμολόγια και ανύπαρκτες υπηρεσίες
Μια άλλη πρακτική είναι η έκδοση τιμολογίων για υπηρεσίες που δεν παρασχέθηκαν ποτέ ή για εμπορεύματα που δεν παραδόθηκαν. Οι υπηρεσίες συμβούλων, μπορούν να απαιτούν ιδιαίτερη προσοχή, επειδή η πραγματική τους έκταση δεν είναι πάντα εύκολο να αποτιμηθεί.
Μια εταιρεία μπορεί, για παράδειγμα, να εμφανίζει σημαντικές δαπάνες για συμβουλευτικές υπηρεσίες, χωρίς να υπάρχουν αντίστοιχες εκθέσεις, παραδοτέα, συμβάσεις ή αποδεικτικά εργασιών. Εάν τα χρήματα καταλήγουν σε συνδεδεμένα πρόσωπα ή εταιρείες χωρίς ουσιαστική δραστηριότητα, δημιουργούνται ενδείξεις που απαιτούν διερεύνηση.
Το κρίσιμο στοιχείο δεν είναι απλώς η ύπαρξη τιμολογίου, αλλά η αντιστοιχία του με πραγματική οικονομική πράξη.
Εταιρείες-βιτρίνες και υπεράκτιες δομές
Οι εταιρείες-βιτρίνες μπορεί να εμφανίζονται ως κανονικές επιχειρήσεις, ενώ στην πραγματικότητα δεν διαθέτουν ουσιαστική λειτουργία, προσωπικό ή ανάλογη οικονομική δραστηριότητα. Σε ορισμένες περιπτώσεις, εταιρικές δομές σε διαφορετικές χώρες χρησιμοποιούνται για να δυσκολέψουν την εξακρίβωση του πραγματικού ιδιοκτήτη.
Η ύπαρξη εταιρείας στο εξωτερικό δεν αποτελεί από μόνη της ένδειξη παρανομίας. Όταν, όμως, οι ιδιοκτήτες παραμένουν αδιαφανείς, οι συναλλαγές δεν έχουν σαφή οικονομική αιτιολογία και τα χρήματα μετακινούνται μεταξύ εταιρειών χωρίς προφανή επιχειρηματικό σκοπό, ο κίνδυνος αυξάνεται.
Μετρητά, εικονικός τζίρος και αγορές περιουσιακών στοιχείων
Το ξέπλυμα μαύρου χρήματος μπορεί επίσης να συνδέεται με επιχειρήσεις που πραγματοποιούν πολλές συναλλαγές σε μετρητά.
Η διαδρομή του "μαύρου" χρήματος σε μετρητά ξεκινά συνήθως από αδήλωτα έσοδα, φοροδιαφυγή, απάτη ή άλλες παράνομες δραστηριότητες. Στη συνέχεια, τα χρήματα ενδέχεται να εισαχθούν σε οικονομικές συναλλαγές μέσω επιχειρήσεων ή άλλων δραστηριοτήτων, με σκοπό να αποκρυφθεί η πραγματική προέλευσή τους. Σε ορισμένες περιπτώσεις χρησιμοποιούνται εικονικές συναλλαγές, εταιρείες ή παραστατικά που δεν αντιστοιχούν σε πραγματικές οικονομικές πράξεις. Τελικός στόχος είναι τα ποσά να εμφανιστούν ως νόμιμα έσοδα ή περιουσιακά στοιχεία, όπως επιχειρηματικά κέρδη και επενδύσεις. Για τον εντοπισμό τέτοιων πρακτικών, οι ελεγκτικές αρχές εξετάζουν τη συμφωνία των δηλωμένων εσόδων με την πραγματική δραστηριότητα, τις αγορές, τα έξοδα και τα φορολογικά παραστατικά. Οι ασυνήθιστες αποκλίσεις μπορεί να οδηγήσουν σε περαιτέρω έλεγχο, χωρίς να αποτελούν αυτομάτως απόδειξη ξεπλύματος χρήματος.
Άλλη κατηγορία αφορά την αγορά ακινήτων, πολυτελών αγαθών ή άλλων περιουσιακών στοιχείων με χρήματα αδιευκρίνιστης προέλευσης. Η μεταγενέστερη πώλησή τους μπορεί να δημιουργήσει την εικόνα νόμιμου εισοδήματος, γι’ αυτό εξετάζονται η αρχική χρηματοδότηση, η πραγματική αξία και η οικονομική δυνατότητα του αγοραστή.
Τα στάδια νομιμοποίησης
Η νομιμοποίηση του μαύρου χρήματος επιχειρείται μέσω των ακόλουθων κινήσεων:
1. Στάδιο τοποθέτησης
Το ρευστό χρήμα διοχετεύεται και αναμειγνύεται µε νόμιμα κεφάλαια ή απλά κατατίθεται σε χρηματοπιστωτικά ιδρύματα. Με την ολοκλήρωση της φάσης αυτής τα έσοδα των εγκληματικών ενεργειών δεν έχουν πλέον μορφή ρευστού χρήματος.
2. Στάδιο διαστρωμάτωσης
Στόχος σε αυτό το στάδιο είναι η απόκρυψη της εγκληματικής προέλευσης των προϊόντων. Τα χρήματα μεταφέρονται και διαιρούνται συχνά μεταξύ τραπεζικών λογαριασμών χωρών, ατόμων ή εταιρειών.
3. Στάδιο ενσωμάτωσης
Α' Δικαιολόγηση: Δημιουργία μιας φαινομενικά νόμιμης προέλευσης των προϊόντων παράνομης δραστηριότητας π.χ. αγορά και πώληση ακίνητης περιουσίας, επινόηση κερδών από τυχερά παίγνια, κληρονομιές κ.λ.π., υποτιμολόγηση, υπερτιμολόγηση.
Β' Επένδυση: Χρήση προϊόντων παράνομης δραστηριότητας για ίδιο όφελος, π.χ. κατανάλωση (τρόπος ζωής, κοσμήματα, οχήματα) και επένδυση (π.χ. ακίνητη περιουσία, αξιόγραφα, χρηματοδότηση επιχειρηματικών δραστηριοτήτων).
ΠΗΓΗ Capital