"Δεν θα ξεχάσω ποτέ εκείνο το πρώτο χειροκρότημα". Ήταν ακόμη μαθητής του δημοτικού όταν, στην αυλή του σπιτιού του στη Φλώρινα, έστηνε τις πρώτες του παραστάσεις. Σκηνοθέτρια ήταν η ξαδέρφη του, πρωταγωνίστρια η αδελφή του, οι γείτονες κάθονταν στις καρέκλες και υπήρχε ακόμη και εισιτήριο. "Ήταν η πρώτη φορά που ένιωσα τόσο ζωντανός, τόσο ευτυχισμένος, τόσο δημιουργικός", θυμάται σήμερα. Χρόνια αργότερα, ένα ελαφρώς βροχερό απόγευμα, συναντήσαμε τον Νίκο Πολοζιάνη σε ένα στάδιο στην Αθήνα.
Στα 38 του χρόνια, ο ηθοποιός Νίκος Πολοζιάνης έχει ήδη διαγράψει μια μακρά πορεία στο θέατρο, τον χώρο που ο ίδιος αποκαλεί "σπίτι" του, ενώ τα τελευταία χρόνια χτίζει παράλληλα τη διαδρομή του στην τηλεόραση.
Αυτή την περίοδο τον βλέπουμε στη νέα σειρά του MEGA "Δυο Μαύρα Πουκάμισα", σε σκηνοθεσία Κώστα Κιμούλη και Μάριου Καραμάνη, βασισμένη στο ομότιτλο βιβλίο του Μένιου Σακελλαρόπουλου, υπό την αριστοτεχνική πέννα της Εμμανουέλας Αλεξίου, όπου υποδύεται τον Κλεφτάκη, το δεξί χέρι του διοικητή της Αστυνομίας Χανίων, Μάνθου Χαλκιαδάκη, τον οποίο ενσαρκώνει ο Μιχάλης Μητρούσης. Πρόκειται για έναν χαρακτήρα διαφορετικό από εκείνους που είχε συνηθίσει μέχρι σήμερα και ο οποίος, όπως λέει, του επιτρέπει να ανακαλύψει νέες πλευρές του εαυτού του ως ηθοποιού. "Είμαι περήφανος και χαρούμενος που βρίσκομαι σε αυτό το σίριαλ, με αυτούς τους εξαιρετικούς συνεργάτες και με τόσο καλούς σκηνοθέτες", λέει στο TheTOC.
Νίκος Πολοζιάνης: Ο ρόλος του στα "Δυο Μαύρα Πουκάμισα"
Ο Νίκος Πολοζιάνης μιλά στο TheTOC με ενθουσιασμό για τον Κλεφτάκη και κυρίως για τις αντιφάσεις που ανακαλύπτει στον χαρακτήρα του. "Υποδύομαι τον Κλεφτάκη. Είναι το δεξί χέρι του διοικητή, του κ. Μιχάλη Μητρούση, και αποτελεί μια κωμική αισάνς, ένα κωμικό άρωμα μέσα στο σίριαλ. Είναι δύσκολος ρόλος γιατί είναι πολυσύνθετος. Είναι φιλότιμος, ευχάριστος, λεβέντης, λίγο τεμπελάκος και μαλαγάνας. Κάποιες φορές δεν του κόβει και πάρα πολύ, όμως πιστεύει ότι είναι πανέξυπνος. Αγαπάει τη δουλειά του και ταυτόχρονα προσπαθεί να μην τον "μαλώσει" ο διοικητής".Έχουν μία πολυ ιδιαίτερη και ενδιαφέρουσα σχέση μεταξύ τους".
Ο χαρακτήρας του δεν αποκαλύπτεται αμέσως στον θεατή. Στην αρχή βρίσκεται περισσότερο στο φόντο της ιστορίας και σταδιακά αρχίζει να αποκτά τη δική του υπόσταση. "Ο ρόλος εμφανίζεται σιγά σιγά. Στα πρώτα επεισόδια συστήνεται περισσότερο ως παρουσία, αργότερα βλέπουμε το ύφος του και την ενέργεια του".
