Μετά από πέντε χρόνια που η ακρίβεια στα είδη διατροφής ροκανίζει σταθερά τα εισοδήματα των νοικοκυριών -παρά τα μέτρα που έχουν ληφθεί μέσα σ’ αυτό το διάστημα- η κυβέρνηση αναζητά μια νέα φόρμουλα που θα συγκρατήσει τις τιμές στο ράφι στη σκιά της γεωπολιτικής κρίσης στη Μέση Ανατολή.
Στο επίκεντρο βρίσκεται το μέλλον του πλαφόν στο περιθώριο κέρδους, το οποίο λήγει στο τέλος Ιουνίου. Αν και μέχρι πρόσφατα το επικρατέστερο σενάριο ήταν η παράτασή του, πλέον στο υπουργείο Ανάπτυξης εξετάζουν μια εναλλακτική λύση που αφορά μια άτυπη συμφωνία με τη βιομηχανία τροφίμων και το οργανωμένο λιανεμπόριο για μειώσεις τιμών σε βασικά είδη καθημερινής κατανάλωσης, ως αντάλλαγμα για την οριστική απόσυρση του μέτρου.
Ο υπουργός Ανάπτυξης Τάκης Θεοδωρικάκος έχει ήδη απευθύνει κάλεσμα προς τους εκπροσώπους της αγοράς για μια "εθνική κοινωνική συμφωνία". Εφόσον υπάρξει κοινός τόπος, το πλαφόν αναμένεται να λήξει από τον Ιούλιο και να αντικατασταθεί από στοχευμένες μειώσεις τιμών στο ράφι με επίκεντρο προϊόντα πρώτης ανάγκης όπως γαλακτοκομικά, κρέας, βρεφικά είδη, ψωμί, δημητριακά και καθαριστικά.
Οι πρώτες επαφές μεταξύ ΥΠΑΝ, βιομηχανίας και λιανεμπορίου αναμένεται να πραγματοποιηθούν τις επόμενες ημέρες.
Υπενθυμίζεται ότι το πλαφόν στο περιθώριο κέρδους εφαρμόστηκε για πρώτη φορά τον Μάρτιο του 2020 σε αντισηπτικά και μάσκες, επεκτάθηκε σημαντικά μετά την εισβολή στην Ουκρανία και διατηρήθηκε έως τις 30 Ιουνίου 2025. Επανήλθε από τα μέσα Μαρτίου εφέτος, καλύπτοντας πλέον πάνω από 60 κατηγορίες τροφίμων και βασικών ειδών, και αφορά 5.000 έως 6.000 κωδικούς, το 55%–60% των πωλήσεων των σούπερ μάρκετ. Βάσει του ισχύοντος πλαισίου, κανείς δεν μπορεί να πωλεί με υψηλότερο μικτό περιθώριο κέρδους από τον μέσο όρο που είχε διαμορφώσει το 2025.
Η βιομηχανία κρατά μικρό καλάθι
Στελέχη της βιομηχανίας τροφίμων επισημαίνουν ότι μέχρι στιγμής δεν υπάρχει καμία συγκεκριμένη συμφωνία με το υπουργείο για οριζόντιες μειώσεις τιμών σε βασικούς κωδικούς, παρά μόνο ανοιχτός δίαυλος επικοινωνίας, όπως συμβαίνει διαχρονικά με την αγορά. Όπως αναφέρουν, κάθε πλευρά "οφείλει να συνεισφέρει σε ό,τι της αναλογεί", με κάθε επιχείρηση να διαμορφώνει την εμπορική της πολιτική με βάση τα πραγματικά περιθώρια που διαθέτει και τη δυνατότητά της να απορροφήσει μέρος του κόστους ή να προχωρήσει σε στοχευμένες προσφορές.
Στο ίδιο πλαίσιο, πηγές του κλάδου απορρίπτουν την άποψη ότι η βιομηχανία τροφίμων ευθύνεται για την ακρίβεια στο ράφι, υποστηρίζοντας ότι οι μεγαλύτερες ανατιμήσεις καταγράφονται κυρίως στα μη επεξεργασμένα τρόφιμα, όπως φρέσκα φρούτα και λαχανικά, κρέας και ψάρια, και όχι στα επώνυμα τυποποιημένα προϊόντα. Όπως σημειώνουν, η ακρίβεια στα τρόφιμα είναι αποτέλεσμα μιας ευρύτερης αλυσίδας πιέσεων που περιλαμβάνει πρώτες ύλες, ενέργεια, μεταφορικά, συσκευασία και λειτουργικό κόστος.
