Η ταινία "Ποτέ την Κυριακή", γυρισμένη το 1960, αποτελεί ένα σπάνιο κινηματογραφικό φαινόμενο. Με πρωταγωνίστρια τη Μελίνα Μερκούρη και σκηνοθέτη τον Jules Dassin (Ζυλ Ντασέν), ταξίδεψε σε δεκάδες χώρες, απέσπασε διεθνείς διακρίσεις και άφησε πίσω της ένα τραγούδι που έγινε συνώνυμο της Ελλάδας: "Τα Παιδιά του Πειραιά", του Μάνου Χατζιδάκι.
Ο Dassin δεν ήθελε να παρουσιάσει μια Ελλάδα των αρχαίων μνημείων και της ιστορίας. Ήθελε να δείξει την Ελλάδα, και κυρίως τον Πειραιά του λαού, της μουσικής, του έρωτα και του πάθους.
Ο Χατζιδάκις μετέφερε αυτή την ιδέα στη μουσική, δημιουργώντας μια μελωδία που ξεπέρασε τα όρια της ταινίας. Το τραγούδι έγινε θρύλος, γιατί συνδύασε τρία μοναδικά στοιχεία: τη μουσική ευφυΐα του Χατζιδάκι, τη χαρισματική ερμηνεία της Μελίνας Μερκούρη, και τις κινηματογραφικές εικόνες μιας Ελλάδας που το διεθνές κοινό δεν είχε γνωρίσει μέχρι τότε.
Ο Χατζιδάκις και το μουσικό του "παιδί" που δεν ήθελε να τον χαρακτηρίζει
Υπάρχει ένα παράδοξο στην ιστορία του τραγουδιού: τα "Παιδιά του Πειραιά" έγιναν το πιο αναγνωρίσιμο έργο του Χατζιδάκι διεθνώς, όμως ο ίδιος δεν θέλησε ποτέ να ταυτιστεί με αυτό. Ο Μάνος Χατζιδάκις ήταν ένας δημιουργός πολύ ευρύτερου έργου: έγραψε συμφωνική μουσική, μουσική για θέατρο και κινηματογράφο, άλλα τραγούδια υψηλής ποιητικής αξίας, έργα που συνδύαζαν την ελληνική παράδοση με σύγχρονες μουσικές αναζητήσεις. Έτσι, για εκείνον, τα "Παιδιά του Πειραιά" ήταν ένα τραγούδι γραμμένο για τις ανάγκες μιας κινηματογραφικής σκηνής — όχι όμως η καλλιτεχνική του ταυτότητα.
Σε μια συζήτηση με τη Μελίνα Μερκούρη, εκείνη τον ρώτησε: "Ήθελα πάντα να σε ρωτήσω γιατί έχεις μία άποψη για ένα τραγούδι και αυτό είναι βέβαια τα "Παιδιά του Πειραιά”…"
"Αρνητική άποψη", συμπλήρωσε αμέσως ο Χατζιδάκις και συνέχισε εξηγώντας πως το έγραψε επειδή ταίριαζε στη σκηνή της ταινίας, αλλά μετά την παγκόσμια επιτυχία του ένιωθε ότι το τραγούδι είχε αποκτήσει μια ζωή με την οποία δεν συμφωνούσε: "από εκεί και πέρα δεν μου ανήκει…" είπε "…γιατί είναι κάτι πέρα από τις προθέσεις μου… μου στέρησε τη δυνατότητα να έχω τη σωστή επαφή με τον κόσμο"
Η Μελίνα τού απάντησε με μια φράση που έμεινε: "Ωραία! Τότε αυτό το παιδί είναι ορφανό από πατέρα, αλλά έχει μια μάνα!"
Ο Χατζιδάκις έκλεισε τη συζήτηση με το γνωστό του χιούμορ και την κομψότητά του: "Χαίρομαι και σε συγχαίρω γι’ αυτή την υιοθεσία που έκανες".
