Κατά τη δεκαετία του ‘70, ίσως μέχρι τα τέλη των ‘80s, ταξίδι με υπεραστικό λεωφορείο σήμαινε περιπέτεια. Ενίοτε και πανηγύρι. Το οδικό δίκτυο της Ελλάδας ήταν παλιό και κακοσυντηρημένο.
Στις Εθνικές, ανάμεσα στα αντίθετα ρεύματα, δεν υπήρχαν διαζώματα, μονάχα -στην καλύτερη περίπτωση- κάτι σπιθαμιαία κολωνάκια, εξ ου και οι μετωπικές συγκρούσεις καθημερινά, ο "φόρος στον Μολώχ της ασφάλτου" κατά την κοινότοπη δημοσιογραφική διατύπωση. Ο οδηγός του λεωφορείου είχε πλάι στο τιμόνι του ταμπελίτσα "μπαμπά μην τρέχεις", εικόνισμα και ηλεκτρικό καντήλι, άλλο εάν με κάθε αφορμή κατέβαζε Χριστούς και Παναγίες. Οι επιβάτες κάθονταν όπου έβρισκαν, σαρδελιάζονταν εν ανάγκη στη γαλαρία. Φαντάροι, μωρομάνες, ρυτιδιασμένοι αγρότες - τσεμπέρι η γριά, τραγιάσκα ο γέρος της. Κάπνιζαν αβέρτα, ξετύλιγαν ασημόχορτα και κέρναγαν τους διπλανούς τους χορτόπιτες και χαλβάδες, μετά από δυό-τρεις ώρες γίνονταν όλοι μια παρέα.
Ο οδηγός έβαζε στη διαπασών λαϊκοδημοτικά. Τους έχω δει με τα μάτια μου παιδί να σηκώνονται και να χορεύουν καλαματιανό στον διάδρομο, μέχρι μαντήλι να βγάζουν για να πιαστούν. Απεχθάνομαι την εξιδανίκευση του παρελθόντος. Δεν μπορώ ωστόσο να μη νοσταλγήσω τη χαρά της ζωής που είχαν εκείνες οι πολύπαθες γενιές. Τον κοινοτισμό τους ως αντίθετο της ιδιωτικότητας που τείνει σήμερα να κυριαρχήσει.
Σήμερα κλείνεις εισιτήριο για το Κτελ μέσω διαδικτύου. Τα οχήματα σε άψογη κατάσταση, οι οδηγοί στην τρίχα, ακόμα και γραβατωμένοι. Καθίσματα άνετα, κλιματισμός, συχνά και wifi. Τα διώροφα λεωφορεία διαθέτουν τουαλέτες. Μπορείς να διαβάσεις, να δουλέψεις στο λάπτοπ. Οι περισσότεροι απλώς σκρολάρουν αέναα στο κινητό. Ή ακούνε μουσική με ακουστικά. Έχεις την αίσθηση εν ολίγοις πως ο καθένας είναι κλεισμένος στην ατομική του κάψουλα. Έχω δει στην πολιτισμένη Δύση και χειρότερα. Στην Ελβετία θεωρείται βαρβαρότης να μιλάς στο τηλέφωνο σε δημόσιο χώρο. Σε ένα τρένο στην Αμερική, ένας συνταξιδιώτης με επέπληξε αυστηρότατα επειδή μπλαμπλάδιζα με την κόρη μου. Αντέγραφε κάτι μουσικά χειρόγραφα και τον εμποδίζαμε -λέει- να συγκεντρωθεί.
Ταξιδεύω με Κτελ ίσαμε δέκα φορές τον χρόνο. Άλλες τόσες τουλάχιστον με πλοία και αεροπλάνα. Δεν έχω αμάξι, δεν ξέρω καν να οδηγώ. Είμαι, εδώ και δεκαετίες, ένας περιπλανώμενος συγγραφέας. Όπου κι αν με καλούν να μιλήσω για τα μυθιστορήματά μου, στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, σε εκθέσεις και σε φεστιβάλ λογοτεχνίας, σε βιβλιοπωλεία και αναγνωστικές λέσχες, σε πόλεις, κωμοπόλεις και κεφαλοχώρια, σπεύδω. Την άνοιξη του 2010, την παραμονή μιας εκδήλωσης στη Σύρο, έπαθα κωλικό νεφρού. Δεν λιποψύχησα, έκανα μια παυσίπονη ένεση και πήγα. Δικαιώθηκα. Από το τράνταγμα του καραβιού, η πέτρα κατέβηκε. Την κατούρησα στο λιμάνι.
