Η είδηση του θανάτου της Μάρως Κοντού βυθίζει στο πένθος όχι μόνο τον καλλιτεχνικό κόσμο αλλά και ολόκληρη την Ελλάδα. Μετά από σύντομη νοσηλεία, η σπουδαία ηθοποιός άφησε την τελευταία της πνοή σε ηλικία 92 ετών.
Η πορεία της Μάρως Κοντού ταυτίστηκε με τη χρυσή εποχή του ελληνικού κινηματογράφου, με ρόλους που ενσάρκωσε να έχουν αφήσει ανεξίτηλο αποτύπωμα στη συλογική μνήμη μέχρι σήμερα. Πέρα όμως από τη λαμπερή καλλιτεχνική διαδρομή, η ζωή της δεν υπήρξε στρωμένη με ροδοπέταλα. Τουναντίον. Ήταν γεμάτη δυσκολίες, απώλειες και προσωπικούς αγώνες.
Τα δύσκολα παιδικά χρόνια της Μάρως Κοντού
Με καταγωγή από τα Ψαρά, αλλά γεννημένη στην Αθήνα το 1934, η Μάρω Κοντού μεγάλωσε στο Κουκάκι. Η παιδική της ηλικία σημαδεύτηκε από μια βαριά οικογενειακή απώλεια, καθώς έχασε τον πατέρα της από φυματίωση όταν ήταν μόλις δύο ετών.
Η ίδια είχε περιγράψει εκείνη την περίοδο με ιδιαίτερη συγκίνηση, λέγοντας στο Mega: "Δεν έχω καθόλου παιδικές αναμνήσεις. Ίσως επειδή στο σπίτι μου επικρατούσε πένθος. Μέχρι τα έξι μου, στο σπίτι μας υπήρχε μεγάλη δυστυχία. Μετά τον θάνατο του πατέρα μου, η μητέρα μου έκανε έναν δεύτερο γάμο. Ήταν ένας εξαιρετικός κύριος, ναυτικός. Στους οκτώ μήνες, τορπίλισαν το πλοίο του και χάθηκε. Πάνω που πήγαινα να αρθρώσω ξανά τη λέξη 'μπαμπά'".

Μετά τις αλλεπάλληλες οικογενειακές τραγωδίες, μεγάλωσε κυρίως με τη μητέρα, τη γιαγιά και τις υπόλοιπες γυναίκες της οικογένειάς της, σε ένα περιβάλλον με στερήσεις αλλά και αυστηρές αρχές. Οι εμπειρίες εκείνων των χρόνων, όπως έχει αναφέρει η ίδια, διαμόρφωσαν καθοριστικά τον χαρακτήρα και τη μετέπειτα στάση της απέναντι στη ζωή.
Το πρώτο της πάθος δεν ήταν η υποκριτική
Πριν ακόμη σκεφτεί την υποκριτική, η Μάρω Κοντού είχε αφιερωθεί στον χορό. Σπούδασε στην Κρατική Σχολή Ορχηστικής Τέχνης, όπου οι καθηγητές της διέκριναν από νωρίς το ταλέντο και την πειθαρχία της.
Οι εξαιρετικές επιδόσεις της τής χάρισαν υποτροφία για σπουδές στο εξωτερικό, ωστόσο η επαγγελματική της πορεία τελικά ακολούθησε διαφορετική κατεύθυνση.
Το 1954 εντάχθηκε στον Χορό Αρχαίας Τραγωδίας του Εθνικού Θεάτρου, μια εξέλιξη που δεν έγινε δεκτή με ενθουσιασμό από όλους τους συγγενείς της. Η πιο χαρακτηριστική αντίδραση ήταν εκείνη της γιαγιάς της, η οποία, σύμφωνα με όσα έχει αποκαλύψει η ίδια στο Mega, της είπε: "Φτου σου που....κι".
Η συγκεκριμένη φράση αποτύπωνε τις κοινωνικές αντιλήψεις της εποχής, όταν το επάγγελμα του ηθοποιού αντιμετωπιζόταν με καχυποψία από αρκετές οικογένειες. Παρά τις αντιδράσεις, η Μάρω Κοντού δεν εγκατέλειψε ποτέ το όνειρό της.

