Ο χειμώνας που ξεκινά θα είναι δύσκολος για τα ελληνικά νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις, και όχι μόνο επειδή οι τιμές της ενέργειας είναι ήδη πολύ υψηλότερες από πέρυσι. Οι παράγοντες που τις ανέβασαν δεν δείχνουν σημάδια εκτόνωσης, ενώ το ενεργειακό κόστος αρχίζει να περνά στις μεταφορές, στα τρόφιμα και στις υπηρεσίες.
Με άλλα λόγια, η πίεση στο διαθέσιμο εισόδημα όχι μόνο δεν θα υποχωρήσει τους επόμενους μήνες, αλλά μάλλον θα ενταθεί από τις αρχές του 2027. O πληθωρισμός θα κλείσει στο 4% ή και υψηλότερα για το σύνολο του 2026 και το πρώτο τρίμηνο του 2027 προμηνύεται δύσκολο καθώς ακόμη οι συγκρίσεις των τιμών θα γίνονται με τις αντίστοιχες… προπολεμικές του πρώτου τριμήνου του 2026.
Γιατί δεν θα πέσουν οι τιμές των καυσίμων
Οι τιμές στην αντλία δεν πρόκειται να υποχωρήσουν ουσιαστικά όσο ισχύουν τέσσερις συνθήκες, οι οποίες προς το παρόν δεν δείχνουν να αλλάζουν.
Η πρώτη είναι τα προβλήματα στη μεταφορά του αργού και των διυλισμένων προϊόντων. Με το Στενό του Ορμούζ σχεδόν κλειστό εξαιτίας του πολέμου με το Ιράν, οι παραγωγοί του Κόλπου βγάζουν το πετρέλαιο με μεταφορτώσεις από πλοίο σε πλοίο, μια διαδικασία που καθηλώνει δεξαμενόπλοια στην περιοχή και αφήνει την υπόλοιπη αγορά με έλλειψη σκαφών. Παράλληλα, οι επιθέσεις σε πλοία ανεβάζουν τα ασφάλιστρα κινδύνου. Σύμφωνα με τον Διεθνή Οργανισμό Ενέργειας, οι εξαγωγές πετρελαίου κίνησης από τον Κόλπο έχουν περιοριστεί περίπου στο ένα τέταρτο των προπολεμικών επιπέδων, με αποτέλεσμα η Ευρώπη να βρίσκει λιγότερα φορτία για να καλύψει τις ανάγκες της.
Η δεύτερη είναι ότι έχει ακριβύνει πολύ η ίδια η μεταφορά. Ένα υπερδεξαμενόπλοιο (VLCC) στη διαδρομή Μέση Ανατολή–Ασία ναυλωνόταν στις αρχές της χρονιάς με περίπου 30.000 δολάρια την ημέρα· στις αρχές Οκτωβρίου ο ναύλος έφτασε το 1,3 εκατ. δολάρια ημερησίως. Ο ναύλος αντιστοιχεί πλέον στο 27% του κόστους του αργού στον προορισμό, από 3% τον Ιανουάριο.
Ακόμη και στη διαδρομή από τον Κόλπο του Μεξικού προς την Ευρώπη, οι ναύλοι των μικρότερων δεξαμενόπλοιων τύπου Aframax έφτασαν στις αρχές Οκτωβρίου να είναι περίπου εξαπλάσιοι από πέρυσι. Το κόστος αυτό, μαζί με τα αυξημένα ασφάλιστρα, καταλήγει τελικά στην τιμή του λίτρου.

Η τρίτη είναι η άνοδος της διεθνούς τιμής του φυσικού αερίου. Οι ευρωπαϊκές αποθήκες ήταν στα μέσα Οκτωβρίου γεμάτες κατά 74% περίπου, το χαμηλότερο επίπεδο για την εποχή τουλάχιστον από το 2017, περίπου 9 μονάδες κάτω από πέρυσι και 14 μονάδες κάτω από τον μέσο όρο. Οι Βρυξέλλες χαλάρωσαν τον στόχο πλήρωσης από 90% σε 80%, αλλά ούτε αυτός φαίνεται εύκολα εφικτός. Με το συγκρότημα LNG του Ras Laffan στο Κατάρ να έχει υποστεί ζημιές, το ολλανδικό TTF έφτασε στις 19 Οκτωβρίου τα 88,4 ευρώ ανά μεγαβατώρα, στο υψηλότερο επίπεδο των τελευταίων σχεδόν τεσσάρων ετών και 179% ακριβότερα από πέρυσι. Το ακριβό αέριο ανεβάζει το κόστος λειτουργίας των διυλιστηρίων και στρέφει μέρος της ζήτησης προς τα προϊόντα πετρελαίου.
Η τέταρτη είναι ότι η κρίση βρήκε την αγορά με περιορισμένη προσφορά διυλισμένων προϊόντων. Τα χτυπήματα σε ενεργειακές εγκαταστάσεις σε Ρωσία και Ουκρανία έχουν βγάλει εκτός λειτουργίας μεγάλο μέρος της δυναμικότητας διύλισης στην περιοχή. Τα ουκρανικά drones έχουν πλήξει 27 ρωσικά διυλιστήρια και η Ρωσία, που ήταν ο δεύτερος μεγαλύτερος εξαγωγέας ντίζελ στον κόσμο, έχει απαγορεύσει τις εξαγωγές πετρελαίου κίνησης από τους παραγωγούς έως το τέλος Οκτωβρίου.