Νίκος Πολοζιάνης: Η συνεργασία του με τον Μιχάλη Μητρούση
Κομβική θέση στην ιστορία του Κλεφτάκη έχει η σχέση του με τον διοικητή του. Και για τον ίδιο τον Νίκο Πολοζιάνη, η συνεργασία με τον Μιχάλη Μητρούση έχει μια ξεχωριστή σημασία. "Με τον κ. Μητρούση είμαστε ένα πολύ ωραίο δίδυμο και πιστεύω ότι αυτό θα το δει και ο κόσμος. Για μένα είναι ευλογία και τύχη να έχω δίπλα μου έναν τόσο δυνατό, ταλαντούχο και έμπειρο ηθοποιό". Η τηλεοπτική τους συνάντηση δεν είναι η πρώτη. Οι δυο τους είχαν συνεργαστεί ξανά πριν από αρκετά χρόνια σε μια παράσταση για τη ζωή του Καζαντζίδη στο Ίδρυμα Μείζονος Ελληνισμού".
Γι' αυτό και η είδηση ότι θα συναντιούνταν ξανά, αυτή τη φορά μπροστά στην κάμερα, έκρυβε για εκείνον μια ευχάριστη έκπληξη. "Ήταν τεράστια έκπληξη όταν έμαθα ποιος θα είναι ο παρτενέρ μου στη σειρά. Ο κ. Μητρούσης αποτελεί για μένα έμπνευση και μεγάλη χαρά. Απολαμβάνω πραγματικά τα γυρίσματα μαζι του"
Το ίδιο θετικά περιγράφει και το κλίμα που έχει δημιουργηθεί συνολικά ανάμεσα στους συντελεστές. "Υπάρχει πολύ ωραίο κλίμα και το εννοώ, δεν το λέω απλώς για να ακουστεί ευγενικά. Υπάρχουν καταξιωμένοι ηθοποιοί και συνολικά έχει δημιουργηθεί μια πολύ δυνατή ομάδα μπροστά και πίσω από τις κάμερες ".
"Με τον Κλεφτάκη ανακάλυψα κάτι καινούριο"
Ο Κλεφτάκης έχει ακόμη μία ιδιαιτερότητα για τον Νίκο Πολοζιάνη: απέχει αρκετά από τους χαρακτήρες που είχε κληθεί να ερμηνεύσει μέχρι σήμερα. "Στην προηγούμενη πορεία μου στην τηλεόραση έπαιζα συνήθως πιο σκοτεινούς χαρακτήρες, κυρίως κακούς -όπως ο Ταλιούρης στο Πόρτο Λεόνε ή ο Λεωνίδας στην γη της ελιάς", αναφέρει στο TheTOC.
Ο νέος του ρόλος τού δίνει τη δυνατότητα να δοκιμάσει διαφορετικές περιοχές της ερμηνείας του. "Δεν έχω ξανακάνει τέτοιο ρόλο. Είναι ένας πολύπλοκος χαρακτήρας, παρόλο που ο ρόλος δεν είναι μεγάλος".
Το μέγεθος ενός ρόλου, άλλωστε, δεν είναι για εκείνον αυτό που καθορίζει τη σημασία ή τη δυσκολία του. "Υπάρχει η φράση ότι δεν υπάρχουν μικροί ρόλοι, υπάρχουν μικροί ηθοποιοί. Από την άλλη, όταν έχεις έναν μικρό ρόλο, ποτέ δεν είναι πραγματικά μικρός. Μπορεί να έχει λίγα δευτερόλεπτα, μικρότερη έκταση ή βαρύτητα, αλλά ποτέ δεν είναι μικρές οι σκέψεις ενός ρόλου".
Το στοίχημα, όπως το περιγράφει, παραμένει το ίδιο ανεξάρτητα από τον χρόνο που έχει ένας ηθοποιός στην οθόνη. "Είτε έχει μεγάλο ρόλο είτε μικρό, πρέπει να δώσει το αλατοπίπερο, το πίσω από τα λόγια, την ουσία και τον πυρήνα του ανθρώπου που υποδύεται. Μπορεί μια μικρή σκηνή να αποτελέσει έναν πολύ σημαντικό κρίκο. Αν ένας ρόλος έχει λίγους κρίκους, είναι ίσως ακόμη πιο δύσκολο να δείξεις μέσα από αυτούς έναν ολοκληρωμένο άνθρωπο".
