Την αύξηση των επιτοκίων κατά 25 μονάδες βάσης αποφάσισε το Διοικητικό Συμβούλιο της ΕΚΤ. Η πρόεδρος της Τράπεζας, Κριστίν Λαγκάρντ, δήλωσε ότι "είμαστε αποφασισμένοι να διασφαλίσουμε ότι ο πληθωρισμός θα σταθεροποιηθεί στον μεσοπρόθεσμο στόχο του 2%".
Παράλληλα, επισήμανε ότι οι αποφάσεις της νομισματικής πολιτικής λαμβάνονται "συνεδρίαση με συνεδρίαση, με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα" και συμπλήρωσε ότι "δεν δεσμευόμαστε εκ των προτέρων σε καμία συγκεκριμένη πορεία των επιτοκίων", καθώς η ΕΚΤ πρέπει να διατηρεί ευελιξία σε ένα περιβάλλον έντονων αβεβαιοτήτων.
Όπως ανέφερε η κυρία Λαγκάρντ, "ο πόλεμος (στη Μέση Ανατολή) και οι γεωπολιτικές εντάσεις συνεχίζουν να δημιουργούν κινδύνους για τον πληθωρισμό και την ανάπτυξη", κυρίως μέσω των τιμών ενέργειας, οι οποίες παραμένουν καθοριστικός παράγοντας για τις μεσοπρόθεσμες προοπτικές της Ευρωζώνης.
Παράλληλα, σημείωσε ότι, παρότι η οικονομία εμφανίζει ανθεκτικότητα, "οι προοπτικές ανάπτυξης παραμένουν ευάλωτες σε εξωτερικά σοκ". Σε αυτό το πλαίσιο, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα επιδιώκει μια ισορροπημένη προσέγγιση που συνδυάζει την καταπολέμηση του πληθωρισμού με τη σταθερότητα της οικονομικής δραστηριότητας και τη διασφάλιση της χρηματοπιστωτικής ομαλότητας.
Αναλυτικά η δήλωση της προέδρου της ΕΚΤ, Κριστίν Λαγκάρντ:
Το Διοικητικό Συμβούλιο έχει δεσμευτεί να χαράξει νομισματική πολιτική που θα διασφαλίζει τη σταθεροποίηση του πληθωρισμού στο στόχο του 2% μεσοπρόθεσμα. Στο πλαίσιο αυτής της δέσμευσης, αποφασίσαμε σήμερα να αυξήσουμε τα επιτόκια της ΕΚΤ κατά 25 μονάδες βάσης. Ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή δημιουργεί πληθωριστικές πιέσεις, και η απόφαση για αύξηση των επιτοκίων είναι βάσιμη σε μια σειρά σεναρίων που σκιαγραφούν τον τρόπο με τον οποίο η κρίση ενδέχεται να εξελιχθεί και να επηρεάσει τις μεσοπρόθεσμες προοπτικές για την Ευρωζώνη.
Στο βασικό σενάριο, ο γενικός πληθωρισμός εκτιμάται ότι θα διαμορφωθεί κατά μέσο όρο στο 3,0% το 2026, στο 2,3% το 2027 και στο 2,0% το 2028. Όσον αφορά τον δομικό πληθωρισμό (σ.σ. που εξαιρεί τις ευμετάβλητες τιμές ενέργειας και τροφίμων), προβλέπεται να διαμορφωθεί κατά μέσο όρο στο 2,5% το 2026 και το 2027 και στο 2,2% το 2028. Σε σύγκριση με τις εκτιμήσεις του Μαρτίου, οι υπηρεσίες του Ευρωσυστήματος αναθεώρησαν προς τα πάνω τις εκτιμήσεις τους για τον πληθωρισμό το 2026 και το 2027, λόγω της υψηλότερης αναμενόμενης πορείας των τιμών της ενέργειας, η οποία εκτιμάται ότι θα επηρεάσει σε κάποιο βαθμό και τις τιμές των τροφίμων, των αγαθών και των υπηρεσιών.
