Με συγκίνησε η εκδημία της Μάρως Κοντού. Με εξέπληξε επίσης, πολύ ευχάριστα, ότι στο ξόδι της κανείς δεν φάλτσαρε.
Άπαντες την αποχαιρέτησαν με αγάπη. Κανείς δεν μουρμούρισε "ναι μεν αλλά…" "Ναι μεν η εκλιπούσα ήταν ταλαντούχα, καλλονή, αξιοπρεπέστατη. Ανήκε όμως στη δεξιά παράταξη. Ποτέ δεν είχε συμμετάσχει σε λαϊκούς αγώνες. Στη Χούντα, τι είχε κάνει εκτός του να γυρίζει ταινίες και να πρωταγωνιστεί σε παραστάσεις;"
Θα μπορούσαν να ακουστούν τόσο ασεβή, σχεδόν πρόστυχα, λόγια; Στους καιρούς που ζούμε, ασφαλώς και θα μπορούσαν.
Κάθε φορά που ένα προβεβλημένο πρόσωπο τοποθετείται ανάρμοστα -κατά την γνώμη κάποιων στρατευμένων ινφλουένσερς, οι οποίοι εκφράζουν δήθεν, αυτοκλήτως, το λαϊκό αίσθημα-, ξεκινάει στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης λιθοβολισμός. Δολοφονία χαρακτήρα. Δείτε το πρόσφατο πάθημα του Θοδωρή Αθερίδη. Δύο καλές κουβέντες τόλμησε να πει για τον υπουργό Προστασίας του Πολίτη κι έπεσαν να τον φάνε. Ακόμα κι όσοι γέλαγαν κάποτε μέχρι δακρύων με το "Σ’αγαπώ, μ’αγαπάς", ακόμα και όσοι τον χειροκροτούσαν στο θέατρο, τώρα μηδένιζαν τη διαδρομή του. "Προσκυνημένο" τον αποκαλούσαν. "Νενέκο" θα τον χαρακτήριζαν αν διέθεταν τον λεξιλογικό πλούτο του Αλέξανδρου Γιωτόπουλου, ο οποίος έτσι απευθύνθηκε στους αστυνομικούς που τον συνέλαβαν στους Λειψούς.
Συγκρίνεται, θα μου πείτε, ο Θοδωρής Αθερίδης με τη Μάρω Κοντού; Σίγουρα δεν συγκρίνονται οι εποχές τους.
Όταν μεσουρανούσε η Κοντού -στα ‘50ς, στα ‘60ς-, η Ελλάδα ήταν μια πολύ φτωχή χώρα. Οι πληγές της δεκαετίας του ’40 -η Κατοχή, ο Εμφύλιος- αιμορραγούσαν ακόμα. Η οικονομική ανάπτυξη ήταν ταχεία μα η δημοκρατία παρέμενε καχεκτική. Οι εσωτερικοί μετανάστες, οι βιοπαλαιστές με δυσκολία κάλυπταν και τις διατροφικές καν ανάγκες. Μυριάδες εγκατέλειπαν κάθε χρόνο τους τόπους τους κι έφευγαν γκασταρμπάιτερ στη Γερμανία. Όσοι παρέμεναν και πάλευαν εντός συνόρων είχαν απέναντί τους σκαιούς χωροφύλακες, μεσαιωνικής νοοτροπίας παπάδες και δάσκαλους, ου μην αλλά και σκληροπυρηνικούς κομματικούς ινστρούχτορες, που τους απαγόρευαν να υπογράψουν δήλωση αποκήρυξης του κομμουνισμού και να προχωρήσουν στη ζωή τους. Οι Έλληνες ασφυκτιούσαν μεταξύ σφύρας και άκμονος. Ανάμεσα στο κράτος της Δεξιάς και σε μια Αριστερά δογματική, ενίοτε και μνησίκακη, που δεν μπορούσε να χωνέψει τη συντριβή της στον Γράμμο.
Πώς, μες σε τέτοιο ζόφο, λουλούδιασε η "Φίνος Φιλμ"; Η πρώτη και μοναδική βιομηχανία παραγωγής θεάματος στην Ελλάδα. Πώς έσπαγαν τα ταμεία; Πώς έχουν συγκινήσει ήδη τέσσερις ή πέντε γενιές, όχι οι μελοδραματικές, οι "βγαλμένες μέσα απ’τη ζωή", ταινίες - ο "Γολγοθάς μιας Ορφανής", το "Αμάρτησα για το Παιδί μου"; Αλλά οι ξένοιαστες κωμωδίες, ενίοτε και οι αποχαλινωμένες φάρσες; Τα σουρεαλιστικά αριστουργήματα του Θανάση Βέγγου, που ξεκινάει με μια σχεδία και μια κατσίκα για να πάει δια θαλάσσης στην Αμερική ή γίνεται μυστικός πράκτωρ 000; Αλλά και οι εύθυμες ηθογραφίες, με μπαμπάδες εργοστασιάρχες ή ναυάρχους, κόρες-διαβόλου κάλτσες και αρραβωνιαστικούς που επιβάλλουν το ρωμέικο φιλότιμο και τη μαγκιά τους σε ένα περιβάλλον φλώρων;
Ο Φίνος εφάρμοζε μιάν ασφαλή μέθοδο. Έπαιρνε θεατρικές παραστάσεις που είχαν επιτυχία και τις μετέφερε στον κινηματογράφο. Με τους ίδιους συνήθως πρωταγωνιστές.
