Ο Στάθης Καλύβας έχει συνηθίσει να γράφει βιβλία που δεν περνούν αδιάφορα και τις περισσότερες φορές προκαλούν και έντονες συζητήσεις.
Ένα προηγούμενο του για τον Εμφύλιο που το έγραψε μαζί με τον Νίκο Μαραντζίδη, άνοιξε έναν κύκλο αντιπαραθέσεων που κράτησε χρόνια.
Το "Big Bang 1970-1973. Η άνθηση του πολιτισμού στα χρόνια της δικτατορίας", που υπογράφει μαζί με τη Νατάσσα Τριανταφύλλη, έκανε κάτι αντίστοιχο σχεδόν πριν προλάβει να διαβαστεί.
Επτακόσιες σελίδες για μια περίοδο που έχουμε μάθει χωρίς να γνωρίζουμε όλα τα δεδομένα ότι ήταν σκοτεινή, με μια θέση που ενοχλεί, ότι δίπλα στο καθεστώς και δίπλα στην αντίσταση υπήρχε μια κοινωνία που δημιουργούσε, τραγουδούσε, εξέδιδε βιβλία ακόμη και για τον μαρξισμό και ζούσε η δική της ζωή.

Πριν λίγες μέρες συμπληρώθηκαν 52 χρόνια από την επιστροφή της Δημοκρατίας και ζήτησα από τον Στάθη Καλύβα να μιλήσουμε γι’ αυτό το βιβλίο και για το τι πραγματικά έγινε τα χρόνια της δικτατορίας που δεν ξέρουμε σε πολιτιστικό και όχι μόνο επίπεδο.
Η ερώτηση μου ήταν πώς ξεκίνησε αυτή ιδέα της συγγραφής του βιβλίου.
O Στάθης Καλύβας στο TheTOC: "Είναι σαν να μην υπάρχει αυτή η κοινωνία"
Η αφετηρία, μου λέει, δεν ήταν κάποια αποκάλυψη σε αρχείο, αλλά ένα κενό που επαναλαμβανόταν σε ό,τι κι αν διάβαζε για τη δικτατορία.
"Όταν κοιτάζει κανένας το τι γνωρίζουμε για την περίοδο της δικτατορίας, διαπιστώνει ότι η μερίδα του λέοντος αφορά μελέτες, σχόλια, παρατηρήσεις για το καθεστώς, για τους δικτάτορες και σε μικρότερο βαθμό για την αντίσταση εναντίον της δικτατορίας που αφορούσε έναν πολύ μικρό αριθμό ανθρώπων.
Και το ερώτημα είναι τι συνέβαινε έξω από το καθεστώς και έξω από την αντίσταση. Τι έκανε η πολύ μεγάλη, η συντριπτική πλειοψηφία των ανθρώπων την εποχή εκείνη; Πώς πορευόταν η κοινωνία εκείνα τα χρόνια; Διαβάζοντας για την περίοδο εκείνη είναι σαν να μην υπάρχει η κοινωνία".
Τον ρωτάω αν είμαστε έτοιμοι, τόσα χρόνια μετά, να δεχτούμε ότι ένα μικρό κομμάτι αντιστάθηκε και οι υπόλοιποι συνέχισαν τη ζωή τους ή συμβιβάστηκαν. Λέγεται άλλωστε συχνά ότι το 1974 εμφανίστηκαν ξαφνικά δέκα εκατομμύρια αντιστασιακοί.