Παράλληλα, το βασικό σενάριο προβλέπει ότι η οικονομική ανάπτυξη θα διαμορφωθεί κατά μέσο όρο στο 0,8% το 2026, στο 1,2% το 2027 και στο 1,5% το 2028. Οι προβλέψεις αυτές έχουν αναθεωρηθεί προς τα κάτω για το 2026 και το 2027, αντανακλώντας τις εντονότερες επιπτώσεις του πολέμου στις αγορές εμπορευμάτων, στα πραγματικά εισοδήματα και στην οικονομική εμπιστοσύνη.
Οι προοπτικές παραμένουν αβέβαιες, με κινδύνους ανόδου για τον πληθωρισμό και κινδύνους επιβράδυνσης για την οικονομική ανάπτυξη. Οι συνολικές επιπτώσεις του πολέμου στον μεσοπρόθεσμο ορίζοντα, τόσο για τον πληθωρισμό όσο και για την ανάπτυξη, θα εξαρτηθούν από την ένταση και τη διάρκεια της ενεργειακής κρίσης, καθώς και από το μέγεθος των έμμεσων και δευτερογενών επιδράσεών της στην οικονομία. Η αβεβαιότητα αυτή αποτυπώνεται επίσης στο ευρύ φάσμα πιθανών εξελίξεων για τον πληθωρισμό και την ανάπτυξη που παρουσιάζονται στα επικαιροποιημένα ενδεικτικά σενάρια τα οποία εκπόνησαν οι υπηρεσίες του Ευρωσυστήματος.
Με τη σημερινή μας απόφαση, παραμένουμε σε καλή θέση ώστε να αντιμετωπίσουμε αποτελεσματικά την αβεβαιότητα που προκαλεί ο πόλεμος. Θα συνεχίσουμε να παρακολουθούμε στενά τις εξελίξεις και να ακολουθούμε μια προσέγγιση που βασίζεται στα διαθέσιμα στοιχεία και στη λήψη αποφάσεων από συνεδρίαση σε συνεδρίαση, προκειμένου να καθορίζουμε την κατάλληλη κατεύθυνση της νομισματικής πολιτικής.
Ειδικότερα, οι αποφάσεις μας για τα επιτόκια θα βασίζονται στην αξιολόγηση των προοπτικών του πληθωρισμού και των σχετικών κινδύνων, λαμβάνοντας υπόψη τα νέα οικονομικά και χρηματοπιστωτικά δεδομένα που προκύπτουν, καθώς και την πορεία του υποκείμενου πληθωρισμού και την αποτελεσματικότητα με την οποία η νομισματική πολιτική επηρεάζει στην οικονομία. Δεν δεσμευόμαστε εκ των προτέρων σε κάποια συγκεκριμένη πορεία των επιτοκίων.
Οικονομική δραστηριότητα
Αφαιρώντας την επίδραση ενός προσωρινού παράγοντα στην Ιρλανδία, η οικονομία της ζώνης του ευρώ κατέγραψε ανάπτυξη κατά το πρώτο τρίμηνο, με βασικά στηρίγματα την εγχώρια ζήτηση και τις εξαγωγές. Ωστόσο, ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή επιβαρύνει την οικονομική δραστηριότητα και οι έρευνες υποδεικνύουν επιβράδυνση της ανάπτυξης, ιδίως στον τομέα των υπηρεσιών. Αντίθετα, η μεταποίηση έχει μέχρι στιγμής επιδείξει ανθεκτικότητα. Αυτό οφείλεται εν μέρει στο γεγονός ότι οι επιχειρήσεις έχουν αυξήσει τα αποθέματά τους προκειμένου να αντιμετωπίσουν τις πιέσεις στις εφοδιαστικές αλυσίδες. Παράλληλα, συμβάλλει και η αύξηση των αμυντικών δαπανών.
Η αγορά εργασίας εξακολουθεί να επιδεικνύει ανθεκτικότητα. Το ποσοστό ανεργίας διαμορφώθηκε στο 6,3% τον Απρίλιο, παραμένοντας κοντά στα χαμηλότερα επίπεδα που έχουν καταγραφεί ιστορικά. Κατά το πρώτο τρίμηνο δημιουργήθηκαν νέες θέσεις εργασίας, αν και με βραδύτερο ρυθμό σε σύγκριση με το τελευταίο τρίμηνο του 2025. Παράλληλα, η ζήτηση για εργασία έχει υποχωρήσει περαιτέρω, ενώ τόσο οι επιχειρήσεις όσο και τα νοικοκυριά αναμένουν εξασθένηση των συνθηκών στην αγορά εργασίας.