Οι παλιές καραβάνες, οι τότε πενηντάρηδες ή εξηντάρηδες, διέθεταν λαμπρή προϊστορία. Είχαν θητέψει προπολεμικά στο λυρικό τραγούδι – τενόρος ο Βασίλης Μακρής, μέτζο σοπράνο η Γεωργία Βασιλειάδου. Ο Λάμπρος Κωνσταντάρας είχε υπάρξει ζεν πρεμιέ στη Γαλλία. Τα καινούργια φυντάνια -από τη Αλίκη Βουγιουκλάκη μέχρι τη Μάρω Κοντού κι από τον Αλέκο Αλεξανδράκη ως τον Νίκο Κούρκουλο- ξεχείλιζαν από ομορφιά και χάρη.
Έβρεχε ταλέντο; Προφανώς! Αρκεί να ακούσεις τα τραγούδια του Μάνου Χατζιδάκι, που ο ίδιος τα αποκήρυξε αργότερα, "τα έφτιαχνα" είπε "για να βγάζω το ψωμί μου"… Αρκεί να αντιληφθείς τον εξαιρετικό ρυθμό που έδινε ο Αλέκος Σακελλάριος -κι ας μην είχε σπουδάσει ποτέ σκηνοθεσία- πόσω δε μάλλον ο Γιώργος Τζαβέλλας, ο σημαντικότερος, κατά τη γνώμη μου, κινηματογραφικός δημιουργός που έχει φανεί στη χώρα μας. Αρκεί να παρατηρήσεις πώς κινούνται, πώς εκτοξεύουν τις ατάκες τους οι καρατερίστες.
Αρκεί το ταλέντο; Αρκεί για να δοξάζεις έναν κόσμο στην οθόνη, ο οποίος ουδεμία σχέση έχει με τη δική σου καθημερινότητα; Πόσοι είχαν τότε υπηρέτριες με μπονέ, αστραφτερά αυτοκίνητα, τη δυνατότητα να ταξιδέψουν στο εξωτερικό; Σε πόσες γυναίκες επιτρέπονταν τα νάζια της Καρέζη στο "Τζένη Τζένη"; Το τσαγανό της Κοντού; Σε έναν πατριαρχικό κόσμο, όπου η προίκα και η παρθενία φάνταζαν ακλόνητοι θεσμοί, πόσες παντρεύονταν από έρωτα; Ή δέχονταν να "σπιτωθούν" από κάποιον κύριο Κοκοβίκο;
Σαν αναμνήσεις από το μέλλον έμοιαζαν οι ταινίες εκείνες όταν πρωτοπροβάλλονταν.
Αυτό ακριβώς ήταν το μυστικό της τεράστιας επιτυχίας τους. Οι Έλληνες τότε πίστευαν στο μέλλον. Το προετοίμαζαν με αδιανόητο μόχθο, το περίμεναν σαν μια λαμπρή υπόσχεση που δεν ανακαλείται. Τα οικονομικά και όλα τα συμπαραμαρτούντα βάσανά τους φάνταζαν περαστικά. Στον στίχο "εμείς θα ζήσουμε κι ας είμαστε φτωχοί", η έμφαση δίνεται στο "θα ζήσουμε". Κάποιος είχε αποκαλέσει την Αλίκη Βουγιουκλάκη "δεσποινίς αισιοδοξία". Δεν υπάρχει ευτυχέστερος χαρακτηρισμός.
Σε μια κοινωνία που ομνύει στο αύριο, δύσκολα φύεται η μισαλλοδοξία, ο φθόνος, η καθήλωση σε παλιές αμαρτίες. "Τι έκανες στο κίνημα;" - έτσι αποκαλούσαν τα Δεκεμβριανά του 1944. "Πού να θυμάμαι, καημένε; Περασμένα-ξεχασμένα…" απαντούσαν και όσοι ηθοποιοί είχαν στρατευτεί στο ΕΑΜ και όσοι είχαν καταφύγει άρον-άρον στην περιβόητη "Σκομπία", στο αγγλοκρατούμενο Κολωνάκι. Κι έδιναν, άρρητα άφεση αμαρτιών, ο ένας στον άλλον. Και ενέτασσαν στον θίασο όποιον επέστρεφε από την εξορία.
Εκεί έγκειται η κρίσιμη διαφορά με το σήμερα. Το 2026, λίγοι πιά επενδύουν ψυχικά στο αύριο. Λίγοι πιστεύουν ότι ο χρόνος θα τους φέρει δώρα. Βουλιάζουν σε ένα μουντό παρόν, μεροδούλι-μεροφάι. Εκτονώνονται καταγγέλλοντας, ακυρώνοντας, κατασπαράζοντας ο ένας τον άλλον. Για αυτό τους πιάνει τέτοια νοσταλγία, όταν βλέπουν και ξαναβλέπουν τις παλιές ταινίες. Για αυτό πένθησαν τη Μάρω Κοντού σαν εθνική σχεδόν γιαγιά.
Έχουμε επείγουσα ανάγκη από μια "δεσποινίδα Αισιοδοξία". Γεννημένη τον εικοστό πρώτο αιώνα.
Πηγή: capital.gr