"Αυτό το λένε οι ίδιοι οι αντιστασιακοί και μάλιστα με μεγάλη απογοήτευση. Είναι χαρακτηριστικό πως ο Μίκης Θεοδωράκης, που ήταν από τους πρώτους που προσπάθησε να οργανώσει αντίσταση ενάντια στο πραξικόπημα και απέτυχε, αναρωτιώταν με απογοήτευση πώς "ένας ολόκληρος κόσμος στην ώρα της κρίσης εξαερώθηκε σαν ατμός", περιγράφοντας τη στάση της "συντριπτικής πλειοψηφίας των λογής-λογής ηγετών, οδηγών, ταγών, που με τη θέλησή τους διεκδίκησαν τιμές και αξιώματα από τον λαό μας" αλλά "τον εγκατέλειψαν όταν ήρθε η ώρα της κρίσης, η ώρα της πληρωμής". Αυτά δεν τα πολυσυζητάμε γιατί μας ενοχλεί η αναγνώριση αυτής της αδράνειας. Είναι όμως γνωστή, κάτι σαν ένα οικογενειακό μυστικό που όλοι το ξέρουμε αλλά δεν το συζητάμε. Εκείνο όμως που παραμένει άγνωστο είναι το τι έγινε μέσα στην κοινωνία μετά την επιτυχία του πραξικοπήματος".
Η τομή του 1969 και η χαραμάδα που άνοιξε
Στο βιβλίο υπάρχει μια σαφής διάκριση ανάμεσα στην πρώτη περίοδο που ξεκίνησε η χούντα και σε αυτή που ξεκινά στα τέλη της δεκαετίας του 60. Τον ρωτάω σε τι ακριβώς συνίσταται.
"Συνίσταται στις παραμέτρους που επέτρεπαν στην κοινωνία να λειτουργήσει με έναν πιο αυτόνομο τρόπο. Μέχρι το 69 η κατάσταση ήταν ασφυκτική, το καθεστώς απαγόρευε πολλά πράγματα, όπως είναι γνωστό ακόμα και μέσα στα πλαίσια μιας δικτατορίας υπάρχουν αποχρώσεις καταπίεσης. Το 69 όμως μεταμορφώνεται το καθεστώς της λογοκρισίας. Η μετάβαση από την προληπτική λογοκρισία, στην οποία για να δημοσιεύσεις πχ ένα βιβλίο έπρεπε να το καταθέσεις στις αρχές, σε ένα καθεστώς κατασταλτικό, όπου δεν χρειαζόταν πια να καταθέσεις από πριν αυτό που θα παρήγαγες, αλλά ήσουν υπεύθυνος αν το έβρισκαν οι αρχές παράνομο. Αυτό παραδόξως άνοιξε πολύ μεγαλύτερα περιθώρια, όπως άλλωστε αποδεικνύεται από το αποτέλεσμα".
Το αποτέλεσμα ήταν η στάση της κοινωνίας να μην χωράει πλέον στο δίπολο υποταγή ή αντίσταση.
"Η κοινωνία επέλεξε τον δρόμο της αυτονομίας. Δεν μπορούμε να τα βάλουμε με το καθεστώς, αλλά μπορούμε να χαράξουμε ένα δρόμο ανεξάρτητα από αυτό".
Τον ρωτάω αν αυτό θα μπορούσε να διαβαστεί ως έμμεση αντίσταση μέσα από την καλλιτεχνική δημιουργία. Διαφωνεί.
"Δεν ήταν απαραίτητα έμμεση αντίσταση, γιατί αντίσταση αφενός σημαίνει ρίσκο και γιατί αφετέρου ένα μεγάλο κομμάτι της καλλιτεχνικής (και όχι μόνο) δημιουργίας της εποχής δεν έχει πολιτικό πρόσημο. Προφανώς, συναντά κανείς έργα όπου υπάρχει μια έμμεση κριτική προς το καθεστώς, που δεν συνιστούν αντίσταση, αλλά συναντά και έργα που δεν έχουν κανένα απολύτως πολιτικό στοιχείο. Όταν ο Διονύσης Σαββόπουλος τραγουδάει ένα τραγούδι όπως το Ντιρλαντά, αυτό δεν έχει πολιτικό περιεχόμενο, όπως δεν έχει πχ το Δελφίνι-δελφινάκι των Μάνου Λοίζου και Λευτέρη Παπαδόπουλου. Έχουν όμως αυτά μια σημασία, γιατί δείχνουν πως μπορεί να υπάρχει μια ζωή, και μάλιστα αξιόλογη και ουσιαστική, πέρα από τους πολιτικούς περιορισμούς του καθεστώτος".

