Σε μια φωτογραφία της Κατερίνας Ζωιτοπούλου – Μαυροκεφαλίδου, βλέπουμε τα Χαυτεία του 1966. Με μια πρώτη ματιά, η Αθήνα εκείνης της εποχής φαντάζει φτωχότερη: παλιά αυτοκίνητα, κίνηση των τραμ με καλώδια που διασταυρώνονται πάνω από το οδόστρωμα, παλιά καταστήματα και άνθρωποι με παλιά ρούχα. Και όμως, πίσω από αυτή την εικόνα μιας φτωχότερης Αθήνας, διακρίνεται μια πόλη που έμοιαζε περισσότερο ζωντανή και ανθρώπινη από τη σημερινή τεχνολογικά προηγμένη μητρόπολη.
Τα Χαυτεία ήταν τότε ένας ζωντανός πυρήνας, ένα σταυροδρόμι κοινωνικότητας που σήμερα υποβαθμίζεται από την παραβατικότητα της Ομόνοιας.
Μια ανάλογη αίσθηση έχουμε αν διευρύνουμε τη σκέψη : Σήμερα βρισκόμαστε σε μια κοινωνία πολύ περισσότερο τεχνολογικά προηγμένη. Το ίντερνετ είναι μια σπουδαία κατάκτηση, όμως, το 1966, είχαμε χωρίς ίντερνετ μια πολιτιστική άνθιση που σήμερα με νοσταλγία αναπολούμε.
Το 1966 ο ελληνικός κινηματογράφος βρισκόταν στη χρυσή του εποχή: οι μεγάλες παραγωγές της Φίνος Φιλμ, αποτύπωναν μια κοινωνία ζωντανή, ανέμελη και γεμάτη όνειρα. Παράλληλα, η μουσική σκηνή ήταν εκρηκτικά δημιουργική: Ο Μίκης Θεοδωράκης, ο Μάνος Χατζιδάκις και ο Σταύρος Ξαρχάκος άλλαζαν ριζικά το τοπίο του ελληνικού τραγουδιού, ενώ μια νέα γενιά δημιουργών, με χαρακτηριστικότερη περίπτωση τον Διονύση Σαββόπουλο με το "Φορτηγό", έφερνε καινούργιες μουσικές και στιχουργικές αντιλήψεις.

Μοντέρνα ελληνικά συγκροτήματα εμφανίζονταν, όπως οι "Ολύμπιανς" που συνέδεσαν το ροκ με τον ελληνικό στίχο. Η νεολαία χόρευε, ερωτευόταν και διεκδικούσε μια καλύτερη ζωή. Το θέατρο ήταν ζωντανό, με σπουδαίους σκηνοθέτες (Κάρολος Κουν, το "Θέατρο Τέχνης"), ενώ ποιητές όπως ο Γιώργος Σεφέρης (Νόμπελ 1963) και ο Οδυσσέας Ελύτης εκπροσωπούσαν μια ελληνική λογοτεχνία που εξακολουθούσε να έχει ισχυρή παρουσία και διεθνή ακτινοβολία. Ήταν μια από τις πιο δημιουργικές περιόδους του ελληνικού πολιτισμού, σε μια Ελλάδα που, παρά τις πολιτικές της αντιφάσεις, έδειχνε να αλλάζει γρήγορα και να ανοίγεται στο μέλλον.
Αξίζει να δούμε και το ύφος και ήθος της νεολαίας της εποχής. Τα κορίτσια με μίνι φούστες, go-go boots (μπότες χαμηλές ή μέχρι το γόνατο) και μαλλιά μπομπέ (κρεπαρισμένα ψηλά) ή "bob" (καρέ με αφέλειες), επηρεασμένες από τη Mary Quant και τoν Vidal Sassoon. Οι άνδρες χωρίς το αυστηρό κοστούμι των παλαιότερων δεκαετιών, φορούσαν κοστούμια πιο "σφιχτά" στο σώμα. Αυτοί ήταν οι μοντέρνοι, με φανερές επιρροές από την αντίστοιχη νεολαία του Swinging London, με τραγούδια των Beatles, και χορούς στα κλαμπ και στα μουσικά πρωινά.
Την ίδια στιγμή, ένα διαφορετικό τμήμα της νεολαίας είχε στραφεί στην πολιτική. Οι Λαμπράκηδες εξέφραζαν μια έντονα πολιτικοποιημένη νεολαία, που διάβαζε, συζητούσε, οργάνωνε πολιτιστικές δράσεις και συναυλίες και διεκδικούσε δημοκρατικές και κοινωνικές αλλαγές.
"Μοντέρνοι" και "Λαμπράκηδες" : Οι πρώτοι ήθελαν να είναι πολίτες του κόσμου, να αποτινάξουν τη μιζέρια της μεταπολεμικής Ελλάδας, να χορέψουν, να ερωτευτούν και να μην απολογούνται για τις επιλογές τους. Οι δεύτεροι, έθεταν στο κέντρο την πολιτική και κοινωνική αλλαγή.
Οι δύο αυτές νεανικές ομάδες "συνομιλούσαν" χωρίς πάντα να το επιδιώκουν. Ο Μίκης Θεοδωράκης ήταν η "γέφυρα". Η μουσική του ένωνε, ήταν τόσο μοντέρνα που την άκουγαν όλοι, ακόμα και "γιεγιέδες".
Ο Θεοδωράκης κατάφερε να είναι το σημείο τομής. Έφερε την ελληνική μουσική πιο κοντά στη σύγχρονη νεολαία, την έκανε ελκυστική ακόμα και για τους νέους που αναζητούσαν το "δυτικό" πρότυπο.