Από το 1954 έως το 1958, λοιπόν, υπήρξε μέλος του Χορού Αρχαίας Τραγωδίας του Εθνικού Θεάτρου, αποκτώντας πολύτιμες εμπειρίες μέσα από απαιτητικές παραστάσεις και συνεργασίες με σπουδαίους ανθρώπους του θεάτρου.
Εκεί γνώρισε και τον Δημήτρη Χορν, για τον οποίο μίλησε πολλές φορές με ιδιαίτερο θαυμασμό, αναγνωρίζοντας ότι οι συμβουλές και η στάση του επηρέασαν σημαντικά την επαγγελματική της εξέλιξη.
Η καθιέρωση στον κινηματογράφο και οι ταινίες που άφησαν εποχή
Στα τέλη της δεκαετίας του 1950 πραγματοποίησε τα πρώτα της βήματα στη μεγάλη οθόνη με την ταινία "Τα κίτρινα γάντια".
Η φυσικότητα μπροστά στην κάμερα, η εκφραστικότητά της και η ευκολία με την οποία εναλλασσόταν ανάμεσα στην κωμωδία και το δράμα την ανέδειξαν γρήγορα σε μία από τις πιο περιζήτητες πρωταγωνίστριες της εποχής.
Μέσα σε λίγα χρόνια, η Μάρω Κοντού καθιερώθηκε ως μία από τις σημαντικότερες παρουσίες του ελληνικού κινηματογράφου.
Η φιλμογραφία της περιλαμβάνει δεκάδες διαχρονικές επιτυχίες, πολλές από τις οποίες εξακολουθούν να προβάλλονται μέχρι σήμερα.
Ανάμεσα στις πιο γνωστές ταινίες της, βρίσκονται:
- "Η δε γυνή να φοβήται τον άνδρα"
- "Μια Ιταλίδα από την Κυψέλη"
- "Ο άνθρωπος που γύρισε από τη ζέστη"
- "Μια τρελή τρελή οικογένεια"
- "Ο στρίγγλος που έγινε αρνάκι"
- "Η σωφερίνα"
- "Ο φίλος μου ο Λευτεράκης"
- "Τα κίτρινα γάντια"
- "Ο Στρίγγλος που Έγινε Αρνάκι"
- "Έγκλημα στο Κολωνάκι"
- "Τρεις Κούκλες κι Εγώ"

Μια αέναη παρουσία στην τηλεόραση
Η τηλεόραση αποτέλεσε ακόμη ένα σημαντικό κεφάλαιο της πορείας της, δίνοντάς της την ευκαιρία να συστηθεί και στις νεότερες γενιές τηλεθεατών.
Η παρουσία της στη μικρή οθόνη ξεκίνησε από τις πρώτες δεκαετίες της ελληνικής τηλεόρασης, με συμμετοχές σε σειρές όπως η "Χαρούμενη Κυριακή" και το εμβληματικό "Λούνα Παρκ", ενώ ακολούθησαν παραγωγές όπως οι "Ένοχοι", "Τρεις στο γύρο", "Η μεγάλη παρέλαση", "Έγκλημα στο Ψυχικό", "Το πάθος", "Βραδιά επιθεώρησης" και "Επιθεώρηση".
Με την εμφάνιση της ιδιωτικής τηλεόρασης, η Μάρω Κοντού συνέχισε με επιτυχία σε δημοφιλείς σειρές όπως ο "Άγγελος κατά λάθος", η "Οικογένεια Καζίνο", η "Μια απίθανη γιαγιά", οι "Και οι τέσσερις ήταν υπέροχες" και οι "Αραχτοί και λάιτ".
Ύστερα από αρκετά χρόνια αποχής από τη μυθοπλασία, επέστρεψε δυναμικά μέσα από τη σειρά "Η Γη της Ελιάς" (2021-2026), που έμελλε να είναι και η τελευταία.
Η "Ελενίτσα" που έγινε σύμβολο
Ξεχωριστή θέση στην καριέρα της κατέχει αδιαμφισβήτητα ο ρόλος της "Ελενίτσας" στην πιο σημαντική της ίσως ταινία, "Η δε γυνή να φοβήται τον άνδρα", όπου πρωταγωνίστησε δίπλα στον Γιώργο Κωνσταντίνου, σε σκηνοθεσία Γιώργου Τζαβέλλα. Αυτό το "Σκασμός εσύ Αντωνάκη μου" συνδέθηκε μαζί της όσο λίγες ατάκες ηθοποιών.
Η ερμηνεία της ως μια γυναίκα που αμφισβητεί τα στερεότυπα της εποχής και διεκδικεί τον δικό της χώρο καθιέρωσε την ταινία ως μία από τις σημαντικότερες στην ιστορία του ελληνικού κινηματογράφου. Όσο για τον συγκεκριμένο ρόλο της Μάρως Κοντού, θα αποτελεί για πάντα σημείο αναφοράς της καριέρας της.

