Στο νοτιοανατολικό άκρο των Κυκλάδων, όπου η Αμοργός βυθίζεται απότομα στα καταγάλανα νερά του Αιγαίου, υπάρχει ένα οικοδόμημα που μοιάζει να μην ανήκει στον κόσμο των ανθρώπων.
Είναι η Μονή της Παναγίας της Χοζοβιώτισσας, ένα αρχιτεκτονικό παράδοξο που "κρέμεται" από τον γκρεμό, αψηφώντας τη λογική, τον άνεμο και τον χρόνο. Τη βλέπεις από τη θάλασσα και δυσκολεύεσαι να πιστέψεις αυτό που αντικρίζεις. Ένα λευκό κτίσμα που φαίνεται
σαν να έχει κολλήσει πάνω στον κατακόρυφο βράχο, 300 μέτρα πάνω από το Αιγαίο. Δεν μοιάζει να χτίστηκε εκεί. Μοιάζει να ξεπήδησε από τον ίδιο τον βράχο. Και ίσως γι’ αυτό, εδώ και αιώνες, η Χοζοβιώτισσα δεν προκαλεί μόνο θαυμασμό. Προκαλεί και ένα αίσθημα μυστηρίου.

Πώς αποφάσισαν οι άνθρωποι να χτίσουν ένα μοναστήρι σε ένα τέτοιο σημείο; Πώς ανέβασαν εκεί τα υλικά; Πώς κατάφεραν να δημιουργήσουν χώρους κατοίκησης, εκκλησία, αποθήκες, φούρνους, δεξαμενές και κελιά πάνω σε μια σχεδόν κατακόρυφη βραχώδη πλαγιά; Και ποια ιστορία κρύβεται πίσω από την εικόνα της Παναγίας που, σύμφωνα με την παράδοση, έφθασε στην Αμοργό από τη μακρινή Χοζεβά της Παλαιστίνης;
Ένα μοναστήρι που γεννήθηκε μέσα στον βράχο
Οι μηχανικοί του σήμερα στέκονται με δέος μπροστά στην τεχνική των ανώνυμων μαστόρων του 11ου αιώνα. Δεν προσπάθησαν να δαμάσουν τον βράχο, αλλά να κάνουν ένα μοναστήρι ένα με το βράχο.
Χρησιμοποιώντας τις φυσικές σχισμές και τις σπηλιές του βουνού, έχτισαν ένα οικοδόμημα που δεν διαθέτει θεμέλια με την κλασική έννοια, αλλά "αγκιστρώνεται" πάνω στην πέτρα. Ο βράχος
υπαγόρευσε στους οικοδόμους τη μορφή του. Το συγκρότημα είναι περίπου 40 μέτρα μήκος, ενώ σε πλάτος δεν ξεπερνά τα 5 μέτρα. Αναπτύσσεται κατακόρυφα σε οκτώ ορόφους, ακολουθώντας τη φυσική μορφολογία της απόκρημνης πλαγιάς.
Οι φυσικές εσοχές έγιναν χώροι. Οι σχισμές του βουνού ενσωματώθηκαν στο οικοδόμημα. Οι διάδρομοι και οι σκάλες ακολούθησαν την κλίση του εδάφους. Εκεί όπου χρειαζόταν, ο άνθρωπος πρόσθεσε τοίχους, καμάρες και τόξα. Η μεταφορά των υλικών παραμένει ένας άθλος που αγγίζει τα όρια του μύθου.
Πέτρες και ξυλεία έπρεπε να ανέβουν από τη θάλασσα μέσω ενός μονοπατιού που προκαλεί ίλιγγο.

Η ίδρυση της Μονής
Η ίδρυσή της Μονής συνδέεται με τον αυτοκράτορα Αλέξιο Α' Κομνηνό και το έτος 1088, σύμφωνα με τα επίσημα έγγραφα του Πατριαρχείου και τα παλαιά κτηματολόγια της μονής που κατέγραφαν την περιουσία και την ιστορία της. Η Εφορεία Αρχαιοτήτων Κυκλάδων σημειώνει, πάντως, ότι έχει διατυπωθεί και η άποψη πως ο πυρήνας του καθολικού μπορεί να είναι ακόμη παλαιότερος, συνδεόμενος με την εποχή της Εικονομαχίας.
Αυτό σημαίνει ότι η ιστορία της δεν είναι τόσο απλή όσο μια ημερομηνία πάνω σε μια πινακίδα. Η Χοζοβιώτισσα φαίνεται να είναι το αποτέλεσμα μιας μακράς ιστορικής εξέλιξης, με έναν παλαιότερο θρησκευτικό πυρήνα και μια σημαντική αναδιοργάνωση κατά τους χρόνους των Κομνηνών.
Η εικόνα που ήρθε από τη θάλασσα
Σύμφωνα με την τοπική παράδοση, την εποχή των εικονομάχων μια γυναίκα για να προστατεύσει ιερές εικόνες από την καταστροφή, τις έκρυψε και τις έριξε στη θάλασσα. Η μία ταξίδεψε με τα κύματα μέχρι την Αμοργό. Και εκεί, στους βράχους, την ανακάλυψαν ευσεβείς ερημίτες. Από αυτή την παράδοση συνδέεται η μονή με τη Χοζεβά ή Χόζοβα της Παλαιστίνης.
Η Εφορεία Αρχαιοτήτων σημειώνει μάλιστα την αξιοσημείωτη ομοιότητα της Χοζοβιώτισσας με τη μονή του Αγίου Γεωργίου του Χοζεβίτου στο Wadi Qilt, τόσο ως προς τη μορφή όσο και ως προς την επιλογή μιας δραματικά απόκρημνης θέσης.
Η τοπική παράδοση είναι ένας θρύλος που εξηγεί όμως γιατί αυτή η μονή βρίσκεται εκεί σε αυτή την απόκρημνη θέση.