Ο κατάλογος που δεν τον περίμενε ούτε ο ίδιος
Από την έρευνα που έκανε τι βρήκε που δεν το ήξερε, τι τον ξάφνιασε σε επίπεδο δημιουργών και έργων;
"Όταν ξεκινήσαμε είχαμε απλώς μια υποψία πως η πραγματικότητα ήταν πολύ πιο πλούσια απ’ ότι αναγνωρίζαμε ως τότε. Γνωρίζαμε για παράδειγμα ότι η κορυφαία τριλογία του Διονύση Σαββόπουλου, το Περιβόλι του Τρελού, ο Μπάλλος και το Βρώμικο Ψωμί, κυκλοφόρησε το διάστημα εκείνο, αλλά δεν φανταζόμασταν ότι δίπλα σε αυτό υπήρχε ένας ολόκληρος κόσμος, από την έκρηξη της ελληνικής ποπ και ροκ μουσικής ως την θεατρική πρωτοπορία".
Απαριθμεί δημιουργούς και έργα που στους περισσότερους έγιναν γνωστά στα χρόνια της μεταπολίτευσης. Ο Μάνος Χατζιδάκις που επιστρέφει στην Ελλάδα το 1972 και γράφει το Μεγάλο Ερωτικό. Ο Θόδωρος Αγγελόπουλος που ηγείται του Νέου Ελληνικού Κινηματογράφου, κυριαρχεί στο. Φεστιβάλ Θεσσαλονίκής και γυρίζει τον Θίασο. Ο Κάρολος Κουν, αλλά και η Καρέζη και ο Καζάκος πριν φτάσουν στο Μεγάλο μας Τσίρκο του 1973. Ο Μάνος Κατράκης, που παρά τα γνωστά του αριστερά πολιτικά φρονήματά πρωταγωνιστεί στον κινηματογράφο και εμφανίζεται για πρώτη φορά στην Επίδαυρο με το Εθνικό Θέατρο, που είναι κρατικός θεσμός. Ή το Τρίτο Στεφάνι, που γίνεται μπεστ σέλερ το 1970. Ανάμεσα σε πάρα πολλά άλλα που απαριθμούνται στο βιβλίο.
"Στον χώρο της μουσικής θα αναφέρω τον Γιάννη Μαρκόπουλο, που όχι μόνο είναι απίστευτα παραγωγικός, αλλά παρουσιάζει και τα πιο εμβληματικά του έργα, με κορυφαία το Χρονικό και την Ιθαγένεια. Αυτό που με ξάφνιασε επίσης και δεν το γνώριζα πριν την έρευνα είναι ότι το πολιτικό βιβλίο γνωρίζει μια τεράστια άνθηση και ιδιαίτερα το αριστερό μαρξιστικό πολιτικό βιβλίο".
Μέσα στη χούντα, τον ρωτάω;
"Μέσα στη χούντα. Ανοίγουν δεκάδες εκδοτικοί οίκοι, δεκάδες βιβλιοπωλεία και τυπώνονται χωρίς κανένα εμπόδιο σχεδόν όλα τα μαρξιστικά βιβλία που δεν είχαν εκδοθεί μέχρι τότε. Ο Ρίτσος επιστρέφει από την εξορία το 1970 και τα βιβλία του κάνουν δεκάδες εκδόσεις. Ουσιαστικά όλος ο Μπρεχτ εκδίδεται μέσα στη δικτατορία και τα έργα του ανεβαίνουν στο θέατρο με καταιγιστικό ρυθμό".
Και ένα ακόμη στοιχείο, που το λέει σχεδόν σαν παρένθεση αλλά έχει βάρος. Η απαγόρευση της μουσικής του Θεοδωράκη ατονεί από ένα σημείο και μετά.