Το 1966, αυτοί οι δύο κόσμοι έμοιαζαν να μην έχουν πολλά κοινά, αλλά το 1967 η Χούντα τους "ένωσε". Το καθεστώς της 21ης Απριλίου μίσησε και τους δύο. Μίσησε τους Λαμπράκηδες γιατί ήταν πολιτικά επικίνδυνοι. Μίσησε τους "γιεγιέδες" γιατί ήταν πολιτιστικά "ανυπότακτοι"
Το 1966 ήταν η χρονιά που η ελληνική νεολαία, μέσα από δύο διαφορετικούς δρόμους (τον δρόμο της προσωπικής αναζήτησης και τον δρόμο της πολιτικής διεκδίκησης), είχε αρχίσει να απαιτεί την ενηλικίωσή της.
Ωστόσο, ενώ η κοινωνία και η νέα γενιά έτρεχαν με ορμή προς το μέλλον, το πολιτικό σύστημα της χώρας είχε εγκλωβιστεί σε έναν φαύλο κύκλο παρακμής, προετοιμάζοντας το έδαφος για τα όσα δραματικά θα ακολουθούσαν.
Το 1966, είναι μια χρονιά που επισκιάζεται από έντονη πολιτική πόλωση και θεσμική κρίση. Πρωθυπουργός της Ελλάδας, σε όλη σχεδόν τη διάρκεια του 1966, ήταν ο Στέφανος Στεφανόπουλος. Η κυβέρνησή του με οριακή πλειοψηφία, στηριζόταν από βουλευτές που είχαν ανεξαρτητοποιηθεί από την Ένωση Κέντρου του Γεωργίου Παπανδρέου (Ιουλιανά του 1965), από βουλευτές του κόμματος των Προοδευτικών και επιβίωνε κυρίως χάρη στην κρίσιμη κοινοβουλευτική στήριξη της ΕΡΕ. Ο αρχηγός της ΕΡΕ, Κωνσταντίνος Καραμανλής, βρισκόταν ήδη στο Παρίσι, έχοντας επιλέξει την αυτοεξορία και την αποχή από τα πολιτικά δρώμενα, αφήνοντας την ηγεσία του κόμματος στον Παναγιώτη Κανελλόπουλο.
Παρά την πολιτική αστάθεια, το 1966, η ελληνική οικονομία βρισκόταν σε μια φάση έντονης ανάπτυξης και εκσυγχρονισμού. Αυτό εξηγεί και την αισιοδοξία που βλέπουμε στον κινηματογράφο και τη μόδα: η κοινωνία είχε πραγματικές προοπτικές βελτίωσης. Το ΑΕΠ αυξανόταν με ρυθμό περίπου 7-8% ετησίως, ένα από τα υψηλότερα στην Ευρώπη. Θα μπορούσαν να γίνουν πολλά, αν η πολιτική κατάσταση ήταν διαφορετική.
Ο ίδιος ο Κωνσταντίνος Καραμανλής, παρακολουθώντας από το Παρίσι την πολιτική κατάσταση, ήταν ιδιαίτερα επικριτικός. Σε επιστολή του προς τον Κωνσταντίνο Τσάτσο έγραφε τον Μάιο του 1966:
"Εlς τήν 'Ελλάδα, κάθε τόσο άναζητούμε έναν Μεσσία, γιά νά σώση τόν τόπο… Σκεφθήκατε ποτέ γιατί όλαι αί προηγμέναι χώpαι κυβερνώνται έπιτυχώς άπό κοινούς άλλά πρακτικούς ανθρώπους, καί γιατί ή 'Ελλάς έχει άνάγκην άπό Μεσσίας; .. Ή έξήγησις εlναι ότι έκεί μέν τό πολίτευμα, πού στηρίζεται σέ ήμερα πολιτικά ήθη, λειτουργεί ομαλώς, ένώ ή χώρα μας, όπως ξέρεις, άπό άπόψεως πολιτικής καί πολιτειακής διαρθρώσεως εlναι άπέραντον καφενείον καί μάλιστα έλληνικόν". (Δες και ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ – ΑΡΧΕΙΟ ΓΕΓΟΝΟΤΑ ΚΑΙ ΚΕΙΜΕΝΑ τ.6/ Ίδρυμα Κωνσταντίνος Καραμανλής)
Δυστυχώς, το "απέραντο καφενείο" της πολιτικής ζωής το οποίο εντόπιζε στο γράμμα του ο Καραμανλής, δεν μπόρεσε τελικά να βρει διέξοδο. Οι προγραμματισμένες για τον Μάιο του 1967 εκλογές δεν έγιναν ποτέ. Μια ομάδα συνωμοτών αξιωματικών, επικαλούμενη τον "κομμουνιστικό κίνδυνο", κατέλυσε τη δημοκρατία με τα τανκς στους δρόμους. Η Ελλάδα βυθίστηκε στο σκοτάδι μιας επταετούς δικτατορίας, που "πάγωσε" βίαια την κοινωνική άνθηση και την πολιτιστική ενηλικίωση της χώρας, βάζοντας τέλος –προσωρινά– στο όνειρο μιας σύγχρονης, ευρωπαϊκής δημοκρατίας.
Οι πιο πρόσφατες Ειδήσεις
Διαβάστε πρώτοι τις Ειδήσεις για ό,τι συμβαίνει τώρα στην Ελλάδα και τον Κόσμο στο thetoc.gr