Η Ελλάδα που ανακάλυψε ο κόσμος
Η αλήθεια είναι ότι τόσο η ταινία όσο και το τραγούδι μετέτρεψαν την Ελλάδα σε παγκόσμιο πολιτιστικό σύμβολο. Το 1960 η χώρα ήταν ακόμη γνωστή στο εξωτερικό κυρίως μέσα από την αρχαία ιστορία της. Με την ταινία όμως, εκατομμύρια άνθρωποι γνώρισαν μια διαφορετική Ελλάδα: τον Πειραιά, τη λαϊκή διασκέδαση, το ελληνικό γλέντι.
Η υπόθεση της ταινίας ακολουθεί την Ίλια (Μελίνα Μερκούρη), μια ανεξάρτητη, αυθόρμητη και χαρούμενη γυναίκα που εργάζεται ως πόρνη στον Πειραιά και έχει επιλέξει να ζει τη ζωή της χωρίς ενοχές και περιορισμούς. Η Ίλια δεν βλέπει τον εαυτό της ως θύμα. Αντίθετα, υπερασπίζεται την προσωπική της ελευθερία και ακολουθεί τους δικούς της κανόνες. Ο πιο χαρακτηριστικός από αυτούς είναι ο απαράβατος κανόνας της: "Ποτέ την Κυριακή". Την Κυριακή δεν εργάζεται. Είναι η ημέρα που κρατά αποκλειστικά για τον εαυτό της — για τη χαρά, την ξεκούραση, τη μουσική, το γλέντι και την ανθρώπινη επαφή.
Η γνωριμία της με τον Όμηρο, έναν Αμερικανό διανοούμενο που υποδύεται ο σκηνοθέτης Jules Dassin, δημιουργεί μια σύγκρουση ανάμεσα σε δύο διαφορετικές αντιλήψεις για την ευτυχία. Εκείνος βλέπει την Ίλια μέσα από ένα πιο αυστηρό, "διορθωτικό" πρίσμα και πιστεύει ότι πρέπει να αλλάξει τη ζωή της. Εκείνη, όμως, θεωρεί πως η ελευθερία της και η χαρά που αντλεί από την καθημερινότητά της έχουν μεγαλύτερη αξία από οποιονδήποτε κοινωνικό κανόνα.
Η σύγκρουση αυτή βρίσκεται στον πυρήνα της ταινίας: είναι καλύτερο να ζει κανείς σύμφωνα με τις προσδοκίες των άλλων ή να παραμένει πιστός στον δικό του τρόπο ζωής;
Ο Jules Dassin ανήκε στους δημιουργούς του Χόλιγουντ που επηρεάστηκαν από το κλίμα του μακαρθισμού. Οι υποψίες για πολιτικές του πεποιθήσεις και η σύνδεσή του με τη "μαύρη λίστα” της εποχής περιόρισαν σημαντικά τις δυνατότητές του να εργαστεί στα αμερικανικά στούντιο. Η Ευρώπη αποτέλεσε τον χώρο όπου μπόρεσε να συνεχίσει ελεύθερα τη σκηνοθετική του πορεία, οδηγώντας τελικά στη δημιουργία του "Ποτέ την Κυριακή". Η συνεργασία του με τη Μελίνα εξελίχθηκε και σε προσωπική σχέση. Οι δυο τους παντρεύτηκαν το 1966.
Ο Πειραιάς του 1960: ένα κινηματογραφικό ιστορικό ντοκουμέντο
Η ταινία γυρίστηκε σε μια Ελλάδα που σήμερα έχει σχεδόν εξαφανιστεί. Οι εικόνες του παλιού Πειραιά, των λαϊκών συνοικιών και της ζωής γύρω από το λιμάνι αποτελούν πολύτιμο ιστορικό αρχείο. Στην ταινία βλέπουμε τον πραγματικό Πειραιά, γειτονιές χωρίς εξιδανίκευση, τη λαϊκή ζωή της εποχής, ακόμη και μια φωτογραφία από την τότε ομάδα του Ολυμπιακού να κρατά σαν πολύτιμη εικόνα η Ίλια. Η αξία της ταινίας βρίσκεται ακριβώς εδώ: δεν προσπάθησε να δημιουργήσει μια τεχνητή Ελλάδα. Έδειξε μια ζωντανή, λαϊκή και ανθρώπινη πόλη.