"Αυτό που δεν είναι ευρύτερα γνωστό είναι ότι τα τραγούδια του Θεοδωράκη θα επιτραπούν τελικά στις 16 Νοεμβρίου 1973, μία μέρα πριν την εξέγερση του Πολυτεχνείου. Και αυτό που επίσης παραβλέπουμε είναι πως δίπλα στην απαγόρευση αυτή υπάρχει μια παραγωγή που είναι πολιτικά πολύ πιο τολμηρή. Από το Χρονικό των Μαρκόπουλου και Μύρη ως τα Μικροαστικά των Κηλαηδόνη και Νεγρεπόντη, ένας δίσκος που τυπώνεται σε κόκκινο βινύλιο, κυκλοφορεί το 73". Δεν μιλάμε δηλαδή για μεμονωμένες περιπτώσεις.

Η ενοχή που έθαψε μια ολόκληρη δημιουργία
Το ερώτημα που επανέρχεται είναι γιατί όλα αυτά έμειναν στο σκοτάδι. Του λέω τη δική μου υπόθεση, ότι αν φαινόταν αυτή η δημιουργία αν αποκτούσε χρονική ταυτότητα θα στιγμάτιζε τους δημιουργούς, που αντί για αντίσταση έκαναν θέατρο, κινηματογράφο και τραγούδια.
"Είναι ένας συνδυασμός αμηχανίας και θα έλεγα ενοχής, ακριβώς με τον τρόπο που το θέσατε. Ήταν δύσκολο, ιδιαίτερα το πρώτο διάστημα της μεταπολίτευσης, να λέει ένας δημιουργός ανοιχτά ότι ναι, την περίοδο εκείνη δημιουργούσα τα πιο σπουδαία μου έργα. Το να κάνεις τέχνη χωρίς ανοιχτό ή καθόλου πολιτικό περιεχόμενο στη διάρκεια μιας δικτατορίας θεωρείται ακόμη μεμπτό. Μόνο ίσως ο Χατζιδάκις τόλμησε να μιλήσει ανοιχτά για την επιλογή αυτή. Κατά τη γνώμη μας μπορούμε να απαλλαγούμε από την ενοχή αυτή αν αναγνωρίσουμε πως για την μεγάλη πλειοψηφία απλά δεν υπήρχε περιθώριο ανοιχτής πολιτικής δράσης απέναντι σε ένα πάνοπλο αυταρχικό καθεστώς".
Και προσθέτει την κεντρική θέση του βιβλίου, αυτή που προκάλεσε τις περισσότερες αντιδράσεις.
"Το να ανακαλύψεις και να τραβήξεις τον δρόμο της δημιουργίας είναι ένας τρόπος να αρνηθείς στην πράξη τη συνθήκη του περιορισμού και της καταστολής. Και δεν είναι κάτι που απαιτεί, κατά τη γνώμη μας, άμεση πολιτική στόχευση. Είναι τελικά η νίκη της ζωής (γιατί η δημιουργία ισοδυναμεί με τη ζωή) πάνω στον πολιτικό αυταρχισμό. Και είναι μια νίκη με διαχρονικό πρόσημο, αρκεί βέβαια να την αναγνωρίσουμε ως τέτοια".
Του θυμίζω ότι η εποχή της χουντας έχει μείνει στη συλλογική μνήμη και ως μια εποχή πολιτισμικού κιτς λόγω και των γνωστών εκδηλώσεων στο Παναθηναϊκό Στάδιο.
"Ναι, όμως αυτό αφορά τις προσπάθειες του ίδιου του καθεστώτος να νομιμοποιηθεί. Όταν μιλάμε για το πολιτιστικό κιτς, μιλάμε για τις γιορτές της χούντας, δεν μιλάμε για την κοινωνία. Σκεφτείτε από την άλλη πόσα τραγούδια από την εποχή εκείνη τραγουδάμε ακόμα. Όταν ακούμε ένα τραγούδι σαν την Τζαμάικα ή το Πουκάμισο το θαλασσί ή το Ζειμπέκικο του Σαββόπουλου με την Σωτηρία Μπέλλου μπορεί να μην μας περνάει από το μυαλό ότι είναι δημιουργήματα της εποχής εκείνης. Δεν είναι όμως μουσειακά είδη, είναι ζωντανά στοιχεία της κουλτούρας μας".