Τη θέση αυτή ενισχύουν και τα στοιχεία μελέτης του Ίδρυμα Οικονομικών και Βιομηχανικών Ερευνών που παρουσιάστηκαν στη γενική συνέλευση του κλάδου, σύμφωνα με τα οποία τον Απρίλιο ο πληθωρισμός στα τρόφιμα διαμορφώθηκε στο 4,4%, με αύξηση 9,2% στα μη επεξεργασμένα τρόφιμα, ενώ στα επεξεργασμένα περιορίστηκε στο 0,6%.
Οι ενστάσεις του οργανωμένου λιανεμπορίου
Την ίδια ώρα, από πλευράς σούπερ μάρκετ οι επιφυλάξεις είναι εξίσου έντονες. Εκπρόσωποι των αλυσίδων θεωρούν ότι το πλαφόν στο μεικτό περιθώριο κέρδους, παρότι θεσπίστηκε ως προσωρινό μέτρο, στην πράξη έχει αποκτήσει χαρακτηριστικά μονιμότητας και δημιουργεί στρεβλώσεις χωρίς να λύνει το πρόβλημα της ακρίβειας.
Η βασική τους ένσταση είναι ότι οι ανατιμήσεις που προέρχονται από το εξωτερικό δεν αντιμετωπίζονται με εγχώριες διοικητικές παρεμβάσεις. Όταν η πίεση έρχεται από τις διεθνείς τιμές ενέργειας, τις μεταφορές ή τις πρώτες ύλες, το πλαφόν μπορεί να περιορίσει τις κινήσεις της αγοράς, αλλά δεν μπορεί να αλλάξει τις γενεσιουργές αιτίες του προβλήματος.
Μέχρι στιγμής, σύμφωνα με πηγές της αγοράς, δεν έχουν φτάσει νέοι τιμοκατάλογοι με αυξήσεις που να συνδέονται άμεσα με τη γεωπολιτική κρίση, ενώ αν υπάρξουν νέες ανατιμήσεις, εκτιμάται πως θα είναι περιορισμένες και σαφώς ηπιότερες από εκείνες των προηγούμενων ετών.

Πέντε χρόνια ακρίβειας χωρίς ανάσα
Κι όλα αυτά ενώ οι καταναλωτές συνεχίζουν να εκφράζουν έντονη ανησυχία για το κόστος ζωής και την αγοραστική τους δύναμη, οδεύοντας προς τον έκτο χρόνο ακρίβειας.
Από τον Ιούλιο του 2021, όταν άρχισαν να φαίνονται οι πρώτες πληθωριστικές πιέσεις, μέχρι τον Απρίλιο του 2026, ο γενικός πληθωρισμός έχει αυξηθεί κατά 26,9%. Ο δείκτης διατροφής, όμως, έχει εκτοξευθεί κατά 37,3%, αποτυπώνοντας με τον πιο καθαρό τρόπο ότι τα τρόφιμα ακρίβυναν ταχύτερα από το σύνολο της οικονομίας.
Η αρχή έγινε δειλά το καλοκαίρι του 2021, η πίεση έγινε πιο αισθητή το φθινόπωρο και από τις αρχές του 2022 η κατάσταση επιδεινώθηκε ραγδαία, λίγες εβδομάδες μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία. Η έλλειψη σιτηρών και ζωοτροφών, οι αναταράξεις στις διεθνείς αγορές και το αυξημένο μεταφορικό κόστος έδωσαν ώθηση σε ένα κύμα ανατιμήσεων που δεν αποκλιμακώθηκε ποτέ πραγματικά.
Το limit up στο κρέας
Το μεγαλύτερο βάρος καταγράφεται στο κρέας. Το μοσχάρι, σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, έχει αυξηθεί κατά 75,3% από τον Ιούλιο του 2021 μέχρι τον Απρίλιο του 2026, με την Ελλάδα να παραμένει έντονα εξαρτημένη από εισαγωγές και τις εγχώριες τιμές να ακολουθούν τις διεθνείς χωρίς ουσιαστικά περιθώρια απορρόφησης.
Στο αρνί και το κατσίκι, κατηγορία παραδοσιακά με υψηλό ποσοστό εγχώριας παραγωγής, η αύξηση των τιμών στην πενταετία φθάνει το 64,6%, καταγράφοντας νέο ιστορικό υψηλό φέτος την περίοδο του Πάσχα. Στην άνοδο συνέβαλε και η επιδημία ευλογιάς που οδήγησε στη θανάτωση περίπου 500.000 αιγοπροβάτων τον τελευταίο ενάμιση χρόνο.
Στο χοιρινό οι τιμές έχουν ανέβει κατά 41,2% από 2021, ενώ ακόμη και τα πουλερικά, που παραδοσιακά αποτελούν την πιο οικονομική επιλογή για τα νοικοκυριά, εμφανίζονται ακριβότερα κατά 30,2%.