Κοιτάζοντας προς το μέλλον, το προσωπικό του Ευρωσυστήματος αναμένει πλέον ότι η εγχώρια ζήτηση θα είναι ασθενέστερη σε σχέση με τις προβλέψεις του Μαρτίου, καθώς ο πόλεμος επιβαρύνει την εμπιστοσύνη και το υψηλότερο κόστος ενέργειας διαβρώνει τα πραγματικά εισοδήματα. Παράλληλα, οι ισολογισμοί των νοικοκυριών παραμένουν συνολικά ισχυροί και η κατανάλωση αναμένεται να συνεχίσει να αποτελεί τον βασικό μοχλό ανάπτυξης. Το αυξημένο ενεργειακό κόστος και η χαμηλότερη εμπιστοσύνη θα επιβαρύνουν τις ιδιωτικές επενδύσεις βραχυπρόθεσμα, ωστόσο αυτές αναμένεται να στηριχθούν από τις επενδύσεις των επιχειρήσεων σε νέες ψηφιακές τεχνολογίες. Οι κυβερνήσεις, αυξάνοντας τις δαπάνες για άμυνα και υποδομές, αναμένεται να συνεχίσουν να ενισχύουν τις δημόσιες επενδύσεις. Οι παράγοντες αυτοί εκτιμάται ότι θα λειτουργήσουν ως ένα μερικό "μαξιλάρι" έναντι των επιπτώσεων του πολέμου.
Το Διοικητικό Συμβούλιο υπογραμμίζει την επείγουσα ανάγκη ενίσχυσης της οικονομίας της Ευρωζώνης, διατηρώντας παράλληλα υγιή δημόσια οικονομικά. Η δημοσιονομική βιωσιμότητα αποτελεί κρίσιμο θεμέλιο για τη συνολικότερη οικονομική σταθερότητα. Οι δημοσιονομικές παρεμβάσεις ως απάντηση στο σοκ των τιμών ενέργειας θα πρέπει να είναι προσωρινές, στοχευμένες και προσαρμοσμένες στις ανάγκες. Οι μεταρρυθμίσεις που ενισχύουν το αναπτυξιακό δυναμικό της ζώνης του ευρώ και επιταχύνουν την ενεργειακή μετάβαση, μειώνοντας την εξάρτηση από τα ορυκτά καύσιμα, είναι πιο αναγκαίες από ποτέ.
Η ολοκλήρωση της Ένωσης Αποταμιεύσεων και Επενδύσεων είναι καθοριστική για τη χρηματοδότηση της καινοτομίας, τη στήριξη της πράσινης και ψηφιακής μετάβασης και τη βελτίωση της παραγωγικότητας. Το ψηφιακό ευρώ και το tokenised χονδρικό χρήμα κεντρικής τράπεζας θα ενισχύσουν τη στρατηγική αυτονομία της Ευρώπης, την ανταγωνιστικότητα και τη χρηματοπιστωτική ολοκλήρωση, ενώ θα ενισχύσουν την καινοτομία στις πληρωμές. Ως εκ τούτου, είναι απαραίτητη η ταχεία υιοθέτηση του Κανονισμού για τη θέσπιση του ψηφιακού ευρώ. Η απλοποίηση και η εναρμόνιση των κανόνων στην Ενιαία Αγορά της ΕΕ θα συμβάλουν ώστε οι ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αναπτύσσονται ταχύτερα.
Πληθωρισμός
Ο πληθωρισμός αυξήθηκε στο 3,2% τον Μάιο, από 3,0% τον Απρίλιο. Ο πληθωρισμός της ενέργειας ανήλθε στο 10,9%, έναντι 10,8% τον Απρίλιο, ενώ ο πληθωρισμός των τροφίμων υποχώρησε από 2,4% σε 2,0%. Ο πληθωρισμός χωρίς την ενέργεια και τα τρόφιμα αυξήθηκε στο 2,5%, από 2,2% τον Απρίλιο, καθώς οι τιμές των αγαθών ενισχύθηκαν οριακά στο 0,9% και ο πληθωρισμός των υπηρεσιών αυξήθηκε από 3,0% σε 3,5%.