Ο βολικός μύθος και οι πρώτοι μήνες της μεταπολίτευσης
Ρωτάω αν το βιβλίο γκρεμίζει έναν μύθο και πόσο θέλουμε ως κοινωνία να παραμένουμε δέσμιοι μύθων που βαθιά μέσα μας ξέρουμε ότι δεν ισχύουν. Η απάντηση του μας πάει στο καλοκαίρι του 1974 και στα πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης.
"Είναι ένας μύθος βολικός. Η μεταπολίτευση ήταν στην αρχή της μια μετάβαση πάρα πολύ εύθραυστη, και αυτό είναι κάτι που ξεχνάμε. Οι πρώτοι μήνες μετά τον Ιούλιο του 74 είναι πολύ δύσκολοι, μήνες στους οποίους δεν ήτανσαφές ότι η δημοκρατία έχει παγιωθεί. Ο Καραμανλής το πρώτο διάστημα κοιμόταν τα βράδια σε σκάφος, γιατί φοβόταν ότι μπορεί ανά πάσα στιγμή να ανατραπεί. Ο στρατός και τα σώματα ασφαλείας δεν είχαν αλλάξει. Οπότε χρειάστηκε το πρώτο διάστημα να παρουσιαστεί η πραγματικότητα της δικτατορίας με πολύ μελανά χρώματα για να μπορέσει να στηριχθεί ακόμα περισσότερο η νεοσύστατη δημοκρατία. Ήταν τότε ένας απαραίτητος, ζωτικός μύθος".
Απορρίπτει πάντως την ανάγνωση ότι ο μύθος στήθηκε για να τροφοδοτήσει το δίπολο Δεξιάς και Αριστεράς.
"Το πρώτο διάστημα υπάρχει μια, θα έλεγα, σύμπνοια Αριστεράς και Δεξιάς. Γιατί, παρότι το χουντικό καθεστώς ήταν ακροδεξιό, δεν συνεργάστηκε με την πολιτική Δεξιά. Ο Καραμανλής προχώρησε σε ρηξικέλευθες κινήσεις, όπως η νομιμοποίηση του ΚΚΕ και το δημοψήφισμα για το πολιτειακό, στο οποίο πήρε θέσεις αντιδιαμετρικά αντίθετες με παραδοσιακές θέσεις της Δεξιάς. Και από την άλλη η Αριστερά αντιλαμβανόταν πως ήταν πιο ευάλωτη και δεν ήθελε να ταράξει τα νερά. Εξ’ ου και το περίφημο Καραμανλής ή τανκς του Μίκη Θεοδωράκη".
Και δεν παραλείπει την Κύπρο, την πρώτη μεγάλη εθνική ήττα μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, που κατά τον ίδιο δεν άφηνε περιθώρια για μια ουσιαστική συζήτηση περί χούντας.
"Αυτό λοιπόν το αφήγημα, που κατασκευάστηκε άμεσα για το απόλυτο σκοτάδι της χούντας είχε επομένως μια εργαλειακή διάσταση αλλά με τον καιρό έγινε μεταμορφώθηκε σε μια αλήθεια για τους περισσότερους, ιδίως όσους δεν έζησαν την εποχή εκείνη".
Και μια παράπλευρη διαπίστωση, που την καταθέτει με βεβαιότητα. Η πρώιμη μεταπολίτευση, αυτό που ο Σαββόπουλος περιέγραψε ως η εποχή της υψωμένης γροθιάς κα των θούριων υπήρξε μια πολιτιστική υποχώρηση, γιατί κυριαρχησε το σύνθημα έναντι της ποιότητας απαξιώθηκαν στο όνομα του αντιαμερικανισμού φόρμες όπως η ροκ μουσική.

