Οι ελληνικές εταιρείες αμυντικής τεχνολογίας επενδύουν σε drones, τεχνητή νοημοσύνη και αυτόνομα συστήματα, όμως οι χρονοβόρες διαδικασίες προμηθειών και το χρηματοδοτικό κενό εξακολουθούν να αποτελούν τα μεγαλύτερα εμπόδια για την είσοδο των καινοτόμων λύσεων στις ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις.
Αυτό είναι το βασικό συμπέρασμα της νέας έρευνας του Ελληνικού Κέντρου Αμυντικής Καινοτομίας (ΕΛΚΑΚ) και της Endeavor Greece, η οποία χαρτογραφεί για πρώτη φορά το οικοσύστημα των ελληνικών startups διττής χρήσης και αποτυπώνει τόσο τις τεχνολογικές δυνατότητες όσο και τις αδυναμίες του κλάδου.
Στο επίκεντρο του ελληνικού οικοσυστήματος βρίσκονται πλέον οι εταιρείες που αναπτύσσουν μη επανδρωμένα συστήματα (drones), τεχνολογίες αντιμετώπισης drones (counter-drone), τεχνητή νοημοσύνη, ρομποτική, αισθητήρες, κυβερνοασφάλεια, λογισμικό διοίκησης και ελέγχου, ασφαλείς επικοινωνίες, διαστημικές εφαρμογές και συστήματα προστασίας κρίσιμων υποδομών.
Τα στοιχεία της έρευνας δείχνουν ότι οι ελληνικές επιχειρήσεις ακολουθούν τη διεθνή τάση που μεταφέρει το κέντρο βάρους της άμυνας από τις παραδοσιακές πλατφόρμες στις ψηφιακές και αυτόνομες τεχνολογίες. Από τις ελληνικές εταιρείες το 63% δραστηριοποιείται στην τεχνητή νοημοσύνη και τη μηχανική μάθηση, το 53% στη ρομποτική και τα αυτόνομα συστήματα και το 45% στις πλατφόρμες λογισμικού και ανάλυσης δεδομένων, ενώ σημαντική παρουσία καταγράφεται επίσης σε βιομηχανικές τεχνολογίες, κυβερνοασφάλεια και προηγμένα υλικά.
Αξίζει να αναφερθεί ότι το 76% των ελληνικών startups δεν δραστηριοποιείται αποκλειστικά στην άμυνα, αλλά αναπτύσσει τεχνολογίες διττής χρήσης που μπορούν να αξιοποιηθούν τόσο από τις Ένοπλες Δυνάμεις όσο και από την Πολιτική Προστασία, τα Σώματα Ασφαλείας και τη βιομηχανία.
Οι συμβάσεις "κολλάνε" στη γραφειοκρατία και τους διαγωνισμούς
Παρά τη σημαντική τεχνολογική πρόοδο, η μετάβαση από το εργαστήριο στην επιχειρησιακή αξιοποίηση παραμένει εξαιρετικά δύσκολη. Η έρευνα καταγράφει ότι μόλις μία στις πέντε επιχειρήσεις διαθέτει συμβασιοποιημένη σχέση με το υπουργείο Εθνικής Άμυνας ή τις Ένοπλες Δυνάμεις, ενώ αντίστοιχα χαμηλά είναι τα ποσοστά συνεργασίας με τα Σώματα Ασφαλείας. Καλύτερη είναι η εικόνα στην Πολιτική Προστασία, χωρίς όμως να αλλάζει ουσιαστικά το συμπέρασμα ότι η διείσδυση των ελληνικών τεχνολογιών στο Δημόσιο παραμένει περιορισμένη.
Όπως επισημαίνει η έκθεση, το πρόβλημα δεν βρίσκεται στην ποιότητα των τεχνολογιών αλλά στη διαδικασία που ακολουθείται μέχρι την υπογραφή μιας σύμβασης. Το 73% των επιχειρήσεων θεωρεί ως μεγαλύτερο εμπόδιο την πολυπλοκότητα και την αδιαφάνεια των διαδικασιών προμηθειών, το 65% την περιορισμένη πρόσβαση στους τελικούς χρήστες και στους υπεύθυνους λήψης αποφάσεων και το 59% την έλλειψη πιλοτικών δοκιμών και πρωτοτύπων σε πραγματικές επιχειρησιακές συνθήκες.
Σύμφωνα με την ανάλυση, το σημερινό σύστημα προμηθειών έχει σχεδιαστεί κυρίως για μεγάλα και μακροχρόνια εξοπλιστικά προγράμματα και όχι για τεχνολογίες που εξελίσσονται με ιδιαίτερα γρήγορους ρυθμούς. Επομένως, πολλές καινοτόμες λύσεις δυσκολεύονται να φτάσουν στο στάδιο της επιχειρησιακής αξιολόγησης, ακόμη και όταν έχουν ήδη αποδείξει την τεχνολογική τους ωριμότητα.
Οι περισσότερες ελληνικές εταιρείες λειτουργούν ως προμηθευτές επιμέρους τεχνολογιών και όχι ως κατασκευαστές ολοκληρωμένων συστημάτων. Η απουσία ισχυρών ελληνικών system integrators ή prime contractors περιορίζει τη δυνατότητα συνδυασμού διαφορετικών τεχνολογιών σε ολοκληρωμένα προϊόντα που θα μπορούσαν να ενταχθούν ευκολότερα στα εξοπλιστικά προγράμματα ή να αποκτήσουν εξαγωγική δυναμική.
Το χρηματοδοτικό κενό
Εξίσου σημαντικό πρόβλημα αποτελεί η χρηματοδότηση. Η έρευνα δείχνει ότι το επενδυτικό ενδιαφέρον για τις τεχνολογίες διττής χρήσης αυξάνεται, χωρίς όμως να μεταφράζεται ακόμη σε πραγματικές επενδύσεις. Το 88% των venture capital funds εκτιμά ότι θα αυξήσει την έκθεσή του στον συγκεκριμένο τομέα μέσα στην επόμενη τριετία, ωστόσο μόλις το 25% επενδύει ενεργά σήμερα. Η βασική αιτία είναι το λεγόμενο early-stage funding gap, δηλαδή το χρηματοδοτικό κενό ανάμεσα στην ολοκλήρωση ενός πρωτοτύπου και στην πρώτη εμπορική ή κρατική σύμβαση.
Οι επιχειρήσεις καλούνται να χρηματοδοτήσουν για μεγάλο χρονικό διάστημα την έρευνα, τις πιστοποιήσεις και τις δοκιμές, χωρίς να διαθέτουν σταθερά έσοδα. Δεν είναι τυχαίο ότι το 94% πραγματοποιεί την έρευνα και ανάπτυξη εσωτερικά, ενώ περισσότερες από τις μισές δαπανούν πάνω από το 50% του ετήσιου προϋπολογισμού τους σε δραστηριότητες R&D.
Οι επενδυτές, από την πλευρά τους, εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν με επιφυλακτικότητα τον κλάδο, καθώς οι αργοί κύκλοι προμηθειών, η περιορισμένη πελατειακή βάση και η απουσία μεγάλων ελληνικών integrators αυξάνουν σημαντικά το επενδυτικό ρίσκο.
Οι πιο πρόσφατες Ειδήσεις
Διαβάστε πρώτοι τις Ειδήσεις για ό,τι συμβαίνει τώρα στην Ελλάδα και τον Κόσμο στο thetoc.gr
