Υπήρχε ένας πολιτικός που λεγόταν Ευάγγελος Γιαννόπουλος. (Το ότι ξεκινάω έτσι σημαίνει ότι έχω την ευγενή φιλοδοξία να απευθύνομαι και σε νεότερους αναγνώστες.) Έλαμψε ο Ευάγγελος Γιαννόπουλος από τη δεκαετία του 1970 ως πρόεδρος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών και στη συνέχεια ως υπουργός των κυβερνήσεων Ανδρέα Παπανδρέου και Κώστα Σημίτη. Για ένα, μεγάλο, φεγγάρι ήταν το πιο προβεβλημένο στέλεχος του ΠΑΣΟΚ καθώς εμφανιζόταν καθημερινά στην τηλεόραση, είχε μάλιστα και δική του πολύωρη εκπομπή στο κανάλι 29 – ξενυχτούσε το κοινό του για να τον βλέπει.
Τον παραδεχόμουν τον Ευάγγελο Γιαννόπουλο; Τον έβρισκα μαχητικό, της πιάτσας, ικανό προσέτι να ανταποκριθεί στα καθήκοντα που του ανατίθονταν. Του αναγνώριζα επίσης μια γνησιότητα, επρόκειτο για αυτόφωτη φυσιογνωμία, όχι για σφουγγοκωλάριο του εκάστοτε αρχηγού. Ήταν, από την άλλη, ο κατεξοχήν εκπρόσωπος του πιο μπρούτου λαϊκισμού. Κολάκευε με κάθε τρόπο το κοινό του, αξιοποιούσε το επικοινωνιακό του χάρισμα εναντίον των αντιπάλων του ενίοτε με χτυπήματα κάτω από τη μέση. Δεν μασούσε τις κουβέντες του. Αθυρόστομος, βωμολόχος συχνά, με εκρήξεις θυμού, οι οποίες μάλλον διασκέδαζαν παρά τρόμαζαν. Αρκετοί τότε τον έβρισκαν στα όρια του γραφικού. Στις μέρες μας θα του αποδίδονταν πολύ βαρύτερες κατηγορίες. Πατριάρχη θα τον έλεγαν, κακοποιητικό, προσβλητικό για τα χρηστά ήθη. Το ΕΣΡ θα του έκανε αυστηρότατες συστάσεις και καθώς δεν θα συμμορφωνόταν, ίσως και να του απαγόρευε να βγαίνει στην τηλεόραση.
Ε, από τα σημερινά "χρηστά" ήθη, εγώ προτιμώ τον Ευάγγελο Γιαννόπουλο.
Επελαύνει τα τελευταία χρόνια και στην Ελλάδα ένας πουριτανισμός που θυμίζει αραχνιασμένο παρθεναγωγείο. Βγαίνει σε δύο συσκευασίες.
Αφενός ως αστικός ή μικροαστικός καθωσπρεπισμός. Ο αγροτοσυνδικαλιστής που στόλισε τον πρωθυπουργό μπροστά στις κάμερες κηρύχθηκε persona non grata, ανεπιθύμητος στο Μέγαρο Μαξίμου. Σάμπως να συναντιόντουσαν ο επικεφαλής της εκτελεστικής εξουσίας με τους επικεφαλής των μπλόκων για να πιούν τσάι και να κουβεντιάσουν περί τέχνης και όχι σε μια ύστατη προσπάθεια να βρουν κάποια λύση.
Αφετέρου ως πολιτική ορθότητα. Οποιαδήποτε φράση που απευθύνεται σε γυναίκα αν εκληφθεί ως σεξιστική ρίχνει εκείνον ο οποίος την ξεστόμισε ακαριαία στον Καιάδα. Η Ζωή Κωνσταντοπούλου είναι μανούλα στο να παρεξηγείται και να αντεπιτίθεται, συνήθως ασύμμετρα. Το "άσε μας, κουκλίτσα μου!", που της απηύθηνε ο Δημήτρης Καιρίδης δεν αποτελούσε προσβολή; Στη θέση της, θα την προσπερνούσα με ένα ειρωνικό χαμόγελο. Βεβαίως και ο ίδιος ο Καιρίδης, όταν τον αποκάλεσε ο Κυριάκος Βελόπουλος "κακιά", δεν εξεμάνη σαν να του είχαν πατήσει τον κάλο;
Πρέπει να απευθυνόμαστε ο ένας στον άλλον "με το σεις και με το σας", αποφεύγοντας τις "βρωμοκουβέντες"; Τι το όφελος άμα είμαστε κοσμιότατοι πλην φαύλοι; Άμα με σαλονίσιο σαβουάρ βιβρ πατάμε επί πτωμάτων;
"Μα πού ζεις εσύ;" θα γελάσετε. "Δεν έχεις δει τον οχετό των σόσιαλ μίντια, τα "ψόφα”, τα "Μητσοτάκη γα…εσαι!”, τις δολοφονίες χαρακτήρων; Το λεκτικό του Παύλου Πολάκη, ο οποίος όντως διεκδικεί δάφνες Ευάγγελου Γιαννόπουλου; Τις ταινίες του Γιάννη Οικονομίδη, όπου όλοι βλαστημούν ακατάσχετα;"
