Η Ουάσιγκτον αυξάνει διαρκώς την οικονομική πίεση προς την Τεχεράνη, με την κυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ να επιδιώκει να περιορίσει όσο γίνεται περισσότερο τα έσοδα του Ιράν και να εντείνει την οικονομική ασφυξία της χώρας.
Σύμφωνα με το Axios, ο πόλεμος, ο αμερικανικός αποκλεισμός και η διεύρυνση των κυρώσεων έχουν προκαλέσει σοβαρές αναταράξεις στην ιρανική οικονομία, με τις επιπτώσεις να γίνονται πλέον εμφανείς τόσο στους βασικούς οικονομικούς δείκτες όσο και στην καθημερινότητα των πολιτών.
Στο επίκεντρο βρίσκονται η κατακόρυφη πτώση του ριάλ, η εκτόξευση του πληθωρισμού, η συρρίκνωση της αγοραστικής δύναμης των πολιτών, η δραματική μείωση των πετρελαϊκών εξαγωγών και η απώλεια θέσεων εργασίας, την ώρα που ενισχύεται ο κίνδυνος βαθιάς ύφεσης.
Η νέα αυτή πραγματικότητα διαμορφώνεται ενώ η Ουάσιγκτον προετοιμάζει έναν ακόμη γύρο "δευτερογενών" κυρώσεων. Ο υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ, Σκοτ Μπέσεντ, προανήγγειλε την επέκτασή τους, χωρίς όμως να αποκαλύψει ούτε το ακριβές χρονοδιάγραμμα εφαρμογής ούτε ποιες χώρες θα μπορούσαν να βρεθούν στο στόχαστρο.
Τα πέντε πλήγματα στην ιρανική οικονομία
1. Το ριάλ καταρρέει και το δολάριο γίνεται απρόσιτο
Η πρώτη και πλέον χαρακτηριστική ένδειξη της οικονομικής πίεσης είναι η συνεχιζόμενη υποτίμηση του ιρανικού νομίσματος.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που επικαλείται το Axios, το ριάλ υποχώρησε τη Δευτέρα περίπου στα 2,02 εκατομμύρια ανά δολάριο, καταγράφοντας νέο ιστορικό χαμηλό.
Πριν ξεσπάσει ο πόλεμος, ένα δολάριο αντιστοιχούσε περίπου σε 1,65 εκατομμύρια ριάλ. Η διαφορά σημαίνει ότι σήμερα απαιτούνται περίπου 22% περισσότερα ριάλ για την αγορά του αμερικανικού νομίσματος.
Η εξέλιξη αυτή μεταφράζεται άμεσα σε ακριβότερες εισαγωγές και προσθέτει ακόμη ένα βάρος σε μια οικονομία που εδώ και χρόνια βρίσκεται αντιμέτωπη με τις επιπτώσεις των διεθνών κυρώσεων.

2. Ο πληθωρισμός διαβρώνει τα εισοδήματα
Εξίσου σοβαρό είναι το δεύτερο πλήγμα, που αφορά τον πληθωρισμό.
Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο προβλέπει ότι ο πληθωρισμός στο Ιράν θα ανέλθει στο 68,9% το 2026, ποσοστό που θα αποτελούσε το υψηλότερο επίπεδο από το 1979.
Οι εγχώριοι δείκτες, ωστόσο, εμφανίζονται ακόμη πιο δραματικοί. Τον Ιούλιο, οι τιμές καταναλωτή αυξήθηκαν κατά 87,9% σε σχέση με έναν χρόνο νωρίτερα, ενώ στα τρόφιμα και τα ποτά η άνοδος ξεπέρασε το 128%.
Η συνδυασμένη επίδραση της ακρίβειας και της διολίσθησης του νομίσματος έχει καταστήσει την καθημερινή ζωή εξαιρετικά δύσκολη για εκατομμύρια Ιρανούς.
