Πόσες φορές έχουμε βρεθεί μάρτυρες ενός ακραίου περιστατικού στον χώρο εργασίας; Στην ελληνική πραγματικότητα, πιθανότατα περισσότερες απ’ όσες θα θέλαμε να παραδεχτούμε. Σύμφωνα με στοιχεία της Ανεξάρτητης Αρχής για την Καταπολέμηση της Βίας και Παρενόχλησης στην Εργασία, οι καταγγελίες έχουν σχεδόν διπλασιαστεί μέσα σε δύο χρόνια, με την πλειονότητα να αφορά ψυχολογικό mobbing.
Το ερώτημα όμως δεν είναι μόνο πόσο συχνά συμβαίνει, αλλά πώς αντιδρούμε όταν το βλέπουμε. Στην κοινωνική ψυχολογία, αυτή η στιγμή της σιωπής έχει περιγραφεί ως bystander effect, δηλαδή, η τάση των ανθρώπων να μην παρεμβαίνουν όταν γίνονται μάρτυρες μιας άδικης ή επιθετικής συμπεριφοράς, ιδιαίτερα όταν υπάρχουν και άλλοι παρόντες.
Όπως εξηγεί η Οργανωσιακή Ψυχολόγος, Μαίρη Σπαθάρη, μιλώντας στο TheTOC, δεν πρόκειται για αδιαφορία, αλλά για έναν σύνθετο μηχανισμό φόβου, υπολογισμού ρίσκου και διάχυσης ευθύνης.
"Όσο περισσότεροι παρευρίσκονται, τόσο πιο εύκολα ο καθένας υποθέτει ότι "κάποιος άλλος θα κάνει κάτι”. Αυτή η διάχυση της ευθύνης είναι η καρδιά του φαινομένου. Στον χώρο εργασίας το βλέπουμε συχνά, και όχι πάντα σε ακραίες μορφές όπως το mobbing. Μπορεί να εκδηλωθεί και σε πιο "ακίνδυνες” στιγμές ¨όπως για παράδειγμα, σε ένα meeting, όπου ένας εργαζόμενος εκφράζει ανοιχτά ότι δυσκολεύεται να διαχειριστεί τον φόρτο εργασίας του. Όταν αυτό συμβαίνει μπροστά σε όλη την ομάδα, υπάρχει μεγάλη πιθανότητα κανείς να μην αντιδράσει άμεσα. Ο καθένας σκέφτεται ότι θα το αναλάβει άλλος. Αν όμως ο ίδιος άνθρωπος το έλεγε μόνο σε έναν συνάδελφο, χωρίς κοινό γύρω, η πιθανότητα να λάβει υποστήριξη θα ήταν πολύ μεγαλύτερη. Όταν είμαστε μόνοι με κάποιον, η ευθύνη γίνεται πιο προσωπική, πιο ξεκάθαρη, και η ενσυναίσθηση ενεργοποιείται πιο άμεσα", εξηγεί στο TheTOC.
Τι συμβαίνει όμως σε έναν εργαζόμενο που βλέπει επαναλαμβανόμενες άδικες συμπεριφορές και δεν αντιδρά; Σύμφωνα με την κ. Σπαθάρη, "ίσως το άτομο νιώθει ότι δεν είναι ασφαλές να μιλήσει ή ότι θα υπάρξουν συνέπειες, ενώ ακόμη μπορεί να έχει χαμηλή αυτοεκτίμηση με αποτέλεσμα να αμφισβητεί τη δική του αξία, τη θέση του ή το δικαίωμά του να θέσει όρια. Στην πραγματικότητα, αυτά τα τρία συχνά συνδέονται. Η έλλειψη ψυχολογικής ασφάλειας ενισχύει το φαινόμενο του παρατηρητή. Η χαμηλή αυτοεκτίμηση κάνει κάποιον να νιώθει ακόμη πιο "μικρός” μέσα στην ομάδα. Και όταν όλα αυτά συνυπάρχουν, το άτομο παγώνει βιώνοντας μια εσωτερική σύγκρουση ανάμεσα στο "βλέπω κάτι άδικο” και στο "δεν ξέρω αν μπορώ να κάνω κάτι γι’ αυτό”", σημειώνει.
Το ψυχολογικό κόστος των bystanders και η διαδικασία "νοηματοδότησης"
Όπως εξηγεί η κ. Σπαθάρη, "το ψυχολογικό κόστος είναι σημαντικό: το άτομο μπορεί να βιώνει ενοχές, άγχος, θυμό ή μια συνεχή εσωτερική τριβή ανάμεσα στις αξίες του και στη σιωπή του. Συχνά βλέπουμε και σωματικές εκδηλώσεις: δυσκολία συγκέντρωσης, ένταση στο σώμα, κακό ύπνο, ευερεθιστότητα ή μια αίσθηση κόπωσης που δεν εξηγείται".