Οι εγχώριες πιέσεις κόστους υποχώρησαν κατά το πρώτο τρίμηνο, καθώς η αύξηση των μισθών και των κερδών επιβραδύνθηκε. Ο δείκτης μισθολογικής παρακολούθησης της ΕΚΤ και οι έρευνες για τις μισθολογικές προσδοκίες εξακολουθούν να δείχνουν ότι η αύξηση των μισθών αναμένεται να μετριαστεί στη διάρκεια του έτους. Ωστόσο, οι επιχειρήσεις αναμένεται να μετακυλήσουν τις πιέσεις στις τελικές τιμές πώλησης.
Επιπλέον, ορισμένοι δείκτες του υποκείμενου πληθωρισμού έχουν ήδη ενισχυθεί λόγω του ενεργειακού σοκ. Οι προσδοκίες για τον πληθωρισμό σε βραχυπρόθεσμο ορίζοντα παραμένουν σημαντικά υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από την έναρξη του πολέμου στη Μέση Ανατολή. Αντίθετα, οι περισσότερες μετρήσεις των μακροπρόθεσμων προσδοκιών για τον πληθωρισμό εξακολουθούν να βρίσκονται κοντά στο 2%, γεγονός που στηρίζει τη σταθεροποίηση του πληθωρισμού γύρω από τον στόχο μεσοπρόθεσμα.
Η αύξηση των τιμών της ενέργειας θα ενισχύσει περαιτέρω τον πληθωρισμό κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού και θα τον διατηρήσει σημαντικά πάνω από τον στόχο έως και το πρώτο εξάμηνο του 2027. Παράλληλα, θα έχει επίδραση και στον πληθωρισμό των τροφίμων, των αγαθών και των υπηρεσιών. Στη συνέχεια, ο πληθωρισμός αναμένεται να επιστρέψει στον στόχο το δεύτερο εξάμηνο του 2027, υποστηριζόμενος από τη μείωση των τιμών της ενέργειας και τη βραδύτερη αύξηση των λοιπών τιμών.
Ωστόσο, ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή παραμένει σημαντική πηγή αβεβαιότητας. Όσο περισσότερο παραμένουν υψηλές οι τιμές της ενέργειας, τόσο αυξάνεται η πιθανότητα να τροφοδοτήσουν ευρύτερες πληθωριστικές πιέσεις μέσω έμμεσων και δευτερογενών επιδράσεων. Για τον λόγο αυτό, θα παρακολουθούμε στενά το μέγεθος και τη διάρκεια της αύξησης των τιμών της ενέργειας, καθώς και τον τρόπο με τον οποίο αυτή μεταδίδεται στη διαμόρφωση τιμών και μισθών, στις προσδοκίες για τον πληθωρισμό και στη συνολική οικονομική δυναμική.
Αξιολόγηση κινδύνων
Οι κίνδυνοι για τις προοπτικές ανάπτυξης είναι καθοδικοί, κυρίως λόγω του πολέμου στη Μέση Ανατολή, ο οποίος έχει επιβαρύνει το ήδη ευμετάβλητο παγκόσμιο περιβάλλον πολιτικής.
Μια παρατεταμένη διαταραχή στον ενεργειακό εφοδιασμό θα μπορούσε να αυξήσει περαιτέρω τις τιμές της ενέργειας και να τις διατηρήσει υψηλές για μεγαλύτερο διάστημα από το αναμενόμενο. Οι εξελίξεις αυτές θα συμπίεζαν ακόμη περισσότερο τα πραγματικά εισοδήματα και θα καθιστούσαν επιχειρήσεις και νοικοκυριά πιο διστακτικά ως προς τις επενδύσεις και τις δαπάνες τους. Η επίπτωση στην ανάπτυξη θα ήταν εντονότερη εάν το κλείσιμο σημαντικών θαλάσσιων εμπορικών οδών προκαλούσε σοβαρές ελλείψεις σε βασικές εισροές, αναγκάζοντας τις επιχειρήσεις της Ευρωζώνης να περιορίσουν την παραγωγή τους.
