Με απασχολεί συχνά. Όχι επειδή ζυγώνει η ώρα μου – αν και κανείς ποτέ δεν ξέρει. Αλλά διότι προϊόντος του χρόνου προσφέρονται ολοένα και περισσότερες επιλογές αναφορικά με την εκδημία μας.
Έως σχετικά πρόσφατα, μέχρι πριν από καμιά δεκαπενταετία, άντε εικοσαετία, ο δρόμος που οι νεκροί ακολουθούσαν ήταν δεδομένος. Απαρέγκλιτος. Τους στόλιζαν, τους έψελναν, τους εύχονταν τόπο χλοερό. Κι έπειτα συγγενείς και φίλοι - τεθλιμμένοι, ενδεχομένως όμως και ανακουφισμένοι - τους οδηγούσαν στο μνήμα. Μόνιμο, οικογενειακό. Ή νοικιασμένο. Στη δεύτερη περίπτωση, μετά από λίγα καλοκαίρια και χειμώνες, ό,τι είχε απομείνει από τη γήινη υπόστασή σου ανασυρόταν από τη δήθεν τελευταία κατοικία σου, που τη ζητούσε πίσω ο δήμος. Κατέληγε μέσα σε έναν ντενεκέ ή χύμα σε ένα χωνευτήρι, μαζί με πλήθος κόκκαλα άλλων, φύρδην - μίγδην. Το όνομά σου σβηνόταν από την επιτύμβια πλάκα, η οποία ανακυκλωνόταν. Σωζόσουν πλέον μόνον ως ανάμνηση όσων σε είχαν γνωρίσει άμεσα, καμιά φορά και έμμεσα, αν είχες αφήσει κάποιο έργο. Και ως γονίδιο στους βιολογικούς σου απογόνους.
Για να εξαιρεθείς από τον παραπάνω κανόνα, έπρεπε να πεθάνεις κατά τρόπο αποτρόπαιο. Να πνιγείς μεσοπέλαγα και να μη βρεθεί το σώμα σου. Να αυτοκτονήσεις και η εκκλησία να αρνηθεί να σε κηδέψει. Τους αυτόχειρες παλιά τους παράχωναν έξω από τη μάντρα του νεκροταφείου, είχαν διαπράξει γαρ τη μέγιστη αμαρτία, είχαν αφαιρέσει αυτοβούλως τη ζωή τους, που ανήκε στον Θεό. Να εκτελεστείς επί Κατοχής. Οι κατακτητές δεν επέτρεπαν νεκρώσιμη ακολουθία. Πετούσαν τους ήρωες, ζεστούς ακόμα, σε ομαδικούς τάφους, που ενίοτε τους είχαν αναγκάσει να σκάψουν μόνοι τους. Δεν το έκαναν για λόγους πρακτικούς όσο για να τους ατιμάσουν αποπροσωποποιώντας τους την ύστατη ώρα τους.
Υπό κανονικές συνθήκες, σε καιρό ειρήνης, σε ξεπροβόδιζαν με πένθιμες καμπάνες, με λιβάνια, με εκείνο το "μακαρία η οδός, η πορεύει σήμερον", που ηχεί όντως παρηγορητικά στα αυτιά των επιζώντων.
Στο γύρισμα της χιλιετίας, γύρω στο 2000, άρχισαν να δυναμώνουν οι εναλλακτικές φωνές. Υπέρ της καύσης. Υπέρ της πολιτικής κηδείας.
Τα επιχειρήματα των υποστηρικτών της καύσης ακούγονταν - και ήταν - ισχυρά. Σε πολλά κοιμητήρια είχε ήδη επέλθει το αδιαχώρητο. Το περιβάλλον επιβαρυνόταν και το εμπόριο των τάφων ανθούσε. Συν όλα τα μακάβρια συμπαραμαρτούντα, από τους νεκροπομπούς με τα σμόκιν μέχρι τις καντηλανάφτισες και τις πλύστρες των μαρμάρων – άνθρωποι βέβαια είναι και εκείνοι, μεροκάματο βγάζουν και μάλιστα σκληρό. Σε αντίθεση με κάποιους ρασοφόρους που πιλαλούν με τις ομπρέλες τους από τάφο σε τάφο, υποτονθορύζουν τρισάγια και τσεπώνουν δεκάευρα στη χειρότερη. Εντυπωσιάστηκα όταν κάποτε πληροφορήθηκα πως για να το κάνεις αυτό, πρέπει να έχεις άδεια της οικείας μητρόπολης. Συνάντησα τυχαία έναν παπά-πειρατή που τον καταδίωκε ένας δεσπότης και είχε πάρει ο δόλιος κυριολεκτικά τα βουνά για να του ξεφύγει – σε ένα εγκαταλειμμένο μοναστήρι τον πέτυχα, στην ορεινή Αρκαδία.