Οι Ευρωπαίοι περιηγητές για τη Χοζοβιώτισσα
Ήδη από το 1572, ο Ιταλός περιηγητής Tommaso Porcacchi κατέγραφε τη Χοζοβιώτισσα στο έργο του L’ Isole più famose del mondo. Ο Γάλλος φυσιοδίφης και περιηγητής Joseph Pitton de Tournefort, ταξίδεψε στην Αμοργό το 1700.
Η περιγραφή του για το μοναστήρι περιλαμβάνεται στο Relation d’un voyage du Levant, που εκδόθηκε στο Παρίσι το 1717. Το σχετικό πρωτότυπο γαλλικό χωρίο έχει ως εξής: "...cette maison, vue de loin, semble une armoire appliquée vers le bas d’un rocher effroyable, taillé naturellement à plomb..." δηλαδή: "...αυτό το μοναστήρι, ιδωμένο από μακριά, μοιάζει με ένα ερμάριο/ντουλάπι κολλημένο στο κάτω μέρος ενός τρομερού βράχου, ο οποίος είναι από τη φύση του κομμένος κατακόρυφα...".
Ο Γάλλος αρχαιολόγος και συγγραφέας Gaston Deschamps επισκέφθηκε την Αμοργό το 1892. Στο βιβλίο του La Grèce d’aujourd’hui (έκδοση Paris, Armand Colin et Cie, 1894) αναφέρει πως η Χοζοβιώτισσα δεν ήταν μόνο τόπος προσευχής. Στα χρόνια της πειρατείας ήταν ταυτόχρονα παρατηρητήριο και φρούριο.
Οι μοναχοί μπορούσαν να βλέπουν τα πλοία που πλησίαζαν. Ο Deschamps γράφει ότι κανένα ύποπτο πανί δεν μπορούσε να εμφανιστεί χωρίς να γίνει αντιληπτό από τους μοναχούς. Το Μοναστήρι, ήταν κτισμένο με τέτοιο τρόπο, ώστε να ήταν ένα απόρθητο φρούριο. Η μικρή του είσοδος, ήταν σχεδόν 10 μέτρα από το έδαφος, ενώ υπήρχε ξύλινη κρεμαστή σκάλα για να μπεις μέσα.
Έτσι, σε περίπτωση πειρατικής επίθεσης, οι μοναχοί μπορούσαν να σηκώσουν την κρεμαστή σκάλα και να απομονώσουν την είσοδο. Η σημερινή μικρή πέτρινη σκάλα αντικατέστησε εκείνη την παλαιότερη ξύλινη σκάλα.

Πώς κατάφεραν να το χτίσουν;
Ίσως αυτή να είναι η πιο σημαντική ερώτηση. Δεν διαθέτουμε ένα βυζαντινό "τεχνικό ημερολόγιο" που να περιγράφει βήμα προς βήμα την οικοδόμηση. Μπορούμε όμως να διαβάσουμε την ίδια την κατασκευή.
Οι οικοδόμοι αξιοποίησαν τη φυσική κοιλότητα του βουνού. Έκτισαν εκεί όπου χρειαζόταν και λάξευσαν εκεί όπου μπορούσαν. Δημιούργησαν επίπεδα αντί να αναζητήσουν επίπεδο έδαφος.
Χρησιμοποίησαν καμάρες, τόξα και ξυλοδεσιές. Ακόμη και τα υλικά δείχνουν έναν κόσμο οργανωμένο γύρω από τις ανάγκες της κατασκευής: οι πωρόλιθοι των τόξων προέρχονταν από τη Μήλο, ενώ τα ξύλινα στοιχεία χρησιμοποιούσαν τοπικό αγριοκυπάρισσο. Είναι εύκολο να πούμε πως οι οικοδόμοι, αντί να χτίσουν πάνω στο βουνό, έχτισαν μέσα στη γεωμετρία του βουνού.
Το ερώτημα όμως παραμένει: Πώς το κατόρθωσαν; Ποιος σκέφτηκε ότι εδώ, πάνω σε αυτόν τον γκρεμό, μπορούσε να κατοικήσει ο άνθρωπος; Η παράδοση μιλά για μια εικόνα που ταξίδεψε πάνω στα κύματα.

Η ιστορία μιλά για τους Κομνηνούς, για το 1088 και για μια μοναστική εγκατάσταση που εξελίχθηκε μέσα στους αιώνες. Η αρχιτεκτονική μιλά για ανθρώπους που κατόρθωσαν κάτι το σχεδόν ακατόρθωτο πάνω σε έναν κατακόρυφο βράχο. Και οι περιηγητές μιλούν για ένα θέαμα που τους ξεπερνούσε.
Ίσως λοιπόν η Χοζοβιώτισσα να είναι όλα αυτά μαζί. Ένας θρύλος που έγινε τόπος. Ένας βράχος που έγινε μοναστήρι. Και ένα ανθρώπινο έργο που, ύστερα από χίλια χρόνια, εξακολουθεί να μοιάζει σαν να μην είναι δυνατό να υπάρχει.
Σήμερα, όταν πέφτει ο ήλιος και το Αιγαίο σκοτεινιάζει, αυτό το μικρό λευκό μοναστήρι ανάβει τα φώτα του κρεμασμένο στο γκρεμό πάνω από τη θάλασσα, και μοιάζει σαν να λέει πως το τοποθέτησε εκεί ένα θεϊκό χέρι.
Οι πιο πρόσφατες Ειδήσεις
Διαβάστε πρώτοι τις Ειδήσεις για ό,τι συμβαίνει τώρα στην Ελλάδα και τον Κόσμο στο thetoc.gr