Πουλάω τα βιβλία μου σχεδόν πόρτα-πόρτα, ως πλασιέ του εαυτού μου; Ουδόλως είναι αυτό το κυρίαρχο κίνητρό μου – αν το έβλεπες στεγνά, εμπορικά, θα έκρινες τα "επαγγελματικά" ταξίδια μου ασύμφορα. Αλλού βρίσκεται η ουσία. Στο να έρχεσαι σε επαφή με τους αναγνώστες κάθε τόπου. Να συγχρωτίζεσαι μαζί τους, έστω για ένα απόγευμα κι ένα βράδυ. Να παίρνεις μια ιδέα για την καθημερινότητά τους, τι τους απασχολεί, τι τους παθιάζει, τι τους φοβίζει. Δεν ταξιδεύεις τόσα χιλιόμετρα για να μιλήσεις από καθέδρας, παριστάνοντας -τρομάρα σου- τον "πνευματικό άνθρωπο". Μα για να ακούσεις. Να δεις. Να οσμισθείς.
Έχω βρεθεί στις Σέρρες σε ολονύχτιο καζάνισμα. Σταγόνα-σταγόνα έπεφτε το αποσταγμένο τσίπουρο και οι γηραιότεροι διηγούνταν ιστορίες - ένας αιωνόβιος μού έδωσε μια γλαφυρότατη περιγραφή του Κωνσταντίνου Καραμανλή προτού πολιτευτεί. Στη Θεσσαλία σε μαντρί – ο πατέρας της φιλολόγου που με παρουσίασε ήταν κτηνοτρόφος, σιγά μην έχανα την ευκαιρία. Στη Λέσβο πήγα, το 2017, στη φοβερή Μόρια. Αντίκρυσα τους δόλιους θαλασσοδαρμένους στοιβαγμένους μέσα στα κοντέινερ -και νήπια ακόμα-, εντύπωση μου έκανε βεβαίως πώς κάποιοι τους είχαν έρθει, μέσω Τουρκίας, από τη Λατινική Αμερική. Τον καιρό των παχιών αγελάδων, ζητούσα πάντα μετά τη λογοτεχνική βραδιά να με καταλήξουμε στα μπουζούκια, στο σκυλάδικο ακόμα καλύτερα, της περιοχής. Έτσι εμπνεύστηκα το μυθιστόρημά μου "Η Φωνή".
Αυτό που εγώ χαίρομαι να ονομάζω ανθρωπογνωσία, κάποιος κακόπιστος θα το αποκαλούσε εναλλακτικό τουρισμό. "Ρίχνεις πέντε ματιές και φεύγεις…" θα κάγχαζε. Θα του απαντούσα πως η αρχική εντύπωση κάποιες φορές είναι η πιο ακριβής. Αρκεί να είσαι απροκατάληπτος, δίχως να έχεις προαποφασίσει τι θα αντικρύσεις και πώς θα το ερμηνεύσεις. Πως μία τυχαία, σύντομη συνάντηση μπορεί να σε διδάξει περισσότερα από μια μακροχρόνια, σε βάθος δήθεν, γνωριμία. Στους άγνωστους δείχνουμε συχνά ένα πρόσωπο πιο γνήσιο από ό,τι σε ανθρώπους με τους οποίους έχουμε ήδη συνδεθεί.
Όσοι εν πάση περιπτώσει δημοσιολογούν, πλήρεις αυτοπεποίθησης, σχετικά με την Ελλάδα και τους Έλληνες… Όσοι καυτηριάζουν από την ασφάλεια του σπιτιού τους τα κακώς κείμενα, όσοι κουνάνε το δάχτυλο, καλό θα ήταν να διαλέξουν έστω και στην τύχη έναν προορισμό. Και να μπουν σε ένα Κτελ. Κι όταν φτάσουν, να βγουν -άγνωστοι έστω, μεταξύ αγνώστων- στην αγορά. Δεν μπορεί, κάτι θα πάρει το μάτι και το αυτί τους…
"Ωρύεστε, εκεί στην Αθήνα, σχετικά με τον Οπεκεπέ" μού είπε χθες το βράδυ ένας κτηνοτρόφος. "Σου ορκίζομαι ότι χωρίς τέτοια σκάνδαλα και σκανδαλιές, αγρότες δεν θα υπήρχαν στη χώρα μας ζαμάνια τώρα…" "Τι εννοείς;" Με κέρασε κρασί και μου ανέλυσε την άποψή του. Διαφώνησα με ό,τι άκουσα από το στόμα του. Το τελικό δε συμπέρασμά του το βρήκα τερατώδες. Πήγα εντούτοις για ύπνο σοφότερος.-
Πηγή: capital
Οι πιο πρόσφατες Ειδήσεις
Διαβάστε πρώτοι τις Ειδήσεις για ό,τι συμβαίνει τώρα στην Ελλάδα και τον Κόσμο στο thetoc.gr