Ταυτόχρονα, η περιβαλλοντική πολιτική των τελευταίων ετών στην Ευρώπη οδήγησε στο κλείσιμο ή στη μετατροπή αρκετών διυλιστηρίων, μειώνοντας την παραγωγή διυλισμένων προϊόντων και αυξάνοντας την εξάρτηση από εισαγωγές, ακριβώς τη στιγμή που αυτές έγιναν σπανιότερες και ακριβότερες.
Ενδεικτικό της στενότητας είναι ότι οι χώρες της G7 αποφάσισαν στις 2 Οκτωβρίου να αποδεσμεύσουν έως 100 εκατ. βαρέλια αργού και ντίζελ από τα στρατηγικά τους αποθέματα, ενώ η Κίνα ανέστειλε τις εξαγωγές καυσίμων για τον Οκτώβριο.

Ακριβό αέριο, ακριβό ρεύμα
Εκτός από τα καύσιμα, υψηλές τιμές αναμένονται και στο φυσικό αέριο και στο ηλεκτρικό ρεύμα. Το ρεύμα στην Ελλάδα εξακολουθεί να παράγεται σε μεγάλο ποσοστό από φυσικό αέριο, το οποίο συνήθως διαμορφώνει και την τιμή στη χονδρεμπορική αγορά, οπότε κάθε άνοδος του TTF περνά σχεδόν αυτόματα στα τιμολόγια.
Η μέση χονδρεμπορική τιμή την περίοδο 1-20 Οκτωβρίου διαμορφώθηκε στα 172 ευρώ ανά μεγαβατώρα, από 156 ευρώ τον Σεπτέμβριο (+10%), κάτι που προμηνύει νέες αυξήσεις στα τιμολόγια του Νοεμβρίου, ιδίως στα κυμαινόμενα "πράσινα" που έχουν και το μεγαλύτερο μερίδιο της αγοράς. Και ο χειμώνας, με την αυξημένη ζήτηση για θέρμανση, είναι η περίοδος που η αγορά αερίου δοκιμάζεται περισσότερο: ένα κύμα ψύχους με τόσο χαμηλά αποθέματα θα μπορούσε να ανεβάσει τις τιμές ακόμη ψηλότερα.
Από την ενέργεια στο ράφι
Η ενέργεια, όμως, δεν είναι μόνο ο λογαριασμός του ρεύματος και το γέμισμα στο πρατήριο. Επηρεάζει το κόστος παραγωγής πολλών προϊόντων και υπηρεσιών και, με καθυστέρηση λίγων μηνών, περνά στις τελικές τιμές. Πρώτες επηρεάζονται οι μεταφορές: τα ακτοπλοϊκά εισιτήρια, αφού το καύσιμο είναι το μεγαλύτερο λειτουργικό κόστος των ναυτιλιακών εταιρειών, και τα αεροπορικά, για τα οποία ο επικεφαλής της Ryanair ήδη προειδοποιεί για μεγάλες αυξήσεις στην Ευρώπη.
Η μεγαλύτερη ανησυχία, ωστόσο, αφορά τα τρόφιμα. Η ενέργεια μπαίνει σε κάθε κρίκο της αλυσίδας, από τα λιπάσματα και τα καύσιμα των αγροτικών μηχανημάτων μέχρι την επεξεργασία, την ψύξη και τη διανομή. Ο δείκτης τιμών τροφίμων του FAO ανέβηκε τον Σεπτέμβριο στις 136 μονάδες, στο υψηλότερο επίπεδο από τον Νοέμβριο του 2022 (+5,8% σε ετήσια βάση), ενώ οι διεθνείς τιμές του σιταριού έχουν αυξηθεί πάνω από 30% από τις αρχές του 2026.
Η ΕΚΤ προβλέπει ότι ο πληθωρισμός τροφίμων στην ευρωζώνη θα φτάσει το 3,4% το τρίτο τρίμηνο του 2027, ενώ στην ελληνική αγορά αναμένονται ήδη μεγάλες ανατιμήσεις από τις αρχές του νέου έτους. Το πλήγμα θα είναι μεγαλύτερο για τα οικονομικά ασθενέστερα νοικοκυριά, τα οποία δαπανούν σχεδόν το ένα τρίτο του εισοδήματός τους (31,9%) για διατροφή.
Ο λογαριασμός του χειμώνα
Όλα αυτά σημαίνουν ότι η επιβάρυνση που ήδη υπολογίζεται για τα νοικοκυριά είναι μάλλον το κατώτατο όριο. Με τις σημερινές τιμές, η πρόσθετη μηνιαία δαπάνη για ενέργεια σε σύγκριση με πέρυσι φτάνει περίπου τα 648 εκατ. ευρώ, ή 3,9 δισ. ευρώ για το εξάμηνο Οκτωβρίου–Μαρτίου.
Μετά τις επιδοτήσεις κράτους και διυλιστηρίων, περίπου 3 δισ. ευρώ μένουν να τα πληρώσουν νοικοκυριά και μικρομεσαίες επιχειρήσεις. Και σε αυτό το ποσό δεν περιλαμβάνεται το δεύτερο κύμα, οι ανατιμήσεις σε τρόφιμα, εισιτήρια και υπηρεσίες που θα φέρει η μετακύλιση του ενεργειακού κόστους από τις αρχές του 2027. Όσο οι παράγοντες που κρατούν ψηλά τις τιμές παραμένουν σε ισχύ, ο χειμώνας θα είναι βαρύς και στην Ελλάδα.
Οι πιο πρόσφατες Ειδήσεις
Διαβάστε πρώτοι τις Ειδήσεις για ό,τι συμβαίνει τώρα στην Ελλάδα και τον Κόσμο στο thetoc.gr