3. Η κάλυψη βασικών αναγκών γίνεται ολοένα δυσκολότερη
Το τρίτο πλήγμα αφορά άμεσα τα νοικοκυριά, καθώς η οικονομική κρίση έχει πλέον περάσει από τους μακροοικονομικούς δείκτες στην καθημερινότητα των πολιτών.
Η πτώση της αξίας του ριάλ και οι συνεχείς ανατιμήσεις των βασικών προϊόντων περιορίζουν σημαντικά την αγοραστική δύναμη των οικογενειών.
Το Axios επικαλείται την περίπτωση Ιρανού οδηγού ταξί, ο οποίος περιγράφει μια πραγματικότητα όπου οι οικογένειες περιορίζουν την κατανάλωση φρούτων και πρωτεϊνών, ενώ εγκαταλείπουν ακόμη και δραστηριότητες αναψυχής. Παράλληλα, αρκετοί εργαζόμενοι αναγκάζονται να δουλεύουν και τα Σαββατοκύριακα προκειμένου να ανταποκριθούν στις αυξημένες ανάγκες.
Έτσι, η κρίση δεν αποτυπώνεται πλέον μόνο στους οικονομικούς δείκτες. Επηρεάζει άμεσα το οικογενειακό τραπέζι, το εισόδημα και το επίπεδο διαβίωσης.

4. Οι πετρελαϊκές εξαγωγές βρίσκονται σε ελεύθερη πτώση
Ιδιαίτερα κρίσιμο είναι το τέταρτο πλήγμα, καθώς αφορά την κυριότερη πηγή εσόδων της ιρανικής οικονομίας: τις εξαγωγές πετρελαίου.
Πριν από τον πόλεμο, το Ιράν έστελνε στις διεθνείς αγορές περίπου 2 εκατομμύρια βαρέλια αργού ημερησίως. Ωστόσο, σύμφωνα με στοιχεία της Kpler που επικαλείται το Axios, στα μέσα Αυγούστου οι εξαγωγές είχαν περιοριστεί περίπου στις 400.000 βαρέλια την ημέρα.
Η αμερικανική πολιτική αποκλεισμού έχει ήδη στερήσει από την Τεχεράνη έσοδα δισεκατομμυρίων. Τον Μάιο, το Axios υπολόγιζε ότι οι απώλειες είχαν φτάσει τουλάχιστον τα 4,8 δισ. δολάρια.
Το πλήγμα αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία, δεδομένου ότι τα πετρελαϊκά έσοδα αποτελούσαν για την Τεχεράνη ένα από τα σημαντικότερα οικονομικά στηρίγματα.
Κομβικό ρόλο σε αυτή την εξίσωση έχει η Κίνα, η οποία αποτελεί έναν από τους βασικούς αγοραστές ιρανικού πετρελαίου. Η Ουάσιγκτον έχει αφήσει ανοιχτό το ενδεχόμενο να επεκτείνει τις κυρώσεις και σε τρίτες χώρες ή εταιρείες που εξακολουθούν να διατηρούν εμπορικές σχέσεις με το Ιράν.
5. Η απασχόληση υποχωρεί και ο κίνδυνος ύφεσης μεγαλώνει
Το τελευταίο από τα πέντε πλήγματα αφορά την ίδια την πραγματική οικονομία, καθώς η επιχειρηματική δραστηριότητα περιορίζεται, οι θέσεις εργασίας μειώνονται και οι προβλέψεις για την ανάπτυξη επιδεινώνονται.
Πριν από την έναρξη του πολέμου, το ΔΝΤ εκτιμούσε ότι το ιρανικό ΑΕΠ θα αυξανόταν κατά 1,1% το 2026.
Μέσα σε λίγους μήνες, όμως, η πρόβλεψη άλλαξε ριζικά. Η εκτίμηση του Ιουλίου προβλέπει πλέον συρρίκνωση της οικονομίας κατά 5,4%.
Η αύξηση της ανεργίας, οι απώλειες θέσεων εργασίας και η κάμψη της οικονομικής δραστηριότητας δημιουργούν τις προϋποθέσεις για μια βαθύτερη και ενδεχομένως παρατεταμένη ύφεση.