Όταν ετέθη σε δημόσιο διάλογο η καύση, η Εκκλησία αντέδρασε οργίλη. Με τον ισχυρισμό ότι στη Δευτέρα Παρουσία οι νεκροί πρόκειται να αναστηθούν εν σώματι – πώς θα συμβεί αυτό εάν έχουν γίνει στάχτη; Όπερ σημαίνει ότι οι απανθρακωμένοι σε πυρκαγιές, οι διαλυμένοι από εκρήξεις, οι εξαερωμένοι ακόμα-ακόμα από τις ατομικές βόμβες (θα υπήρχαν σίγουρα Χριστιανοί στη Χιροσίμα και στο Ναγκασάκι) έχουν χάσει οριστικά το διαβατήριο για τον παράδεισο. Γίνεται να μπεις με λογικά επιχειρήματα σε μια τέτοια συζήτηση;
Όπως και να’ χει, η αδειοδότηση αποτεφρωτηρίου καθυστέρησε για χρόνια. Μόλις το 2019 άρχισε να λειτουργεί στη Ριτσώνα. Έως τότε, νεκροφόρες διέσχιζαν τα ελληνοβουλγαρικά σύνορα. Γκρανγκινιόλ τουρισμός. Συν υποκρισία. Άμα μάθαινε ο παπάς ότι σκόπευες να κάψεις τον άνθρωπό σου, συχνά τα στύλωνε – αναγκάζονταν συνεπώς οι οικείοι να ξεφουρνίζουν γελοία ψέματα, πώς θα τον έθαβαν τάχα στο χωριό του…
Το αποτεφρωτήριο της Ριτσώνας λειτουργεί υποδειγματικά. Διαθέτει δε μια ωραιότατη αίθουσα με πιάνο και με οθόνη για τον αποχαιρετισμό του μεταστάντος με τα αγαπημένα του τραγούδια, με προβολή φωτογραφιών από τις ευτυχισμένες του στιγμές. Έχουν αντιμετωπίσει έτσι το πρόβλημα των πολιτικών κηδειών: την απουσία τελετής. Χρειάζονται οι τελετές στις πιο δύσκολες ώρες. Ειδάλλως παραστέκεις αμήχανος το φέρετρο κι αρκείσαι στο να ακούς λόγους, που όσο εμπνευσμένοι κι αν είναι, επ’ουδενί συγκρίνονται με την "Εις Κεκοιμημένους" ακολουθία.
Αυτό ακριβώς είναι το ανεκτίμητο δώρο της ορθόδοξης κηδείας. Το συγκλονιστικό - πήγα να γράψω θεόπνευστο - ποιήμα που συνέθεσε ο Ιωάννης Δαμασκηνός τον 8ο αιώνα. Πιστεύεις-δεν πιστεύεις, αδύνατον να μείνεις ασυγκίνητος από τους στίχους του. "Πάντα σκιάς ασθενέστερα, πάντα ονείρων απατηλότερα… Κλαίω και οδύρομαι όταν εννοήσω τον θάνατον… Και είδον τα οστά τα γεγυμνωμένα και είπον άρα τις εστί; βασιλεύς ή στρατιώτης, ή πλούσιος ή πένης, ή δίκαιος ή αμαρτωλός; …". Ποιος δεν θα ήθελε να ειπωθούν αυτά στο ξόδι του; Να τον ξεπροβοδίσει το μεγαλείο αν μη τι άλλο της ελληνικής γλώσσας - να συνδεθεί πριν από τον τάφο με τους προπάτορές του, γενεές γενεών;
Δεν θα επιλέξω να κηδευτώ χριστιανικά για να ακούσω σε ύπτια στάση τον Δαμασκηνό. Ούτε όμως και να αποτεφρωθώ για να μην με φάνε τα σκουλήκια. Ο άνθρωπος θα έπρεπε να μην νοιάζεται ποσώς σχετικά την εκφορά του. Ο θάνατός μας δεν μάς αφορά. Όσο υπάρχουμε, εκείνος λείπει. Και όταν πιά έρθει, εμείς είμαστε κιόλας απόντες. Οι αγαπημένοι μας καλούνται να τον αντιμετωπίσουν. Ας το κάνουν όπως νοιώθουν οι ίδιοι καλύτερα. Δίχως εμείς να τους επιβαρύνουμε με σχετικές οδηγίες, με αστείες φροντίδες σχετικά με το φινάλε μας.
Με θέλγει παραταύτα η "ουράνια ταφή". Γίνεται στο Θιβέτ, στο Μπουτάν, στην Ινδία. Τοποθετείται ο νεκρός σε μια εξέδρα. Έρχονται οι γύπες, τον κατασπαράζουν, μέσα σε ένα μισάωρο δεν έχει μείνει ούτε μεζές από εκείνον. Ο συμβολισμός ευνόητος. Το νεκρό σώμα είναι ένα άδειο δοχείο. Προσφέροντας το στα πουλιά, δείχνουμε γενναιοδωρία. Συναινούμε προς τη συνέχιση της ζωής σε άλλη μορφή.
Πηγή: capital
Οι πιο πρόσφατες Ειδήσεις
Διαβάστε πρώτοι τις Ειδήσεις για ό,τι συμβαίνει τώρα στην Ελλάδα και τον Κόσμο στο thetoc.gr