Το "Ποτέ την Κυριακή" γυρίστηκε σε μια κρίσιμη περίοδο της ελληνικής ιστορίας. Η Ελλάδα προσπαθούσε να αφήσει πίσω της τα τραύματα του Εμφυλίου Πολέμου και να προχωρήσει μέσα από δύσκολες κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες.
Η ταινία όμως παρουσίασε μια Ελλάδα γεμάτη μουσική, χορό, αισιοδοξία, και ανθρώπινη ζεστασιά. Αυτή η εικόνα δεν ήταν ψεύτικη. Ήταν μία πλευρά μιας κοινωνίας που, παρά τις δυσκολίες, προσπαθούσε να ξαναβρεί τη χαρά της ζωής.
Δεν είναι τυχαίο ότι η απήχηση της ταινίας ξεπέρασε τα σύνορα. Σε μία φωτογραφία του 1962, βλέπουμε το μεγάλο καρναβάλι που διοργάνωσαν οι φοιτητές του Πανεπιστημίου Lund στη Σουηδία. Μια φοιτήτρια ντυμένη ως Ίλια προηγήθηκε της πορείας, κρατώντας πλακάτ με κεντρικό σύνθημα ALDRIG PÅ SÖNDAG ("Ποτέ την Κυριακή") ενώ σύμφωνα με το ημερολόγιο του φωτογράφου Σίμου Τσαπνίδη, ακουγόταν το τραγούδι "Τα Παιδιά του Πειραιά".
"Τα Παιδιά του Πειραιά": η μουσική μνήμη ενός κόσμου που χανόταν
Το τραγούδι ήταν αποτέλεσμα μιας μεγάλης καλλιτεχνικής ιδέας του Χατζιδάκι: να αποδώσει μουσικά την ψυχή του Πειραιά.
Η εισαγωγή του τραγουδιού δημιουργεί την ψευδαίσθηση μιας λατέρνας που κουβαλά μνήμες από παλιές συνοικίες, γιορτές, γειτονιές, έρωτες, ανθρώπους που έφευγαν από το λιμάνι για μια νέα ζωή. Ήταν ένας ήχος που έλεγε αμέσως στον ακροατή: "παλιά Ελλάδα".
Ο Χατζιδάκις δεν έγραψε ούτε ένα ρεμπέτικο ούτε ένα απλό λαϊκό τραγούδι. Δημιούργησε ένα πρωτότυπο μουσικό κράμα: το χρώμα της λαϊκής μουσικής, την αίσθηση της λατέρνας, τον ήχο του μπουζουκιού, και την δύναμη της ορχήστρας. Το αποτέλεσμα ήταν ένας ήχος που μπορούσε να συγκινήσει τόσο τον Έλληνα ακροατή όσο και το διεθνές κοινό.
Η λατέρνα είχε ιδιαίτερη σημασία για τον Χατζιδάκι, καθώς αγαπούσε τα ξεχασμένα λαϊκά ακούσματα και προσπαθούσε να αναδείξει στοιχεία της παλιάς αστικής μουσικής παράδοσης. Στην εισαγωγή του τραγουδιού μιμείται συνειδητά το ύφος της λατέρνας, ενώ ο χαρακτηριστικός ήχος του μπουζουκιού —που παίζει ίσως ο Γιώργος Ζαμπέτας— δημιουργεί την αίσθηση μιας Ελλάδας που εκείνη την εποχή άρχιζε να αλλάζει. Αναμφίβολα ένα εξαιρετικό τραγούδι, παιδί του Μάνου και της Μελίνας.
Δείτε βίντεο και φωτογραφίες:
Οι πιο πρόσφατες Ειδήσεις
Διαβάστε πρώτοι τις Ειδήσεις για ό,τι συμβαίνει τώρα στην Ελλάδα και τον Κόσμο στο thetoc.gr