Και κάπως έτσι, ένας μικρότερος σε έκταση χαρακτήρας κατάφερε να του ανοίξει έναν καινούριο ερμηνευτικό δρόμο. "Ανακάλυψα κάτι καινούριο μέσα από αυτόν τον ρόλο και συνεχίζω να ανακαλύπτω πράγματα, αφού τα γυρίσματα δεν έχουν ολοκληρωθεί. Είναι κάτι που θέλω να κρατήσω ως εργαλείο, ως εμπειρία και ως ευχαρίστηση που θα μου χρειαστεί και στο μέλλον".
Από τις παραστάσεις στην αυλή του σπιτιού του ως την Καλών Τεχνών και τη μετακόμιση στην Αθήνα
Για να φτάσει, όμως, μέχρι τον Κλεφτάκη και τα τηλεοπτικά γυρίσματα, η διαδρομή είχε ξεκινήσει πολλά χρόνια νωρίτερα και αρκετά χιλιόμετρα μακριά από την Αθήνα. Μεγαλώνοντας στη Φλώρινα, θυμάται ότι από μικρός αισθανόταν πως υπήρχε κάτι μέσα του που αναζητούσε τρόπο να εκφραστεί.
Δεν θυμάται κάποια συγκεκριμένη στιγμή κατά την οποία αποφάσισε ότι θα γίνει ηθοποιός. Περισσότερο μοιάζει να ήταν μια διαδρομή που είχε ήδη ξεκινήσει μέσα το καθώς όπως λέει στο TheTOC: "Δεν το αποφάσισα εγκεφαλικά. Είχε συμβεί έτσι κι αλλιώς μέσα μου. Απλώς μετά, βήμα βήμα, κατάλαβα το γιατί πήγα εκεί".
Η διαδρομή αυτή τον οδήγησε αρχικά στη θεατρική σκηνή, όπου απέκτησε σημαντικές εμπειρίες, προτού κάνει το επόμενο βήμα στην τηλεόραση. "Μέχρι να έρθω στην Αθήνα είχα την αξίωση να παίξω στο ΚΘΒΕ και σε άλλες πολλές παραστάσεις εμπορικές και ποιοτικές σε ΔΗΠΕΘΕ και σε ιδιωτικά θέατρα. Υπήρχαν αρκετά καλλιτεχνικά χιλιόμετρα πριν βρεθώ μπροστά στην κάμερα για πρώτη φορά το 2022, όπου ήρθα και μόνιμα στην πρωτεύουσα".
"Το θέατρο είναι το σπίτι μου"
Από εκείνη την αυλή μέχρι την επαγγελματική σκηνή μεσολάβησαν χρόνια δουλειάς και επιλογών. Ο ίδιος θεωρεί καθοριστικό το γεγονός ότι η πρώτη περίοδος της πορείας του χτίστηκε κυρίως μέσα στο θέατρο.
"Στο θέατρο θεωρώ ότι έκανα τις σωστές επιλογές, με τα πολλά "όχι” που έχω πει και με τα λίγα "ναι”, ώστε να έχω στο βιογραφικό μου πολύ ποιοτικές παραστάσεις. Η αφετηρία μου ήταν πολύ προστατευμένη και με ποιοτικές επιλογές. Ανδρώθηκα στο θέατρο. Εκεί έμαθα να είμαι ηθοποιός, το θέατρο είναι το σπίτι μου". Η τηλεόραση, ωστόσο, άνοιξε μπροστά του έναν διαφορετικό δρόμο, τον οποίο δεν αντιμετωπίζει ως λιγότερο σημαντικό. "Η τηλεόραση είναι και αυτή ένα τεράστιο ταξίδι. Είναι τελείως διαφορετική σε πολλά πράγματα, αλλά είναι ένα ταξίδι που με ενθουσιάζει και φυσικά έχω μεγάλα όνειρα για τη συνέχεια".