Η μητρότητα που συνειδητά δεν ήρθε
Σε μια κατάθεση ψυχής στην εκπομπή "Ενώπιος Ενωπίω", η Μάρω Κοντού έχει μιλήσει ανοιχτά για τη μητρότητα και τον λόγο που δεν απέκτησε παιδιά. "Δεν μπορούσα. Όχι δεν έκανα, δεν μπορούσα. Από πολύ νέα το γνώριζα", είχε πει χαρακτηριστικά.
Όπως έχει διηγηθεί, σε ηλικία περίπου 35-36 ετών ταξίδεψε στην Ελβετία προκειμένου να συμβουλευτεί τον γιατρό που είχε βοηθήσει τη Σοφία Λόρεν να γίνει μητέρα. Ωστόσο, τα νέα που έλαβε δεν ήταν αυτά που περίμενε, καθώς ενημερώθηκε ότι δεν μπορούσε να αποκτήσει παιδί. Ο ειδικός τής πρότεινε ως εναλλακτική λύση την υιοθεσία.
Η ίδια εξήγησε πως χρειάστηκε να συμφιλιωθεί με αυτή την πραγματικότητα και να βρει τον δικό της τρόπο να την αντιμετωπίσει.
"Το είχα 'φορέσει' τόσο πολύ ότι δε θα κάνω, που απαγόρευσα στον εαυτό μου να το θέλει", έχει δηλώσει χαρακτηριστικά, επισημαίνοντας παράλληλα ότι ποτέ δεν ένιωσε την απουσία παιδιών από τη ζωή της, αφού τα ανίψια της είχαν πάντοτε ξεχωριστή θέση στην καθημερινότητά της.
Παρουσία και στην πολιτική
Πέρα από την καλλιτεχνική της διαδρομή, δραστηριοποιήθηκε και στον χώρο της πολιτικής. Εξελέγη βουλευτής με τη Νέα Δημοκρατία το 1999 αλλά και ως πρώτη επιλαχούσα το 2007, όταν παραιτήθηκε ο Νικήτας Κακλαμάνης για να είναι υποψήφιος δήμαρχος Αθηναίων.

Υπηρέτησε επίσης και ως δημοτική σύμβουλος στον Δήμο Αθηναίων, ασχολούμενη κυρίως με θέματα πολιτισμού και κοινωνικής πολιτικής, την περίοδο 1994-2002 επί δημαρχίας Δημήτρη Αβραμόπουλου.
Επίσης, ανέλαβε για μια επταετία την προεδρία του Δημοτικού Ραδιοφωνικού Σταθμού Αθήνα 9.84 και για δύο χρόνια πρόεδρος του κέντρου βρεφών "Μητέρα".
Οι πιο πρόσφατες Ειδήσεις
Διαβάστε πρώτοι τις Ειδήσεις για ό,τι συμβαίνει τώρα στην Ελλάδα και τον Κόσμο στο thetoc.gr