Η σύγχρονη έρευνα για τον εκφοβισμό στον χώρο εργασίας δείχνει ότι οι μάρτυρες δεν είναι ουδέτεροι παρατηρητές. Οι εργαζόμενοι που βλέπουν επαναλαμβανόμενες άδικες συμπεριφορές βιώνουν αυξημένο στρες, φθορά και χειρότερη εργασιακή εμπειρία, ακόμη κι αν δεν είναι οι ίδιοι στόχοι. Για χρόνια θεωρούνταν απλώς "έμμεσα θύματα", όμως οι ερευνητές πλέον τους αντιμετωπίζουν ως κρίσιμο παράγοντα που μπορεί να επηρεάσει την εξέλιξη μιας κατάστασης: οι παρευρισκόμενοι μπορούν να στηρίξουν το θύμα, να καταγγείλουν ή να αντιπαρατεθούν στον δράστη, αλλά μπορούν επίσης να αποστασιοποιηθούν, να κάνουν ότι δεν βλέπουν ή ακόμη και να ευθυγραμμιστούν με τον θύτη. Ορισμένες μελέτες δείχνουν ότι, σε περιβάλλοντα όπου ο εκφοβισμός παγιώνεται, οι μάρτυρες μπορεί να πείθουν τον εαυτό τους ότι το θύμα "φταίει", υιοθετώντας έναν μηχανισμό δικαιολόγησης που επιτρέπει τη συνέχιση της κακομεταχείρισης.
Για να εξηγήσουν γιατί διαφορετικοί άνθρωποι αντιδρούν τόσο διαφορετικά στο ίδιο περιστατικό, οι ερευνητές μιλούν για μια ασυνείδητη διαδικασία "νοηματοδότησης". Όταν ένας εργαζόμενος γίνεται μάρτυρας ενός αμφίσημου γεγονότος, αξιολογεί εσωτερικά τη σοβαρότητα της κατάστασης, το κατά πόσο θεωρεί το θύμα "άξιο" υποστήριξης και αν πιστεύει ότι έχει τη δύναμη να παρέμβει χωρίς σοβαρό κόστος. Από αυτόν τον εσωτερικό υπολογισμό εξαρτάται αν θα δράσει ή θα σωπάσει.

"Έχω βρεθεί μπροστά σε βίαιο περιστατικό στη δουλειά και δεν μίλησα. Θυμάμαι ξεκάθαρα πώς ένιωσα εκείνη τη στιγμή. Μέσα στα γραφεία μιας εφημερίδας, ένας συνάδελφος πέταξε αντικείμενο σε άλλον κι εγώ δεν αντέδρασα, απλώς παρακολουθούσα. Παρότι δεν είπα τίποτα, μέσα μου πήρα θέση υπέρ του ενός. Δεν ένιωσα ενοχή που δεν ανακατεύτηκα, αν επρόκειτο για πιο κοντινό μου άνθρωπο, ίσως να είχα αντιδράσει διαφορετικά", λέει ο Δ.Γ., δημοσιογράφος.
Ωστόσο, πόσο εύκολο είναι να παρέμβεις σε μία υπόθεση που ουσιαστικά δε σε αφορά άμεσα, την ώρα που γνωρίζεις ότι έχεις να πληρώσεις ένα δυσβάσταχτο ενοίκιο, λογαριασμούς και σούπερ μάρκετ; Κατά πόσο η οικονομική ασφάλεια θεωρείται ένας από τους βασικότερους παράγοντες που κάποιος δεν αντιδρά;
"Στη θεωρία κινήτρων του Maslow, η ασφάλεια -οικονομική, σωματική, εργασιακή- αποτελεί θεμέλιο. Όταν οι βασικές ανάγκες ενός ανθρώπου, δεν είναι εξασφαλισμένες, τότε η προτεραιότητα μετατοπίζεται αυτόματα στην επιβίωση. Σε αυτό το πλαίσιο, η παρέμβαση σε μια άδικη συμπεριφορά μπορεί να μοιάζει με ρίσκο που απειλεί τη σταθερότητα του ατόμου. Και ναι, υπάρχει υπολογισμός ρίσκου ( συχνά ασυνείδητος).Ο εργαζόμενος αξιολογεί: "Τι μπορεί να μου κοστίσει;” "Θα χάσω τη δουλειά μου;” "Θα στοχοποιηθώ;” "Μπορώ να αντέξω οικονομικά μια πιθανή σύγκρουση;” Αν η απάντηση σε αυτά τα ερωτήματα δεν είναι ξεκάθαρη, τότε η μη παρέμβαση λειτουργεί ως τρόπος προστασίας", εξηγεί η κ. Σπαθάρη.
"Είναι καλύτερο να μη μιλάς"
Βέβαια, η ανάγκη του εργαζόμενου δεν θα έπρεπε να μετατρέπεται σε μοχλό πίεσης. Στην πράξη όμως, σε ορισμένους χώρους εργασίας, η οικονομική ανασφάλεια λειτουργεί ως άτυπο εργαλείο ελέγχου. Όταν οι εργαζόμενοι γνωρίζουν ότι η θέση τους δεν είναι δεδομένη, το μήνυμα μπορεί να περάσει και… κάτω από το χαλί: όποιος μιλάει φεύγει, όποιος σωπαίνει… μένει. Έτσι, η ανάγκη πατά πάνω στον φόβο και διαμορφώνει σταδιακά μια κουλτούρα σιωπής.