Μια επιδείνωση του κλίματος στις διεθνείς χρηματοπιστωτικές αγορές ή μια αυστηροποίηση της προσφοράς πιστώσεων θα μπορούσε επίσης να περιορίσει τη ζήτηση. Επιπλέον, πρόσθετες τριβές στο διεθνές εμπόριο θα μπορούσαν να διαταράξουν περαιτέρω τις εφοδιαστικές αλυσίδες, να μειώσουν τις εξαγωγές και να αποδυναμώσουν την κατανάλωση και τις επενδύσεις.
Άλλες γεωπολιτικές εντάσεις, και ιδίως ο αδικαιολόγητος πόλεμος της Ρωσίας κατά της Ουκρανίας, παραμένουν σημαντική πηγή αβεβαιότητας.
Αντίθετα, η ανάπτυξη θα μπορούσε να αυξηθεί εάν η οικονομία και οι ενεργειακές αγορές προσαρμοστούν ταχύτερα από το αναμενόμενο στις διαταραχές που προκαλεί ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή ή εάν υπάρξει άμεση και βιώσιμη επίλυσή του.
Επιπλέον, οι προγραμματισμένες δαπάνες για άμυνα και υποδομές, οι μεταρρυθμίσεις για την ενίσχυση της παραγωγικότητας και η υιοθέτηση νέων τεχνολογιών από τις επιχειρήσεις της ζώνης του ευρώ ενδέχεται να οδηγήσουν σε ισχυρότερη ανάπτυξη από την αναμενόμενη. Μια βαθύτερη ολοκλήρωση της Ενιαίας Αγοράς θα μπορούσε επίσης να ενισχύσει την ανάπτυξη πέρα από τις τρέχουσες προσδοκίες.
Οι κίνδυνοι για τις προοπτικές του πληθωρισμού είναι ανοδικοί. Εάν οι τιμές της ενέργειας αυξηθούν περισσότερο και για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα από ό,τι αναμένεται σήμερα, ο πληθωρισμός στη ζώνη του ευρώ θα ενισχυθεί περαιτέρω.
Αυτό θα μπορούσε να ενισχυθεί και να γίνει πιο επίμονο εάν οι υψηλότερες τιμές ενέργειας μετακυλιστούν σε μεγαλύτερο βαθμό από τον αναμενόμενο σε άλλες τιμές και στους μισθούς, εάν οι μακροπρόθεσμες προσδοκίες για τον πληθωρισμό αυξηθούν ή εάν διαταραχθούν ευρύτερα οι παγκόσμιες εφοδιαστικές αλυσίδες. Οι συνεχιζόμενες εμπορικές εντάσεις θα μπορούσαν επίσης να οδηγήσουν σε μεγαλύτερο κατακερματισμό των παγκόσμιων αλυσίδων εφοδιασμού, να περιορίσουν την προσφορά κρίσιμων πρώτων υλών και να επιδεινώσουν τους περιορισμούς παραγωγικής ικανότητας στην οικονομία της Ευρωζώνης.
Ακραία καιρικά φαινόμενα, καθώς και η ευρύτερη εξελισσόμενη κλιματική και περιβαλλοντική κρίση, θα μπορούσαν να ωθήσουν τις τιμές των τροφίμων υψηλότερα από το αναμενόμενο.
Αντίθετα, ο πληθωρισμός θα μπορούσε να υποχρήσει εάν οι οικονομικές επιπτώσεις του πολέμου στη Μέση Ανατολή αποδειχθούν πιο βραχύβιες από ό,τι αναμένεται σήμερα ή εάν οι έμμεσες και δευτερογενείς επιδράσεις είναι λιγότερο έντονες από τις προβλεπόμενες. Τέλος, πιο ασταθείς και πιο επιφυλακτικές χρηματοπιστωτικές αγορές θα μπορούσαν να επιβαρύνουν τη ζήτηση και έτσι να οδηγήσουν σε χαμηλότερο πληθωρισμό.
Νομισματικές συνθήκες
Οι χρηματοπιστωτικές συνθήκες παραμένουν σε γενικές γραμμές αμετάβλητες σε σχέση με την τελευταία μας συνεδρίαση, ωστόσο εξακολουθούν να είναι πιο αυστηρές σε σύγκριση με την περίοδο πριν από τον πόλεμο.