Ο Μανούσος Μανουσάκης και το πρώτο βήμα στην τηλεόραση
Στην τηλεοπτική του διαδρομή υπάρχει ένα όνομα που ξεχωρίζει. Είναι εκείνο του Μανούσου Μανουσάκη, του ανθρώπου που, όπως λέει, του έδωσε την πρώτη μεγάλη ευκαιρία. "Δεν θα ξεχάσω ποτέ ότι είναι αυτός που μου έδωσε το πρώτο βήμα, και μάλιστα σε έναν καλό ρόλο στην ελληνική τηλεόραση, με το "Κόκκινο Ποτάμι” στον ρόλο του Κοσμά. Θα τον θυμάμαι πάντα με αγάπη, γιατί ήταν ο πρώτος που μου έδειξε εμπιστοσύνη".
Από εκείνη τη συνεργασία κρατά και ένα μάθημα που αποδείχθηκε καθοριστικό για τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζει την κάμερα. "Ήταν ο πρώτος μεγάλος δάσκαλος τηλεοπτικά που μου έμαθε πού είμαι εγώ, πού είναι η κάμερα και πού είναι ο ρόλος. Τα ξεχώρισα αυτά τα τρία".
"Θέλω επίσης να ευχαριστήσω τον κ. Κιμούλη και τον κ. Καραμάνη, τους δύο σκηνοθέτες της σειράς, που με εμπιστεύτηκαν για τον ρόλο του Κλεφτάκη, η καλλιτεχνική πορεία ενός ηθοποιού διαγράφεται από ανθρώπους που εκτιμούν το υλικό του και επενδύουν σε αυτό ".
"Θα έλεγα ψέματα αν έλεγα ότι δεν με απασχολεί η αναγνωρισιμότητα"
Μαζί με την τηλεόραση έρχεται αναπόφευκτα και η συζήτηση για την αναγνωρισιμότητα. Ο ίδιος δεν επιχειρεί να την παρουσιάσει ως κάτι που δεν τον αφορά. "Θα έλεγα ψέματα αν έλεγα ότι δεν με απασχολεί. Με απασχολεί, γιατί όταν είσαι καλλιτέχνης μπορεί να υπάρχει το ιδεαλιστικό, το ονειρικό και το ουσιαστικό κομμάτι μέσα σου, υπάρχει, όμως, και η πρακτική πλευρά ενός επαγγέλματος από το οποίο πρέπει να μπορεί κανείς να ζήσει. Βιοπορίζομαι από αυτό που αγαπάω και, μιλώντας για την Ελλάδα, γιατί εδώ ζούμε, η αναγνωρισιμότητα είναι το κλειδί που θα σου φέρει τις επόμενες δουλειές".
Αυτό δεν σημαίνει ότι είναι και το μοναδικό κριτήριο με το οποίο επιλέγει τα επόμενα βήματά του. Όταν καλείται να αποφασίσει για έναν ρόλο, τρία πράγματα έχουν ιδιαίτερη σημασία. "Πρώτον, με ποιους θα συνεργαστώ. Είναι πολύ βασικό. Όπως στα "Δυο Μαύρα Πουκάμισα”, ενθουσιάστηκα με τους ανθρώπους με τους οποίους θα συνεργαζόμουν. Το δεύτερο είναι αν μου ανοίγει έναν καινούριο δρόμο. Και το τρίτο, φυσικά, αν καλλιτεχνικά αποτελεί ένα στοίχημα για να ανέβω επίπεδο, να με πάει ένα βήμα μπροστά". Έχει, μάλιστα, και το δικό του μότο: "Αν δεν μπορείς να πας μπροστά, ποτέ μην πας πίσω".
"Το θέατρο είναι βασιλιάς των τεχνών"
Η υποκριτική δεν είναι η μοναδική καλλιτεχνική του διέξοδος. Παίζει κιθάρα, τραγουδά και έχει αξιοποιήσει και τα δύο πάνω στη σκηνή. "Παίζω κιθάρα, τραγουδάω. Σε κάποια έργα έχει χρειαστεί, γιατί έχω παίξει και μιούζικαλ, όπου χρειαζόταν αρκετά το τραγούδι. Η μουσική είναι ένα κομμάτι που αγαπάω πάρα πολύ".