Η επίθεση, το λάθος και η "κακοήθεια"
Δεν θα μπορούσα να μην τον ρωτήσω για την αντιπαράθεση με τις εκδόσεις Άγρα, που κυριάρχησε στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.
"Γράψαμε από παραδρομή στο βιβλίο ότι ο συγγραφέας Μάριος Χάκκας αυτοκτόνησε, ενώ στην πραγματικότητα πέθανε από καρκίνο. Μας το επεσήμανε ένας ανιψιός του, το αναγνωρίσαμε, ζητήσαμε συγγνώμη και το διορθώσαμε στο βιβλίο. Και ενώ το θέμα λύθηκε βγήκαν οι εκδόσεις Άγρα με ιδιαίτερη εμπάθεια μας κατήγγειλε για "σοβαρό ατόπημα" και "προσβολή στη μνήμη του δημιουργού και στην ιστορική αλήθεια". Ακολούθησε ο γνωστός οχετός των Μέσων Κοινωνικής Δικτύωσης και σιγοντάρισαν οι γνωστοί δημοσιογράφοι του αριστερού κατεστημένου με κακοήθεις χαρακτηρισμούς".
Τον ρωτάω αν πιστεύει ότι το πραγματικό αίτιο ήταν οι θέσεις που διατύπωνε το βιβλίο.
"Προφανώς όλο αυτό το θέατρο στήθηκε για να απαξιωθεί το βιβλίο μας. Το ερώτημα όμως είναι τι τους ενόχλησε στο βιβλίο αυτό. Και αυτό γιατί οι περισσότεροι δημιουργοί με τους οποίους καταπιάνεται και αναδεικνύει το βιβλίο είναι αριστεροί. Το βιβλίο προσεγγίζει με θαυμασμό τον Θεοδωράκη, τον Κατράκη, τον Αγγελόπουλο και τόσους άλλους. Οπότε αλλού βρίσκεται το πρόβλημα τους. Αφενός τους ενοχλεί η αποτύπωση της περιόδου που ξεφεύγει από τα απλοϊκά σχήματα πάνω στα οποία έχει χτιστεί το διαβόητο "ηθικό πλεονέκτημα" της Αριστεράς. Από την άλλη θεωρούν τη μελέτη της περιόδου εκείνης, και ιδιαίτερα του χώρου του πολιτισμού, τσιφλίκι τους, για να το πω απλά. Τους ενοχλεί πως κάποιοι ανεξάρτητοι μελετητές καταπιάνονται με τα αντικείμενα αυτά και τα διαβάζουν αλλιώς, τους ενοχλεί δηλαδή αφόρητα που παρουσιάζουμε την πολιτιστική δημιουργία με διαφορετικούς όρους. Οι ίδιοι δυστυχώς δεν μπορούν να ξεφύγουν από την αέναη επανάληψη των ίδιων μοτίβων. Και επειδή είναι αυταρχικοί, πιστεύουν πως τους έχει δοθεί ένα μονοπώλιο της γραφής της ιστορίας.
Το χειρότερο, κατά τον ίδιο, δεν είναι η επίθεση αλλά η απουσία πραγματικού διαλόγου. Μιλάει και για απόπειρα μποϊκοτάζ, καθώς ένα από τα μεγαλύτερα βιβλιοπωλεία της Αθήνας εξαφάνισε το βιβλίο από τους πάγκους του.
"Όταν βγαίνει ένα βιβλίο που ουσιαστικά αναθεωρεί τον τρόπο με τον οποίο βλέπουμε μια ολόκληρη και δύσκολη εποχή, αυτό που θα περίμενε κανένας είναι να ανοίξει ένας δημιουργικός διάλογος, με καλόπιστη κριτική. Στο τέλος-τέλος τα όσα γράφουμε δεν είναι προϊόντα έρευνας, δεν είναι κατασκευάσματα της φαντασίας μας, είναι πράγματα που μπορεί να ελέγξει ο οποιοσδήποτε".