Η "οικονομική ασφυξία" που επιχειρεί να επιβάλει ο Τραμπ
Η επιδείνωση των οικονομικών μεγεθών συμπίπτει με την προσπάθεια της Ουάσιγκτον να ενισχύσει περαιτέρω την πίεση προς την Τεχεράνη.
Ο Σκοτ Μπέσεντ ανακοίνωσε τη νέα εκστρατεία "Επιχείρηση Οικονομικός Παρίας" (Operation Economic Outcast), η οποία προβλέπει διεύρυνση των δευτερογενών κυρώσεων σε μια σειρά από τομείς, μεταξύ των οποίων τα ψηφιακά περιουσιακά στοιχεία, η τεχνολογία, ο χρυσός, η αεροπορία και η ναυτιλία.
Η στρατηγική της αμερικανικής κυβέρνησης δεν περιορίζεται πλέον στην απευθείας στόχευση ιρανικών επιχειρήσεων. Επιδιώκει παράλληλα να αυξήσει το κόστος για τρίτες χώρες και εταιρείες που εξακολουθούν να συναλλάσσονται με την Τεχεράνη.
Με αυτόν τον τρόπο, η Ουάσιγκτον επιχειρεί να περιορίσει ακόμη περισσότερο τις εναλλακτικές οικονομικές διεξόδους του Ιράν και να εξουδετερώσει τα τελευταία οικονομικά του "σωσίβια".
Θα λυγίσει τελικά η Τεχεράνη;
Παρά την πρωτοφανή οικονομική πίεση, δεν υπάρχουν μέχρι στιγμής ξεκάθαρες ενδείξεις ότι η ιρανική ηγεσία είναι έτοιμη να συνθηκολογήσει.
Ο πρόεδρος Μασούντ Πεζεσκιάν έχει παραδεχθεί το μέγεθος των οικονομικών προβλημάτων και έχει αφήσει ανοιχτό το ενδεχόμενο τερματισμού του πολέμου. Παρ' όλα αυτά, η ηγεσία της χώρας συνεχίζει να διαμηνύει ότι δεν προτίθεται να υποκύψει στις αμερικανικές απαιτήσεις.
Εδώ βρίσκεται και το βασικό ερώτημα για τη στρατηγική του Τραμπ: θα καταφέρει η οικονομική πίεση να οδηγήσει την Τεχεράνη σε έναν συμβιβασμό ή θα προκαλέσει το αντίθετο αποτέλεσμα, ενισχύοντας τη στρατιωτική και γεωπολιτική αντιπαράθεση;
Το Ιράν έχει αποδείξει διαχρονικά ότι μπορεί να αντέχει σημαντικές οικονομικές πιέσεις. Η σημερινή κατάσταση, ωστόσο, παρουσιάζει μια διαφορετική ένταση, καθώς πολλά μέτωπα επιδεινώνονται ταυτόχρονα.
Το ριάλ καταγράφει ιστορικά χαμηλά, ο πληθωρισμός έχει εκτοξευθεί, η αγορά βασικών αγαθών γίνεται ολοένα δυσκολότερη για τους πολίτες, οι πετρελαϊκές εξαγωγές έχουν συρρικνωθεί δραματικά και οι προοπτικές της οικονομίας έχουν μετατραπεί από ανάπτυξη σε βαθιά συρρίκνωση.
Αυτά είναι, σύμφωνα με το Axios, τα πέντε βασικά μέτωπα στα οποία δοκιμάζεται πλέον η οικονομική αντοχή της Ισλαμικής Δημοκρατίας, καθώς η κυβέρνηση Τραμπ επιχειρεί να μετατρέψει την οικονομική πίεση σε μοχλό αλλαγής της στάσης της Τεχεράνης.
Οι πιο πρόσφατες Ειδήσεις
Διαβάστε πρώτοι τις Ειδήσεις για ό,τι συμβαίνει τώρα στην Ελλάδα και τον Κόσμο στο thetoc.gr