Το κόστος έκδοσης χρέους στις αγορές αυξήθηκε στο 4,0% τον Απρίλιο, από 3,9% τον Μάρτιο. Τα επιτόκια τραπεζικού δανεισμού προς τις επιχειρήσεις παρέμειναν στο 3,6% τον Απρίλιο, ενώ τα επιτόκια στεγαστικών δανείων διαμορφώθηκαν στο 3,4%.
Ο ετήσιος ρυθμός αύξησης του τραπεζικού δανεισμού προς τις επιχειρήσεις ενισχύθηκε στο 3,4% τον Απρίλιο, από 3,2% τον Μάρτιο, ενώ ο ρυθμός έκδοσης εταιρικών ομολόγων αυξήθηκε στο 4,6%. Η στεγαστική χρηματοδότηση συνέχισε επίσης να καταγράφει αύξηση της τάξης του 3,0% τον Απρίλιο.
Σύμφωνα με τη στρατηγική της νομισματικής πολιτικής μας, το Διοικητικό Συμβούλιο αξιολόγησε διεξοδικά τις σχέσεις μεταξύ νομισματικής πολιτικής και χρηματοπιστωτικής σταθερότητας.
Οι τράπεζες της ζώνης του ευρώ παραμένουν ανθεκτικές, υποστηριζόμενες από ισχυρούς δείκτες κεφαλαιακής επάρκειας και ρευστότητας, την υψηλή ποιότητα ενεργητικού και τη σταθερή κερδοφορία.
Ωστόσο, μια απότομη και έντονη πτώση στις τιμές των περιουσιακών στοιχείων, με ώθηση από τον μη τραπεζικό χρηματοπιστωτικό τομέα και από την επιδείνωση της ποιότητας των στοιχείων ενεργητικού - ιδίως σε κλάδους ευαίσθητους στην ενέργεια και το εμπόριο - θα δημιουργούσε κινδύνους για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα. Οι κίνδυνοι αυτοί αυξάνονται όσο παρατείνεται η διάρκεια των υφιστάμενων γεωπολιτικών συγκρούσεων.
Συμπέρασμα
Το Διοικητικό Συμβούλιο αποφάσισε σήμερα να αυξήσει τα τρία βασικά επιτόκια της ΕΚΤ κατά 25 μονάδες βάσης. Είμαστε αποφασισμένοι να χαράξουμε τη νομισματική πολιτική με τρόπο που να διασφαλίζει τη σταθεροποίηση του πληθωρισμού στο στόχο του 2% μεσοπρόθεσμα. Θα ακολουθήσουμε μια προσέγγιση που θα βασίζεται στα διαθέσιμα στοιχεία και θα αξιολογείται σε κάθε συνεδρίαση, προκειμένου να καθορίζουμε την κατάλληλη στάση της νομισματικής πολιτικής.
Οι αποφάσεις μας σχετικά με τα επιτόκια θα βασίζονται στην εκτίμησή μας για τις προοπτικές του πληθωρισμού και τους κινδύνους που τον περιβάλλουν, υπό το πρίσμα των νέων οικονομικών και χρηματοοικονομικών στοιχείων, καθώς και της δυναμικής του υποκείμενου πληθωρισμού και της ισχύος της μετάδοσης της νομισματικής πολιτικής. Δεν δεσμευόμαστε εκ των προτέρων για μια συγκεκριμένη πορεία των επιτοκίων.
Σε κάθε περίπτωση, είμαστε έτοιμοι να προσαρμόσουμε όλα τα μέσα που διαθέτουμε στο πλαίσιο της εντολής μας, προκειμένου να διασφαλίσουμε τη βιώσιμη σταθεροποίηση του πληθωρισμού στο μεσοπρόθεσμο στόχο μας και να διατηρήσουμε την ομαλή λειτουργία της νομισματικής πολιτικής".
Οι πιο πρόσφατες Ειδήσεις
Διαβάστε πρώτοι τις Ειδήσεις για ό,τι συμβαίνει τώρα στην Ελλάδα και τον Κόσμο στο thetoc.gr