Σε όσους λένε ότι το βιβλίο δεν προσθέτει κάτι καινούργιο, απαντά με ένα δυνατό επιχείρημα που εδράζεται στη λογική.
"Δεν ανακαλύψαμε κάποιο κρυμμένο αρχείο. Άμα μελετήσεις τις εφημερίδες και τα περιοδικά της εποχής, θα σου αποκαλυφθεί ολόκληρη η πραγματικότητα. Δεν ήταν επτασφράγιστο μυστικό, είναι μια αλήθεια που κρυβόταν κάτω από τα μάτια μας. Η πιο πονηρή κριτική, λοιπόν, είναι να πει κανείς ναι, εντάξει, ισχύουν όλα αυτά που γράφονται στο βιβλίο, αλλά τα ξέραμε, δεν μας λέει κάτι καινούργιο. Άμα όμως δεν μας λέει κάτι καινούργιο, γιατί δημιουργεί τέτοια έκπληξη στους πολλούς και τέτοιο κόλλημα στους λίγους;"
Ένα πρόβλημα, διευκρινίζει, είναι πως το βιβλίο δεν αναθεωρεί τον χαρακτήρα του καθεστώτος. Ήταν ένα καταπιεστικό, αυταρχικό καθεστώς, μια δικτατορία, αυτό δεν αμφισβητείται.
"Η στρέβλωση που επιχειρούμε να διορθώσουμε είναι πως αυτό το καθεστώς είχε τη δύναμη να επιβάλει στην κοινωνία τα πάντα. Αυτό που δείχνουμε στο βιβλίο είναι ότι η κοινωνία δεν είχε μεν όπλα για να τα βάλει μαζί του, αλλά είχε τη δημιουργική ικανότητα να το ξεπεράσει, ζώντας τη ζωή της αυτόνομα από αυτό. Αυτό βέβαια είναι πολύ πιο επαναστατικό από τον μύθο πως ολόκληρη η κοινωνία αντιστάθηκε ή από το ενοχικό μυστικό πως η κοινωνία δείλιασε".

"Φως μέσα στο σκοτάδι"
Η τελευταία μου ερώτηση αφορά τον αναγνώστη. Με ποια σκέψη προτείνει σε κάποιον να πιάσει στα χέρια του τις επτακόσιες σελίδες.
"Ότι είναι ένα βιβλίο που δεν έχει κάποια πολιτική στόχευση, πολύ περισσότερο μυστική και κακόβουλη, αλλά επιχειρεί να επεκτείνει την γνώση μας και αναδείξει μια φωτεινή πλευρά της πρόσφατης ιστορίας μας, που συμβαίνει να πραγματοποιείται μέσα σε μια σκοτεινή εποχή. Το να πούμε ότι υπάρχει φως μέσα στο σκοτάδι, είναι κάτι θετικό".
Κλείνοντας, επανέρχεται στο πραγματικό διακύβευμα, μια κοινωνία που, όπως λέει, την είδε μέσα από τα τεκμήρια της εποχής να σφύζει από ζωή και αισιοδοξία παρά τις αντίξοες συνθήκες και που άδικα στιγματίστηκε με αποτέλεσμα να αποσιωπηθεί εντελώς μια από τις πιο λαμπερές πολιτιστικές περιόδους της ιστορίας μας.
"Όταν μια κοινωνία είναι ζωντανή και δημιουργική, θα βρει τον δρόμο της. Και αυτό είναι κάτι που πρέπει να το αναδείξουμε, όχι να το αποσιωπήσουμε".
Οι πιο πρόσφατες Ειδήσεις
Διαβάστε πρώτοι τις Ειδήσεις για ό,τι συμβαίνει τώρα στην Ελλάδα και τον Κόσμο στο thetoc.gr