Όλα, όμως, για εκείνον καταλήγουν ξανά στο θέατρο. "Το θέατρο όμως περιέχει όλες τις τέχνες σε μία και γι' αυτό είναι ο βασιλιάς των τεχνών".
Μέσα σε αυτή τη σχέση με την τέχνη υπάρχει και ένας ιδιαίτερος δεσμός με την ελληνική πολιτιστική παράδοση. "Αγαπάω περισσότερο οτιδήποτε είναι ελληνικό, γιατί νομίζω ότι παραμιμηθήκαμε τα ξένα πρότυπα. Η Ελλάδα έχει τέτοιο πολιτιστικό πλούτο, που έχουμε πολλά να ανακαλύψουμε πριν πάμε να ανακαλύψουμε τα άλλα είδη". Διευκρινίζει, ωστόσο, ότι δεν το αντιμετωπίζει ως μια πατριωτική τοποθέτηση. "Το λέω καθαρά σαν ένας καλλιτέχνης που ζει, μεγάλωσε και πραγματοποιεί τα όνειρά του σε αυτή τη χώρα. Νομίζω ότι έχουμε ανάγκη να αγκαλιάσουμε τον πολιτισμό της Ελλάδας. Είναι ένα κλειδί για να ξαναβρούμε την ταυτότητά μας και την αγάπη μεταξύ μας.
"Παράλληλα, αξίζει να αναφέρω και μία ακόμη συνεργασία μου για τη φετινή χρονιά, καθώς συμμετέχω στα γυρίσματα της ταινίας "Το Στοιχειό του Βάλτου", ενσαρκώνοντας τον πρωταγωνιστικό ρόλο του καπετάν Γκόνου Γιώτα. Πρόκειται για μια ιστορική ταινία που διαδραματίζεται στην Ελλάδα την περίοδο του Μακεδονικού Αγώνα, σε σκηνοθεσία Βασίλη Τσικάρα, με τη συνεργασία του Μανώλη Σαββίδη".
"Κανείς δεν έγινε ηθοποιός με βασικό στόχο να γίνει πλούσιος"
Πίσω από το χειροκρότημα, τις κάμερες και τα φώτα υπάρχει, βέβαια, μια πραγματικότητα πολύ λιγότερο λαμπερή: η ανασφάλεια ενός επαγγέλματος που ο ίδιος περιγράφει ως τρόπο ζωής. "Η ηθοποιία είναι πάρα πολύ δύσκολη. Ζούμε σε μια χώρα που έτσι κι αλλιώς είναι δύσκολη για όλα τα επαγγέλματα, με πολύ στρες και πολύ άγχος. Και αυτή η δουλειά από μόνη της έχει ακόμη περισσότερο στρες και άγχος. Κι όμως, επιλέγεις να ζεις την περιπέτεια".
Για τον ίδιο, η επιλογή αυτή ξεπερνά τα όρια ενός απλού επαγγέλματος. "Γι' αυτό λεγόμαστε και εργάτες της τέχνης. Νομίζω ότι όσοι αγαπούν πραγματικά αυτή τη δουλειά, όπως εγώ, δεν μπορούν να κάνουν χωρίς αυτήν. Ζούμε υπαρξιακά και συναισθηματικά από αυτό που αγαπάμε. Κανείς δεν έγινε ηθοποιός για να γίνει πλούσιος, να βρει σταθερή δουλειά ή να νιώσει οικονομική ασφάλεια. Ζει για το όνειρο. Είναι ένας τρόπος ζωής λίγο σαν των μοναχών. Χρειάζεται να είσαι ταγμένος".
"Χωρίς την τέχνη δεν μπορώ να ζήσω"
Τι του έχει μάθει, λοιπόν, τόσα χρόνια η υποκριτική για τον ίδιο; "Μου μαθαίνει πολλά πράγματα. Όλοι οι άνθρωποι στην πραγματικότητα είμαστε εν δυνάμει τα πάντα και μπορούμε να γίνουμε πολλά, ανάλογα με το ποιον λύκο ταΐζουμε μέσα μας".
