"Πώς σου φάνηκε ο Μητσοτάκης;" με ρώτησε ο συνάδελφος όταν φθάσαμε μαζί στο γραφείο το πρωί της Δευτέρας. Μην έχοντας έτοιμη μια από εκείνες της περισπούδαστες απαντήσεις που επιστρατεύουμε για να φανούμε προβληματισμένοι και διανοούμενοι, αντέστρεψα την ερώτηση:
"Εσένα πώς σου φάνηκε;" Στάθηκε για λίγο, με κοίταξε και μετά μου είπε, πραγματικά προβληματισμένος εκείνος: "Μου φάνηκε λίγο στην άμυνα, λίγο υποτονικός".
Είχε δίκιο. Ο πρωθυπουργός στην συνέντευξη που έδωσε στους δημοσιογράφους την Κυριακή, δεν είχε το συνηθισμένο ύφος που έχει όταν απευθύνεται στους δημοσιογράφους ή όταν απευθύνεται στους συνεργάτες του. Λίγο η υπερβολική ευγένειά του, λίγο η υπερβολική αυτοσυγκράτηση, έμοιαζε ναι, σαν να βρίσκεται σε άμυνα.
Να είναι η πίεση που νιώθει από το κόμμα Σαμαρά; Να είναι βαρύθυμος λόγω των δημοσκοπήσεων; Φταίει η αγωνία για το πόσο μακριά βρίσκεται η αυτοδυναμία;
Χωρίς να θέλω να κατηγορήσω για υποκρισία τον πρωθυπουργό, νομίζω ότι το ύφος είναι λίγο "στημένο". Είναι αποτέλεσμα μελέτης και πολιτικής επεξεργασίας. Είναι η εισήγηση των συμβούλων του. Είναι το ύφος του πολιτικού που ξέρει ότι έχει απέναντί του θυμωμένους ψηφοφόρους- για την ακρίβεια ή για τα σκάνδαλα ή για τα Τέμπη ή για όλα αυτά μαζί συν τον ΟΠΕΚΕΠΕ- και αυτό που επιδιώκει είναι να τον προσεγγίσει, χωρίς να του θυμίσει τους λόγους για τους οποίους είναι θυμωμένος.
Με άλλα λόγια, ο πρωθυπουργός, καθώς ζητάει εκ νέου την ψήφο των Ελλήνων, ξέρει ότι έχει ένα μεγάλο μειονέκτημα. Δεν μπορεί να υποσχεθεί την ανατροπή, ούτε την αλλαγή, ούτε καν μια νέα αρχή. Δεν μπορεί να υποσχεθεί, όπως ο Τσίπρας, ότι θα καταργήσει τον πληθωρισμό και θα ρίξει τις τιμές, δεν μπορεί να υποσχεθεί -όπως ο Ανδρουλάκης - ότι θα κυβερνήσει μόνο με τους τίμιους και θα διώξει τους άτιμους και τους πονηρούς, δεν μπορεί καν, όπως ο Σαμαράς, να υποσχεθεί ότι θα τρομάξει τους Τούρκους, που θα βάλουν την ουρά κάτω από τα σκέλια.
Ζητάει την ψήφο των Ελλήνων για να συνεχίσει την ίδια περίπου πολιτική που ακολουθεί από το 2019 και μετά. Με τα καλά της και τα κακά της. Με τα πάνω της και τα κάτω της. Με τις επιτυχίες της και τις αποτυχίες της. Συνεπώς αν μη τι άλλο, γνωρίζοντας ότι ακόμα και οι παραδοσιακοί ψηφοφόροι της ΝΔ, έχουν πολλούς λόγους να είναι θυμωμένοι, αυτό που σίγουρα δεν χωράει είναι η αλαζονεία και αυτή η αίσθηση της υπεροχής και της αυτάρκειας, που χαρακτηρίζει ορισμένες φορές το ύφος του πρωθυπουργού.
