Για χρόνια μάζευε φωτογραφίες γκράφιτι χωρίς να ξέρει ακριβώς γιατί. Το 2009 αποφάσισε να βάλει τάξη σε αυτό το υλικό και ξεκίνησε μια έρευνα που τον οδήγησε σε σπίτια παλιών writers, σε ξεχασμένα αρνητικά φιλμ και σε ανθρώπους που είχαν χαθεί από τη σκηνή εδώ και δεκαετίες. Δεκαπέντε χρόνια αργότερα, το αποτέλεσμα αυτής της διαδρομής αποτυπώνεται σε τέσσερις τόμους που καταγράφουν για πρώτη φορά συστηματικά την ιστορία του ελληνικού γκράφιτι από το 1983 έως το 1998, ενώ ένας πέμπτος βρίσκεται ήδη στα σκαριά.
"Μάζευα φωτογραφίες με γκράφιτι, χωρίς όμως να ξέρω ακριβώς το γιατί. Η ιδέα για την έρευνα ήρθε το 2009 και από τότε άρχισα να συγκεντρώνω υλικό από όλη την Ελλάδα. Το μεγαλύτερο μέρος της δουλειάς έγινε την περίοδο 2009-2016, αλλά στην πραγματικότητα δεν σταμάτησα ποτέ να συλλέγω", λέει ο Χαρίτωνας Τσαμαντάκης, μιλώντας στο TheTOC, που προέρχεται και ο ίδιος από τον χώρο.
Η αφορμή για να ξεκινήσει αυτή η καταγραφή ήταν μια... διαπίστωση που τον ενοχλούσε. "Η βασική ιστορία είναι ότι εγώ ξεκίνησα να κάνω γκράφιτι το 1999 και πολλοί από τους νεότερους θεωρούσαν ότι εμείς ήμασταν οι παλιοί, οι λεγόμενοι old school. Ήθελα όμως να δείξω ότι η σκηνή είχε ξεκινήσει περίπου είκοσι χρόνια πριν από εμάς, ότι είχε ήδη αναπτυχθεί, είχε δημιουργήσει σημαντικά πράγματα και είχε διαμορφώσει μια ολόκληρη ιστορία πολύ πριν εμφανιστούμε εμείς".
Σύμφωνα με την έρευνά του, τα πρώτα δείγματα οργανωμένου γκράφιτι στην Ελλάδα εμφανίζονται γύρω στο 1983. Άνθρωποι που είχαν επαφή με το εξωτερικό, είχαν δει αμερικανικές ταινίες ή είχαν γνωρίσει την κουλτούρα του breakdance και του hip hop άρχισαν να μεταφέρουν τα πρώτα στοιχεία της νέας αυτής μορφής έκφρασης στην Ελλάδα.
"Πολλοί από αυτούς έβλεπαν σε δίσκους, εξώφυλλα ή ταινίες τα πρώτα γκράφιτι της Νέας Υόρκης και προσπαθούσαν να τα μιμηθούν. Έτσι, δειλά-δειλά άρχισε να διαμορφώνεται και στην Ελλάδα μια μικρή σκηνή γύρω από το γκράφιτι στις αρχές της δεκαετίας του ’80. Πριν από αυτό υπήρχαν βέβαια πολιτικά συνθήματα, οπαδικά συνθήματα ή διάφορες τοιχογραφίες, όμως αυτά δεν συνδέονταν με την κουλτούρα του γκράφιτι όπως αναπτύχθηκε στη Νέα Υόρκη. Πρόκειται για διαφορετικά πράγματα.
Γι’ αυτό και συχνά χρειάζεται μια διευκρίνιση όταν γίνεται αναφορά σε παλαιότερες ζωγραφικές παρεμβάσεις σε τοίχους, ακόμη και από τη δεκαετία του ’60. Άλλο μια τοιχογραφία ή μια ζωγραφική παρέμβαση σε δημόσιο χώρο και άλλο το γκράφιτι ως ξεχωριστή κουλτούρα, με τα tags, τα crews και τη συγκεκριμένη αισθητική και φιλοσοφία που το συνοδεύει", εξηγεί ο ίδιος.
Ωστόσο, παρότι το γκράφιτι συνδέθηκε έντονα με το hip hop, ο ίδιος θεωρεί ότι η σχέση τους δεν είναι απόλυτη. "Οι πρώτοι ήταν κυρίως b-boys, όμως αργότερα εμφανίστηκαν ροκάδες, ροκαμπιλάδες και πάνκηδες. Το γκράφιτι είναι περισσότερο ταυτισμένο με το hip hop παρά συνυφασμένο με αυτό".
Γιατί η ιστορία σταματά στο 1998
Οι τέσσερις τόμοι καλύπτουν την περίοδο μέχρι το 1998, μια επιλογή που δεν έγινε τυχαία. Όπως εξηγεί, μέχρι τότε η σκηνή ήταν σχετικά μικρή και οι βασικοί πρωταγωνιστές της μπορούν να καταγραφούν με σαφήνεια.
"Μέχρι το 1998 τα πράγματα ήταν αρκετά ξεκάθαρα. Ήταν συγκεκριμένοι οι άνθρωποι που δραστηριοποιούνταν, αυτοί που έβαψαν, δημιούργησαν και διαμόρφωσαν τη σκηνή. Από εκεί και μετά κάθε πόλη απέκτησε τη δική της δυναμική και τη δική της ιστορία".