Για εκείνον υπάρχει μια ευθεία σύνδεση ανάμεσα στη δημιουργία ενός χαρακτήρα και στον τρόπο με τον οποίο ο καθένας δημιουργεί τελικά τον ίδιο του τον εαυτό. "Όπως δημιουργείς έναν ρόλο, έτσι δημιουργείς και τον εαυτό σου, ανάλογα με το πού επενδύεις μέσα σου. Όλοι έχουμε το καλό και το κακό, τον δειλό και τον θαρραλέο, τον τεμπέλη και τον εργάτη, τον καλλιτέχνη και τον ρεαλιστή, τον ιδεαλιστή και τον πραγματιστή. Το θέμα είναι πού επενδύουμε και γιατί, στα μεγάλα ζητήματα και στα μεγάλα σταυροδρόμια της ζωής μας".
Κάπου εκεί η συζήτηση επιστρέφει στην ίδια την ανάγκη για δημιουργία. "Εγώ χωρίς την τέχνη δεν μπορώ να ζήσω. Είναι ανάγκη, δεν είναι επιθυμία, γιατί μέσα από αυτήν αντιλαμβάνομαι καλύτερα το νόημα της ζωής -κι ας ακούγεται λίγο μεγάλο- και το νόημα της ύπαρξης. Είναι στην ουσία ένα φιλοσοφικό ταξίδι που δημιουργεί περισσότερα ερωτήματα από απαντήσεις".
"Όταν παίζω νιώθω ότι είμαι στον φυσικό μου χώρο"
Και όταν όλα αυτά παύουν να είναι λόγια και έρχεται η στιγμή να σταθεί μπροστά στην κάμερα ή πάνω στη σκηνή; Εκεί, λέει, το άγχος αποκτά μια εντελώς διαφορετική μορφή. "Όταν παίζω νιώθω το άγχος της δημιουργίας. Νιώθω ότι είμαι στον φυσικό μου χώρο. Όταν είμαι μπροστά στην κάμερα ή έχω θεατές απέναντί μου, είτε στο θέατρο είτε στην τηλεόραση, ζω τη φυσιολογία μου. Νιώθω απόλυτα φυσιολογικός".
Το παράδοξο είναι ότι για εκείνον το πραγματικό άγχος βρίσκεται έξω από αυτόν τον κόσμο. "Το πραγματικό στρες και η αγωνία μου είναι στην πραγματική ζωή, όπου νιώθω έξω από τα νερά μου. Τουλάχιστον όταν παίζω έναν ρόλο, νιώθω ασφαλής. Απόλυτα ασφαλής".
Ούτε το βλέμμα του κοινού τον τρόμαξε ποτέ. Αντίθετα, η έκθεση μπροστά στους άλλους μοιάζει να είναι ακριβώς το μέρος όπου αισθάνεται περισσότερο ο εαυτός του. "Η δημόσια εικόνα κάνοντας τέχνη για μένα είναι κάτι σαν να αναπνέω. Φυσικά υπάρχει το στρες για να είσαι συγκεντρωμένος, να βγάλεις αυτό που πρέπει να βγάλεις και το κάτι παραπάνω, γιατί εκεί είναι πάντα το στοίχημα".
Και όταν τον ρωτάμε αν τον αγχώνει το γεγονός ότι τόσα μάτια είναι στραμμένα πάνω του, η απάντηση έρχεται σχεδόν αβίαστα. "Ίσα ίσα, αποτελεί για μένα μεγάλη ευχαρίστηση. Είναι η ευτυχία. Αν με ρωτήσεις τι είναι ευτυχία, είναι ο τρόπος που αισθάνομαι όταν παίζω έναν ρόλο μπροστά σε πάρα πολλά μάτια με σημείο συνάντησης την συν - κίνηση".
Οι πιο πρόσφατες Ειδήσεις
Διαβάστε πρώτοι τις Ειδήσεις για ό,τι συμβαίνει τώρα στην Ελλάδα και τον Κόσμο στο thetoc.gr