Οι περιστάσεις απαιτούν χαμηλό προφίλ, μια ορισμένη σεμνότητα, αυτοκριτική και γιατί όχι, και καμιά συγνώμη. Πόσες περισσότερες συγνώμες, απαντούν οι συνεργάτες του. Ποιος άλλος πρωθυπουργός έχει πει περισσότερα "ζητάω συγνώμη"; Ναι στην αυτοκριτική όχι στο αυτομαστίγωμα, λέει ο ίδιος. Όμως να, ορισμένοι δεν πείθονται από την αυτοκριτική του Κυριάκου Μητσοτάκη. Τους φαίνεται παράξενο να αποδέχεται την ευθύνη για τον ΟΠΕΚΕΠΕ, αλλά να ξεχνάει επιμελώς οποιαδήποτε αναφορά στο σκάνδαλο των υποκλοπών. Τι μας εκπλήσσει όμως; Και η αυτοκριτική είναι μέρος της πολιτικής επικοινωνίας για την προσέγγιση των ψηφοφόρων, δεν παρέχεται "αφιλοκερδώς". Υπακούει σε μια λογική. Εχει δοσολογία. Τόσο όσο.
Ο πρωθυπουργός προσέρχεται στον προεκλογικό διάλογο, έχοντας ήδη ένα βαρύ παρελθόν. Εχει κυβερνήσει ήδη σχεδόν 8 χρόνια και ζητά άλλα τέσσερα. Δεν μπορεί να πατήσει πάνω σε μια υπόσχεση ότι θα αλλάξουν όλα, μπορεί μόνο να δεσμευτεί ότι η πορεία που ξεκίνησε το 19, θα έχει συνέχεια. Μπορεί μόνο να πατήσει πάνω στις επιτυχίες της κυβέρνησής του- στο μεταναστευτικό, στην ανάπτυξη, στη μείωση της φορολογίας και στην αντιμετώπιση της ανεργίας- και να ελπίζει να ξεχαστούν ή να μετρήσουν λιγότερο, οι αποτυχίες- στην αντιμετώπιση της ακρίβειας, στην αναμόρφωση του δημοσίου ή στην προστασία και ενίσχυση των δημοκρατικών θεσμών. Γνωρίζει φυσικά ότι κανείς δεν σε ψηφίζει για όσα έκανες. Δεν σε ψηφίζει σε αναγνώριση ευγνωμοσύνης. Ψηφίζει μόνο όταν ελπίζει. Και υπολογίζει, με βάση τα πεπραγμένα.
Σύμμαχός του και το παρελθόν των άλλων. Ειδικά του Αλέξη Τσίπρα. Αλλά και ο Νίκος Ανδρουλάκης μπορεί να κατεβαίνει με το σύνθημα ότι αυτός δεν ψήφισε μνημόνιο και ότι δεν έχει κυβερνήσει, αλλά το κόμμα του… αυτό και αν έχει παρελθόν. Θα έλεγε κανείς ότι αυτός είναι και ο βασικός λόγος που δεν μπορεί να ξεκολλήσει η βελόνα. Το παρελθόν του.
Η σεμνότητα και η μετριοπάθεια, είναι τέλος το όχημα και για να προσεγγίσει ο κ. Μητσοτάκης ένα νηφάλιο κοινό, που αποστρέφεται τις υστερίες και την κακοφωνία, αυτό το κοινό που αποκαλούμε κέντρο, ένα κοινό χωρίς αυστηρές κομματικές ταυτίσεις, που συχνά μετακινείται ανάλογα με τα συμφέροντά του και που θα κρίνει την επιτυχία ή την αποτυχία του σχεδίου "τρίτη τετραετία".
Οι πιο πρόσφατες Ειδήσεις
Διαβάστε πρώτοι τις Ειδήσεις για ό,τι συμβαίνει τώρα στην Ελλάδα και τον Κόσμο στο thetoc.gr