"Τα περιβάλλοντα που "εκπαιδεύουν” τους εργαζόμενους στη σιωπή δεν το κάνουν πάντα με εμφανείς τρόπους. Ένα χαρακτηριστικό είναι το τι επιβραβεύεται. Αν οι άνθρωποι που δεν αμφισβητούν τίποτα είναι αυτοί που παίρνουν προαγωγές ή θετικά σχόλια, το μήνυμα είναι σαφές: "Είναι καλύτερο να μην μιλάς”. Για παράδειγμα, όταν ένας εργαζόμενος που εκφράζει μια ανησυχία αντιμετωπίζεται ως "δύσκολος” ή "αρνητικός”, ενώ κάποιος που απλώς συμφωνεί, επιβραβεύεται.
Δεύτερο, ο τρόπος που αντιμετωπίζονται οι ιδέες. Αν κάθε πρόταση απαντάται με "αυτό δεν γίνεται”, οι άνθρωποι σταματούν να μιλούν.
Τρίτο, η ποιότητα του feedback. Σε περιβάλλοντα όπου το feedback δίνεται μόνο όταν κάτι πάει λάθος (και μάλιστα με τρόπο που εκθέτει), οι εργαζόμενοι μαθαίνουν να μη ρισκάρουν. Αυτά τα στοιχεία μπορεί να μην φαίνονται με την πρώτη ματιά, αλλά διαμορφώνουν μια κουλτούρα, όπου η σιωπή μοιάζει πιο ασφαλής από την παρέμβαση", λέει η κ. Σπαθάρη, μιλώντας στο TheTOC.

Upstanders
Ωστόσο, υπάρχουν εργαζόμενοι που επιλέγουν να παρέμβουν, ακόμη κι όταν γνωρίζουν ότι ρισκάρουν τη θέση τους. Οι παρακάτω εργαζόμενοι περιγράφουν στο TheTOC μια εμπειρία όπου το αίσθημα δικαιοσύνης υπερίσχυσε του φόβου απώλειας της δουλειάς, μια στάση που βρίσκεται στον αντίποδα του τυπικού "bystander”.
Όταν είδε πελάτη να επιχειρεί να χειροδικήσει σε συνάδελφό του, δεν έμεινε θεατής: "Αντέδρασα γιατί το περιστατικό συνέβη σε συνάδελφο με την οποία δουλεύαμε μαζί έξι μέρες την εβδομάδα, 12 ώρες τη μέρα. Ήταν γυναίκα και απέναντί της είχε έναν μεγαλόσωμο άντρα και για μένα ήταν ξεκάθαρη αδικία. Ακόμα κι αν ήταν άντρας στη θέση της, το ίδιο θα έκανα, δεν θα άλλαζε κάτι. Το συγκεκριμένο περιστατικό ήταν με πελάτη στο μαγαζί, που πήγε να χειροδικήσει. Δεν ήταν όμως η πρώτη φορά που ένιωσα την ανάγκη να παρέμβω. Στο ίδιο μαγαζί είχε προηγηθεί άλλο περιστατικό, όταν το αφεντικό απείλησε συνάδελφο ότι θα τον απολύσει. Την επόμενη μέρα του είπα ξεκάθαρα: "αν τον απολύσεις, παραιτούμαι κι εγώ”. Υπερασπίστηκα και τους δύο, σε διαφορετικές στιγμές, γιατί εκείνη την ώρα δεν με ένοιαξε αν θα χάσω τη δουλειά μου. Προείχε το αίσθημα του δικαίου. Ήμουν 24 χρονών τότε και δούλευα εκεί περίπου δύο χρόνια. Σκέφτηκα ότι κάτι τέτοιο θα μπορούσε να συμβεί και σε μένα και αντέδρασα όπως θα ήθελα να αντιδράσει κάποιος για μένα", αναφέρει ο Μ.Α, κομμωτής.
"Ήμουν από τη φύση μου πιο αντιδραστική, ειδικά όταν έβλεπα κακομεταχείριση. Ακόμη και αν δεν είχε να κάνει με μένα το ζήτημα δεν υπήρχε περίπτωση να μην υπερασπιστώ συνάδελφο μου όταν βρισκόταν απέναντι σε ανώτερο. Έχω χάσει δουλειές από αυτό, έχω χαλάσει εργασιακές σχέσεις, αλλά έχω κερδίσει και πραγματικούς φίλους. Δεν μετανιώνω καθόλου για το ότι μίλησα και αντέδρασα όταν ήρθε κάποιος σε δύσκολη θέση, ακόμη και ας μην ήταν για μένα το θέμα", λέει από την πλευρά της η Σ.Δ, ιδιωτική υπάλληλος.
Οι πιο πρόσφατες Ειδήσεις
Διαβάστε πρώτοι τις Ειδήσεις για ό,τι συμβαίνει τώρα στην Ελλάδα και τον Κόσμο στο thetoc.gr