Ως υπεραντιδράσεις τα εκλαμβάνω στο κλίμα που πάει να επιβληθεί. Στα σόσιαλ μίντια, όσοι κοπρολαλούν το κάνουν κρυμμένοι πίσω από ψευδώνυμα. Οι χαρακτήρες του Οικονομίδη είναι λούμπεν, κανείς δεν θα ήθελε να τους μοιάσει. Όσο για τον "αψύ" Πολάκη, πολύ περισσότερο έβλαψε με την επαμφοτερίζουσα στάση του κατά την πανδημία παρά με την αθυροστομία του. Όπως ασύγκριτα απεχθέστερες και πιο επικίνδυνες είναι οι πράξεις του Ντόναλντ Τραμπ, ο γκανγκστερισμός του, παρά τα χυδαία δήθεν αστεία του. Τι διαφορά θα έκανε ο Πρόεδρος των ΗΠΑ να εκφράζεται σεμνά και ταπεινά και παραλλήλως να αντιμετωπίζει τις άλλες χώρες σαν οικόπεδα προς καταπάτηση και τους άλλους λαούς σαν εμπόδια στο "Let’s Make America Great Again”;
Θεωρείται χειραφέτηση στους καιρούς μας το να είσαι εύθικτος. Μυγιάγγιχτος. Να έχεις έναν κατάλογο απαγορευμένων λέξεων, που αν στις απευθύνουν ή τις ακούσεις έστω στον χώρο, θα νοιώσεις τρομερά άβολα. Ότι προσβάλλεται βάναυσα η αξιοπρέπειά σου - γενετήσια και μη. Πως χλευάζει ο άλλος το φύλο σου ή την προσωπικότητά σου γενικά. Έμαθα ότι πλέον δεν επιτρέπεται ούτε καν να επαινέσεις κάποιον επειδή αδυνάτισε. Εμμέσως τον κατηγορείς ότι πριν ήταν χοντρός.
"Τι αναπολείς;" θα επιμείνετε. "Την εποχή που τις γυναίκες τις σφύριζαν στον δρόμο και τους ψιθύριζαν τα μύρια όσα;" "Για φλερτ επρόκειτο. Άγαρμπο έστω. Αρκετές κολακεύονταν." "Και άλλες φοβόντουσαν να μπουν σε λεωφορεία μην τις χουφτώσουν εφαψίες! Δεν συμφωνείς ότι είναι πρόοδος ένα τρανς πρόσωπο να μην οδηγείται -θέλοντας και μη- στην πορνεία μα να μπορεί να εργάζεται ταμίας, σύμβουλος πωλήσεων και νομικός αύριο-μεθαύριο;" "Εννοείται!" "Πώς θα συνέβαινε αν δεν μάζευαν οι "άντρες παλαιάς κοπής” τη γλώσσα τους; Κάλλιο να λογοκρίνεσαι παρά να ταπεινώνεις όποιον διαφέρει."
Συμφωνώ. Και επαυξάνω. Ο κόσμος μας είναι ασύγκριτα πιο φιλικός προς τις μειονότητες από τον κόσμο των γονιών μας. Το μπούλινγκ καταδικάζεται αβλεπί, άλλο αν καθημερινά διαβάζουμε για συμπλοκές εφήβων με αιματηρή συχνά κατάληξη. Η ευαισθησία, ακόμα και η υποκριτική, ανακουφίζει.
"Ε τότε; Για ποιο λόγο θυμήθηκες το 2026 τον Ευάγγελο Γιαννόπουλο και τον παρουσιάζεις μάλιστα σαν συμπαθητική προσωπικότητα; Την κορυφαία τηλεοπτική δημοσιογράφο που την ανεβοκατέβαζε "τσούγδω” τη ρώτησες;"
Στοιχηματίζω ότι η εν λόγω κυρία ουδέποτε τον ξεσυνερίστηκε. Σιγά μην έβαζε τη γάτα της να κλάψει για χατίρι του. Το γέλιο ήταν η καλύτερη απάντησή της.
Εκείνο ακριβώς νοσταλγώ. Έναν κόσμο που αλληλοπειραζόταν και με αριστοφανική ακόμα καυστικότητα, κανείς ωστόσο δεν το έπαιρνε επί πόνου. Κανένας δεν αυτοθυματοποιούνταν. Έναν κόσμο που επέτρεπε και τη χοντρή ακόμα πλάκα – αν σού την έκαναν, ήξερες πώς να την επιστρέψεις.
Κι αυτό ακριβώς με μελαγχολεί, με τρομάζει σχεδόν, στο σήμερα. Το "άνευ θείου και φωσφόρου". Το άνοστο. Το ξενέρωτο. Το πληκτικό. Το έχει πει εξάλλου ο Λορέντζος Μαβίλης, το 1911. Δεν υπάρχουν χυδαίες λέξεις. Χυδαίοι άνθρωποι υπάρχουν.
Πηγή: capital
Οι πιο πρόσφατες Ειδήσεις
Διαβάστε πρώτοι τις Ειδήσεις για ό,τι συμβαίνει τώρα στην Ελλάδα και τον Κόσμο στο thetoc.gr