Πανάκριβα και τα λαχανικά
Εξίσου βαρύς είναι ο λογαριασμός και στα λαχανικά. Η συνολική αύξηση αγγίζει το 49,7%, με το ιστορικό υψηλό να καταγράφεται τον Μάρτιο του 2026. Πρόκειται για μια κατηγορία που επηρεάζεται έντονα από το κόστος παραγωγής, αλλά και τις ακραίες καιρικές μεταβολές. Παρότι, σύμφωνα με το δελτίο τιμών χονδρικής του Οργανισμού Κεντρικών Αγορών και Αλιείας, αυτή την περίοδο κάποια προϊόντα παρουσιάζουν μικρή διόρθωση —όπως το λάχανο, τα κρεμμύδια ή τα αγγούρια— άλλα παραμένουν σε υψηλά επίπεδα ή συνεχίζουν ανοδικά, όπως οι πιπεριές (+75%), τα φασολάκια (+53,8%) και οι τομάτες (+12,5%).

Πιο ήπιες οι αυξήσεις στα φρούτα
Στα φρούτα οι αυξήσεις εμφανίστηκαν πιο ήπια στην αρχή, όμως επιταχύνθηκαν από το 2024 και μετά. Από τον Ιούλιο του 2021 μέχρι σήμερα η άνοδος φτάνει το 26,9%.
Η φετινή μεγαλύτερη παραγωγή σε ορισμένα καλοκαιρινά είδη έχει οδηγήσει σε αποκλιμάκωση τιμών σε σχέση με πέρσι σε προϊόντα όπως τα κεράσια (-50%), τα πεπόνια (-25%) και τα ροδάκινα (-9%), ωστόσο η συνολική εικόνα της πενταετίας παραμένει ανοδική.
"Χρυσό" ελαιόλαδο
Ξεχωριστό κεφάλαιο αποτελεί το ελαιόλαδο. Καμία άλλη κατηγορία τρόφιμου δεν γνώρισε τόσο έντονη διακύμανση μέσα σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα.
Από τον Ιούλιο του 2021 ως τον Ιούλιο του 2024, ο δείκτης τιμών του ελαιόλαδου εκτοξεύτηκε κατά 137,2%. Αιτία η μεγάλη ξηρασία που οδήγησε σε κατάρρευση της παραγωγής στην Ισπανία (-54%), την Ιταλία (-27%) και την Πορτογαλία (-39%) το 2022/2023, με αποτέλεσμα τη μείωση σχεδόν 40% της ευρωπαϊκής σοδειάς συνολικά. Η Ελλάδα αύξησε την παραγωγή της κατά 42% εκείνη τη σεζόν, χωρίς όμως να μπορεί να καλύψει το ευρωπαϊκό κενό, ενώ το 2023/2024 η ελληνική παραγωγή υποχώρησε κι αυτή, εντείνοντας τις πιέσεις που οδήγησαν στην κορύφωση των τιμών τον Ιούλιο 2024. Από τότε ο δείκτης αποκλιμακώθηκε σημαντικά χάρη στην ανάκαμψη της παραγωγής το 2024/2025, ωστόσο παραμένει +38,8% πάνω από τον Ιούλιο 2021.
Καφές, γαλακτοκομικά, ψωμί
Σημαντική είναι η πίεση και στα γαλακτοκομικά και τα αυγά. Το κόστος τους έχει αυξηθεί κατά 34,4%, με κορύφωση τον Μάρτιο του 2026. Πρόκειται για προϊόντα καθημερινής κατανάλωσης, γεγονός που κάνει την επιβάρυνση ακόμα πιο αισθητή για τα νοικοκυριά.
Αντίστοιχη είναι η εικόνα στο ψωμί και στα δημητριακά. Η αύξηση από το 2021 αγγίζει το 27,9%, με ιστορικό υψηλό τον Φεβρουάριο του 2026, ενώ από τις επίμονες ανατιμήσεις της πενταετίας είναι εκείνες στην κατηγορία "καφές, τσάι, κακάο". Η συνολική αύξηση φτάνει το 40,2%, με ιστορικό υψηλό τον Φεβρουάριο του 2025. Πρόκειται για κατηγορία που επηρεάζεται έντονα από τις διεθνείς τιμές εμπορευμάτων.
Πηγή: capital.gr
Οι πιο πρόσφατες Ειδήσεις
Διαβάστε πρώτοι τις Ειδήσεις για ό,τι συμβαίνει τώρα στην Ελλάδα και τον Κόσμο στο thetoc.gr