Πώς έγινε η έρευνα
Η έρευνα, ωστόσο, δεν βασίστηκε σε οργανωμένα αρχεία ή βιβλιοθήκες. Χρειάστηκαν αμέτρητες προσωπικές επαφές, συναντήσεις και πολύμηνη αναζήτηση ανθρώπων που είχαν απομακρυνθεί από τη σκηνή. "Πολλούς τους βρήκα στόμα με στόμα. Κάποιος ήξερε κάποιον που είχε ένα τηλέφωνο, κάποιος άλλος ήξερε πού μένει κάποιος τρίτος. Για ορισμένους χτύπησα μέχρι και κουδούνια στα σπίτια τους".
Οι αντιδράσεις δεν ήταν πάντα ίδιες. Άλλοι χάρηκαν που κάποιος ενδιαφερόταν να καταγράψει ένα κομμάτι της ζωής τους και άλλοι αντιμετώπισαν την προσπάθεια με καχυποψία. "Υπήρχαν άνθρωποι που ήθελαν να με γνωρίσουν καλύτερα πριν μου δώσουν το υλικό τους. Πίναμε καφέ, ξαναβρισκόμασταν δεύτερη και τρίτη φορά μέχρι να πειστούν".

"Όταν όμως εκδόθηκε ο πρώτος τόμος, πολλοί που αρχικά ήταν επιφυλακτικοί είδαν το αποτέλεσμα και άρχισαν να επικοινωνούν μαζί μου. Μου έλεγαν "βρήκα και άλλες φωτογραφίες" ή "έχω κι άλλο υλικό". Έτσι συγκεντρώθηκαν νέα στοιχεία που δεν είχαν συμπεριληφθεί στους πρώτους τέσσερις τόμους και θα παρουσιαστούν σε έναν πέμπτο, συμπληρωματικό τόμο".
Ο ίδιος επισημαίνει ότι η πολυετής αυτή προσπάθεια δεν θα είχε ολοκληρωθεί χωρίς τη συμβολή του φίλου και συνεργάτη του Ορέστη, τον οποίο χαρακτηρίζει συνοδοιπόρο σε όλη τη διαδρομή. Όπως αναφέρει, ο Ορέστης συμμετείχε ενεργά στο εγχείρημα, αναλαμβάνοντας μεταξύ άλλων το γραφιστικό κομμάτι των εκδόσεων, ενώ συνέβαλε καθοριστικά στη διαμόρφωση του τελικού αποτελέσματος. "Χωρίς τη δική του συμβολή, αυτό το εγχείρημα δύσκολα θα είχε πάρει σάρκα και οστά", λέει χαρακτηριστικά.
Από τον "βανδαλισμό" στη δημόσια αποδοχή
Η ιστορία του ελληνικού γκράφιτι δεν σταματά, φυσικά, στο 1998. Σύμφωνα με τον Χαρίτωνα Τσαμαντάκη, εκείνο που έχει αλλάξει περισσότερο τα τελευταία χρόνια είναι ο τρόπος με τον οποίο το αντιμετωπίζει η κοινωνία. "Στη δεκαετία του ’90, όταν έβλεπες ένα παιδί με ένα σπρέι στον δρόμο, πολλοί θεωρούσαν ότι απλώς μουτζουρώνει ή προκαλεί ζημιές. Με τον καιρό ο κόσμος εξοικειώθηκε, άρχισε να αναγνωρίζει τις διαφορετικές τεχνικές, τις γραμματοσειρές, τα πορτρέτα και γενικότερα τη δημιουργική διάσταση του γκράφιτι".
Ο ίδιος θεωρεί μάλιστα ότι η μεγάλη δημοσιότητα που πήρε το γκράφιτι την περίοδο της οικονομικής κρίσης δημιούργησε και ορισμένες παρερμηνείες. Όπως λέει, αρκετά διεθνή δημοσιεύματα συνέδεσαν την εξάπλωσή του στην Αθήνα αποκλειστικά με τα χρόνια των μνημονίων. "Δημιουργήθηκε η εντύπωση ότι οι άνθρωποι βγήκαν στους δρόμους για να εκφράσουν την αγανάκτησή τους απέναντι στη φτώχεια και τα μνημόνια μέσω των τοίχων. Κατά τη γνώμη μου, αυτό είναι μια παρερμηνεία. Το γκράφιτι υπήρχε πολύ πριν από την κρίση και θα συνέχιζε να υπάρχει ανεξάρτητα από αυτήν".
Παρότι αναγνωρίζει ότι πολλά έργα εκείνης της περιόδου είχαν πολιτικές ή κοινωνικές αναφορές, θεωρεί ότι η κρίση επηρέασε περισσότερο τη θεματολογία παρά την ίδια την ύπαρξη της κουλτούρας.
"Το γκράφιτι εξακολουθεί να αποτελεί ζωντανό κομμάτι της αστικής κουλτούρας"
Την ίδια στιγμή, παρατηρεί ότι έχει αλλάξει και ο τρόπος με τον οποίο οι νεότερες γενιές προσεγγίζουν το γκράφιτι. "Στα δικά μου χρόνια το σημαντικό ήταν να πας να βάψεις. Σήμερα η πράξη συνδέεται πολύ περισσότερο με την εικόνα που θα κυκλοφορήσει στα social media. Το βίντεο, το drone και η προβολή έχουν αποκτήσει σχεδόν την ίδια σημασία με το ίδιο το έργο", αναφέρει μιλώντας στο TheTOC.
Παρά τις αλλαγές, "το γκράφιτι εξακολουθεί να αποτελεί ζωντανό κομμάτι της αστικής κουλτούρας, δεν σταμάτησε ποτέ να υπάρχει", λέει. "Απλώς κάθε γενιά το κάνει με τον δικό της τρόπο".
Οι πιο πρόσφατες Ειδήσεις
Διαβάστε πρώτοι τις Ειδήσεις για ό,τι συμβαίνει τώρα στην Ελλάδα και τον Κόσμο στο thetoc.gr
